Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Γιατί σταυρώνουν τούς ἀθώους;

            Η ΑΓΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΚΑΙ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΙΩΓΜΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ Π. ΕΦΡΑΙΜ
«Οἱ ἀμόρφωτοι (πνευματικά) καί ἰδιῶτες (χαμηλῆς νοημοσύνης) θεωροῦν γελοῖο πρᾶγμα τούς λόγους»  διδάσκει ὁ Μέγας Ἀντώνιος  «καί δέν θέλουν νά τούς ἀκοῦνε διότι ἐλέγχεται ἡ ἀμορφωσιά τους καί θέλουν ὅλους νά εἶναι ὅμοιοι μέ αὐτούς. Κατά τόν ἴδιο τρόπο καί οἱ ἀκόλαστοι ὡς πρός τόν βίο καί τούς τρόπους, προσπαθοῦν νά καταστήσουν ὅλους χειρότερους ἀπό τούς ἑαυτούς των, νομίζοντας ὅτι λόγῳ τοῦ πλήθους τῶν κακῶν (ὅλων τῶν ἄλλων) θά ἐπιτύχουν τό ἀκατηγόρητο γιά τούς ἑαυτούς των.
Χάνεται καί θολώνει ἡ ἄτονη ψυχή ἀπό τήν κακία ἡ ὁποία ἔχει μέσα της ἀσωτεία, ὑπερηφάνια, ἀπληστία, ὀργή, προπέτεια, λύσσα, φόνο, ὀδυρμό, φθόνο, πλεονεξία, ἁρπαγή, πόνο, ψεῦδος, ἡδονή, ὀκνηρία, λύπη, δειλία, νόσο, μῖσος, μέμψη, ἀδυναμία, πλάνη, ἄγνοια, ἀπάτη, λήθη Θεοῦ. Μέ αὐτά καί τά ὅμοια μέ αὐτά τιμωρεῖται ἡ ἄθλια ψυχή πού χωρίζει τόν ἑαυτό της ἀπό τόν Θεό»[1].
Πῶς ἑρμηνεύεται ἡ προσπάθεια τῶν κακῶν νά παρασύρουν καί ὅλους τούς ἄλλους στήν κακία τους; Εἶναι γνωστός ὁ μύθος μέ τήν ἀλεποῦ καί τήν κομμένη οὐρά της.
-Γιατί βάλθηκε νά πείσει καί ὅλες τίς ἄλλες ἀλεποῦδες νά γίνουν σάν κι αὐτήν;.
-Πολύ ἁπλά: Γιά νά μήν τήν κατηγορεῖ κανένας. Γιατί ὅταν κάποιος κάνει κάτι ἄτοπο δημόσια (ὁλοφάνερο στούς πολλούς) ποτέ δέν θά κατηγορήσει κάποιον ἄλλο γιά τό ἴδιο πρᾶγμα. Ἄν τό κάνει θ’ ἀκούσει τό δίκαιο ἐρώτημα: «ἀφοῦ δέν εἶναι σωστό ἐσύ γιατί τό κάνεις;» . Νά γιατί προσπαθοῦν νά παρασύρουν τούς πάντες στήν κακία τους…Γιά νά μήν ἔχουν κανένα νά τούς κατηγορήσει.
Ὑπάρχουν ὅμως, δυστυχῶς γι’ αὐτούς, κάποιοι πού δέν ὑποκύπτουν. Δέν μετέχουν στήν κακία τους. Δέν κάνουν τά ἴδια καί μάλιστα κάνουν τά ἀντίθετα, κάνουν αὐτά πού ἀρέσουν στόν Θεό.
Αὐτοί οἱ δίκαιοι «βαρεῖς εἰσίν καί βλεπόμενοι»[2]. Δηλαδή καί μόνο πού τούς βλέπουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ σκότους «νιώθουν ἕνα βάρος στό στομάχι». Ὁ εὐσεβής καί μόνο μέ τήν παρουσία του ἀποτελεῖ ἔλεγχο γιά τόν ἀσεβή. Γι’ αὐτό οἱ ἀσεβεῖς σκέπτονται:
«Καταδυναστεύσωμεν πένητα δίκαιον, μὴ φεισώμεθα χήρας, μηδὲ πρεσβύτου ἐντραπῶμεν πολιᾶς πολυχρονίους.
Ἂς καταπιέσωμεν καὶ ἂς ἐκμεταλλευθοῦμε τὸν πτωχὸν δίκαιον. Ἂς μὴ λυπηθοῦμε τὴν ἀδύνατη χήρα, ἂς μὴ ἐντραποῦμε τὰ πολυχρόνια ἄσπρα μαλλιὰ τοῦ γέροντος.
ἔστω δὲ ἡμῶν ἡ ἰσχὺς νόμος τῆς δικαιοσύνης, τὸ γὰρ ἀσθενὲς ἄχρηστον ἐλέγχεται.
Ἡ δύναμίς μας ἂς εἶναι δι’ ἡμᾶς ὁ νόμος τῆς δικαιοσύνης μας, διότι ἡ ἀδυναμία ἀποδεικνύεται ἐπάνω εἰς τὰ πράγματα ἄχρηστος καὶ ἐπιβλαβής.
ἐνεδρεύσωμεν δὲ τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι καὶ ἐναντιοῦται τοῖς ἔργοις ἡμῶν καὶ ὀνειδίζει ἡμῖν ἁμαρτήματα νόμου καὶ ἐπιφημίζει ἡμῖν ἁμαρτήματα παιδείας ἡμῶν·
Ἂς στήσωμεν ἐνέδρας καὶ παγίδας, διὰ νὰ συλλάβωμεν τὸν δίκαιον, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸν χρησιμοποιήσωμεν, ὅπως θέλομεν. Ἐναντιώνεται εἰς τὰ ἔργα μας, μᾶς κατακρίνει μὲ δριμύτητα ὡς παραβάτας τοῦ θείου νόμου. Μᾶς δυσφημίζει χαρακτηρίζων ὡς ἐσφαλμένην τὴν ἀγωγήν μας καὶ τὴν νοοτροπίαν μας.
ἐπαγγέλλεται γνῶσιν ἔχειν Θεοῦ καὶ παῖδα Κυρίου ἑαυτὸν ὀνομάζει·
Αὐτοπροβάλλεται, ὡς ἐὰν αὐτὸς καὶ μόνος ἔχη γνῶσιν τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ θείου θελήματος, καὶ ὀνομάζει τὸν ἑαυτὸν του τέκνον καὶ δοῦλον τοῦ Κυρίου.
ἐγένετο ἡμῖν εἰς ἔλεγχον ἐννοιῶν ἡμῶν· βαρὺς ἐστιν ἡμῖν καί βλεπόμενος,
Ἔχει γίνει καθημερινὸς ἔλεγχός μας, τῆς νοοτροπίας καὶ τῆς συμπεριφορᾶς μας. Εἶναι βαρὺς καὶ ἀνυπόφορος καὶ ποὺ τὸν βλέπομεν μόνον.
ὅτι ἀνόμοιος τοῖς ἄλλοις ὁ βίος αὐτοῦ, καὶ ἐξηλλαγμέναι αἱ τρίβοι αὐτοῦ·
Διότι ἡ ζωή του δὲν εἶναι ὁμοία μὲ τὴν ζωὴν τῶν ἄλλων ἀνθρώπων. Διαφορετικοὶ οἱ δρόμοι καὶ οἱ τρόποι τοῦ βίου του.
εἰς κίβδηλον ἐλογίσθημεν αὐτῶ, καὶ ἀπέχεται τῶν ὁδῶν ἡμῶν ὡς ἀπὸ ἀκαθαρσιῶν· μακαρίζει ἔσχατα δικαίων καὶ ἀλαζονεύεται πατέρα Θεόν.
Ἐχομεν θεωρηθῆ ἀπὸ αὐτὸν ὡς κίβδηλα νομίσματα καὶ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς ζωῆς μας, σὰν ἀπὸ ἀκαθαρσίας. Θεωρεῖ μακαρίαν τὴν ζωὴν καὶ τὴν τελευτὴν τῶν δικαίων ἀνθρώπων καὶ ἀλαζονεύεται λέγων, ὅτι ἔχει πατέρα τὸν Θεόν.
ἴδωμεν εἰ οἱ λόγοι αὐτοῦ ἀληθεῖς, καὶ πειράσωμεν τὰ ἐν ἐκβάσει αὐτοῦ·
Λοιπόν, ἂς τὸν ὑποβάλωμεν εἰς δοκιμασίας καὶ ἂς ἴδωμεν, ἐὰν οἱ διακηρύξεις του αὐταὶ ἐκφράζουν τίς ἀληθινές πεποιθήσεις του. Ἂς θέσουμε εἰς δοκιμασίαν μέχρι καὶ θανάτου τὴν ζωήν του.
εἰ γὰρ ἐστιν ὁ δίκαιος υἱὸς Θεοῦ, ἀντιλήψεται αὐτοῦ καὶ ρύσεται αὐτὸν ἐκ χειρὸς ἀνθεστηκότων.
Διότι, ἐὰν ὁ δίκαιος αὐτὸς εἶναι, ὅπως ἰσχυρίζεται, υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τότε ὁ Κύριος θὰ τὸν προστατεύση καὶ θὰ τὸν γλυτώση ἀπὸ τὰ χέρια τῶν θανασίμων ἐχθρῶν του.
ὕβρει καὶ βασάνω ἐτάσωμεν αὐτόν, ἵνα γνῶμεν τὴν ἐπικείκειαν αὐτοῦ καὶ δοκιμάσωμεν τὴν ἀνεξικακίαν αὐτοῦ·
Θὰ τὸν ὑβρίσωμεν, θὰ τὸν ἐξευτελίσωμεν, θὰ τὸν ὑποβάλωμεν εἰς βασανισμούς, διὰ νὰ ἴδωμεν τὴν ἠρεμίαν καὶ μακροθυμίαν του, διὰ νὰ ἐλέγξωμεν τὴν ἀνεξικακίαν του.
θανάτω ἀσχήμονι καταδικάσωμεν αὐτόν, ἔσται γὰρ αὐτοῦ ἐπισκοπή ἐκ λόγων αὐτοῦ.
Ἂς τὸν καταδικάσωμεν καὶ ἂς τὸν ἐκτελέσωμεν μὲ σκληρὸν καὶ ἐξευτελιστικὸν θάνατον καὶ τότε θὰ ἴδωμεν, ἂν πράγματι θὰ τὸν ἐπισκεφθῆ καὶ θὰ τὸν προστατεύση ὁ Θεός, ὅπως αὐτὸς ἰσχυρίζεται»[3] (Σοφ. Σολ. 2. 10-20)
Νά γιατί οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ διώκονται καί τελικά σταυρώνονται ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ σκότους. Διότι δέν ἐντάσσονται στό ἐγκόσμιο διαβολικό σύστημα, στήν καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Δέν ἐξομοιώνονται, δέν ὁμογενοποιοῦνται, δέν συμφύρονται μέ τήν ἁμαρτία. Τό φωτεινό τους πρόσωπο, τά καθαρά τους μάτια, ἡ ἀδιάβλητη ζωή τους ἐλέγχουν τήν διαφθορά, τήν ἁμαρτία, τήν δαιμονοποίηση τῶν «προσκυνητῶν» τοῦ ἀντιχρίστου.
Νομίζουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ κακοῦ ὅτι ἄν ἐξολοθρεύσουν τούς καλούς θά ἡσυχάσουν ἀπό τούς ἐλέγχους τῆς συνειδήσεώς τους καί θά ἠρεμήσουν. Ὅμως πλανῶνται οἰκτρά. Ἔτσι νόμιζε καί ὁ διάβολος γιά τόν Χριστό. Πίστευε ὅτι ὁδηγώντας Τον στόν σταυρό θά ἡσύχαζε μία γιά πάντα ἀπό Αὐτόν τόν Ἐνοχλητικό. Κάθε ἄλλο. Ὁ σταυρός ἦταν ἡ  μεγάλη ἧττα του. Διότι ἀκολούθησε ἡ ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου.
Κατά τόν ἴδιο τρόπο καί ἡ σταύρωση τῶν μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι παρά ἡ μεγάλη τους νίκη ἐνάντια στίς δυνάμεις τοῦ σκότους καί τῆς διαφθορᾶς. Ἡ ἀνάστασή τους, πού σίγουρα θά ἀκολουθήσει θά ἀποδείξει περίτρανα ὅτι ἔχουν τόν Δίκαιο Θεό μέ τό μέρος τους ἐνῶ οἱ ἀντίχριστες δυνάμεις θά συντριβοῦν. Μέχρι νά συντριβοῦν ὅμως ὁλοκληρωτικά ἄς μή θεωροῦνται ὅτι εὐημεροῦν.
Ἀντίθετα ἡ κακία ἔχει μέσα της ἕναν τεράστιο ἀριθμό ἀπό δηλητήρια καί δυστυχίες πού καθιστοῦν τή ζωή τοῦ ἁμαρτωλοῦ πραγματικά ἄθλια, βασανιστική καί ἀνυπόφορη.
Πολύ μεγάλος ὁ κατάλογος τῶν περιεχομένων τῆς κακίας.
Κάθε τί ἀπό αὐτά εἶναι καί ἕνα βάσανο τοῦ ἀμετανόητου ἀνθρώπου. Ἡ ἴδια ἡ κακία ἔχει μέσα της τήν τιμωρία.
Ὁ Θεός δέν μᾶς τιμωρεῖ ἀλλά μόνοι μας αὐτοτιμωρούμαστε.
Ἡ παράβαση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ ἔχει συνέπειες γιά τόν ἄνθρωπο.
Ὁ Θεός πού εἶναι ὁ Δημιουργός μας γνωρίζει καλλίτερα ἀπό τόν ὁποιοδήποτε καθώς καί ἀπό ἐμᾶς τούς ἴδιους γιά τό πῶς πρέπει νά ζήσουμε τό κάθε λεπτό τῆς ζωῆς μας ἐδῶ στή γῆ. Ὁ ταπεινός καί συνετός ἄνθρωπος ὑπακούει στά κελεύσματα-προτροπές-ὁδηγίες τοῦ Θεοῦ. Ὑπακούει, ὅπως ὑπακούει κάποιος στόν γιατρό του, πού τοῦ λέγει τί πρέπει νά κάνει γιά νά ἔχει σωματική ὑγεία.
Ἀντίθετα ὁ ὑπερφίαλος νομίζει ὅτι τά ξέρει ὅλα καί γιαυτό δέν ὑπακούει παρά μόνο στόν λογισμό του. Τό ἀποτέλεσμα γιαυτόν εἶναι πάντα αὐτοκαταστροφικό. Νομίζει ὁ ὑπερήφανος ἄνθρωπος, ἐμπιστευόμενος τή λογική του, ὅτι κάνει πάντα τό σωστό, ἀλλά συνήθως ἐκεῖνο πού κάνει εἶναι νά ἐπιτίθεται κατά τοῦ ἑαυτοῦ του.
Νά γιατί θρηνοῦμε καθημερινά μεγάλο πλῆθος σωματικῶν καί ψυχικῶν ἀνθρώπινων ἐρειπίων. Γέμισε ὁ κόσμος μέ ψυχολογικά ἄρρωστους, καταθλιπτικούς καί ἀνασφαλεῖς ἀνθρώπους.
Τό γεγονός αὐτό δέν εἶναι βεβαίως ἀποτέλεσμα τῆς τιμωρίας τοῦ Θεοῦ πού μόνο ἀγαθά δίδει.
Οὔτε ἀποτελεῖ ἐκδίκησή Του (βλάσφημο καί νά τό σκεφτοῦμε ἀφοῦ ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη). Εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν λανθασμένων ἐπιλογῶν μας.
Ἡ κακή χρήση τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς μας, τά κατέστρεψε ἀμφότερα.
Ἡ παράχρηση καί κατάχρηση τῶν ὀντολογικῶν δυνατοτήτων μας μᾶς ἐκφαύλισε.
Ἡ,  στήν ἐκκλησιαστική γλῶσσα, καλουμένη ἁμαρτία μᾶς ὁδήγησε στόν θανάσιμο τραυματισμό τῆς ὕπαρξής μας. «Τά ὀψώνια (ἀποτελέσματα) τῆς ἁμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. 6, 23) μᾶς διδάσκει ὁ ἀψευδής λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού εἶναι τό στόμα τοῦ Χριστοῦ.
Ἕνα πρᾶγμα μᾶς μένει: Ἡ εἰλικρινής μετάνοια. Ἄς βοήσουμε πρός τόν Θεόν: «Ἡμάρτομεν, ἠνομίσαμεν, ἠδικήσαμεν ἐνώπιον Σου». Ὁ Πολυεύσπλαχνος Κύριος δέχεται ὅλους τούς εἰλικρινῶς μετανοούντας καί τούς χαρίζει «τήν στολήν τήν πρώτην» ὅπως στόν ἄσωτο τῆς παραβολῆς. Ἡ πρώτη στολή εἶναι ἡ Θεία Χάρη τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος, ἡ Ὁποία μέ τήν μετάνοια καί τήν εἰλικρινῆ ἐξομολόγηση ἐπανενεργοποιεῖται. Ὁ Θεός εἴθε νά δώσει μετάνοια σέ ὅλους μας καί μάλιστα στούς διῶκτες τῆς Ἁγίας Του Ἐκκλησίας συμπεριλαμβανομένων καί τῶν διωκτῶν τοῦ σεβαστοῦ π. Ἐφραίμ καί τῶν πατέρων τῆς Ἱ.Μ. Βατοπεδίου.

[1] Ἁγίων Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου καί Μακαρίου τοῦ Νοταρᾶ, Φιλοκαλία τῶν Ἱερῶν Νηπτικῶν συνερανισθεῖσα παρά τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων, ἐν ᾗ διά τῆς κατά τήν πράξιν καί θεωρίαν ἠθικῆς φιλοσοφίας ὁ νοῦς καθαίρεται, φωτίζεται καί τελειοῦται καί εἰς ἥν προσετέθησαν τά ἐκ τῆς ἐν Βενετίᾳ ἐκδόσεως ἐλλείποντα κεφάλαια τοῦ μακαρίου Πατριάρχου Καλλίστου, ἔκδοσις Ε΄, ἐκδοτικός οἶκος «Ἀστήρ», Ἀλ. καί Ἐ. Παπαδημητρίου, Λυκούργου 10-Ἀθῆναι, 1982 (στό ἑξῆς: Φιλοκαλία),τόμος Α΄, ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ, ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΗΘΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ, ΕΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΙΣ ΡΟ΄σελ. 5: «Οἱ ἀπαίδευτοι καί ἰδιῶται, γελοῖον τούς λόγους λογίζονται καί οὐ θέλουσιν αὐτῶν ἀκούειν, ἐπειδή ἐλέγχεται αὐτῶν ἡ ἀπαιδευσία καί θέλουσι πάντα ὁμοίους αὐτοῖς ὑπάρχειν· τόν αὐτόν τρόπον καί οἱ ἀκόλαστοι τόν βίον καί τούς τρόπους, χείρονας αὐτῶν ἅπαντας σπουδάζουσιν εἶναι, τό ἀνέγκλητον ἑαυτοῖς, ἐκ τοῦ πλήθους τῶν κακῶν θηρᾶσθαι νομίζοντες· ἀπόλλυται καί θολοῦται ἡ ἄτονος ψυχή ὑπό τῆς κακίας, ἐχούσης ἐν αὐτῇ ἀσωτείαν, ὑπερηφανίαν, ἀπληστίαν, ὀργήν, προπέτειαν, λύσσαν, φόνον, ὀδυρμόν, φθόνον, πλεονεξίαν, ἁρπαγήν, πόνον, ψεῦδος, ἡδονήν, ὄκνον, λύπην, δειλίαν, νόσον, μῖσος, μέμψιν, ἀδυναμίαν, πλάνην, ἄγνοιαν, ἀπάτην, λήθην Θεοῦ· διά τούτων καί τῶν ὁμοίων τούτοις τιμωρεῖται ἡ ἀθλία ψυχή ἡ χωρίζουσα ἑαυτήν τοῦ Θεοῦ».