Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓ.ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ο ΚΑΙ 20ο ΑΙΩΝΑ!

O Ιωάννης Πάλλιος, μονάκριβος γιος του Σπυρίδωνος καί της Αικατερίνης Ζ. Βρίκου, Όρθοδόξων Ελλήνων εγκατεστημέ­νων από χρόνια στην πόλη της μεσημβρι­νής Ιταλίας Βαρλέττα, στις αρχές Νοεμβρίου του 1861 και σε ηλικία οκτώ χρόνων, προσεβλή­θη από βαρύτατο τυφοειδή πυρετό και πήγαινε διαρκώς στο χειρότερο επί δεκαεπτά ήμερες παρ'oλα τα μέσα της ιατρικής. Το πρωί της 17ης μέρας το παιδί ήταν πολύ βαριά. Ή όψη του έδειχνε «ιπποκρατική» σύμφωνα με την ιατρική ορολογία, οι σφυγμοί νηματώδεις και σχεδόν σβησμένοι, τα άκρα ακίνητα και παγωμένα, ή φωνή ανύπαρκτη και ή αναπνοή ρογχώδης. Γενικά ή κατάσταση του παρουσίαζε όλα τα σημάδια του ετοιμοθάνατου.
Γι' αυτό ή μητέρα του, που σ' όλο το διάστημα της αρρώστιας δεν έπαψε να κλαίει και να ικετεύει γονατιστή τον άγιο Σπυρίδωνα, την τρομερή εκείνη στιγμή πολλαπλασίασε τους θρήνους και τις δεήσεις της και ξαφνικά σαν να την παρακινούσε θεία έμπνευση φώναξε: «Θέλω να γίνει αμέσως τηλεγράφημα στους συγγενείς μου στην Κέρκυρα, ν' ανοίξουν τον άγιο και να κάμουν παράκληση για το Γιαννάκη μου. Ό άγιος βέβαια με τη μεσιτεία του προς το Θεό θα μου τον σώσει και θα μου τον χαρίσει, γιατί τον παρεκάλεσα και τον παρακαλώ μ' όλη την ψυχή και την καρδιά μου». Το τηλεγράφημα έγινε αμέσως και -ω του θαύματος!- κατά τις 11 το πρωί, τότε πού ανοίχθηκε ή λάρνακα του αγίου και έγινε ή παράκληση, ενώ το παίδι βρισκόταν στην ίδια και χειρότερη από το πρωί κατάσταση, ξαφνικά το έπιασε μια σπασμωδική κίνηση όλου του σώματος. Οι έκεϊ παρόντες γιατροί το θεώρησαν αυτό σαν την τελευταία απόπειρα ζωής. Άλλα στην πραγματικότητα ήταν ή αποτίναξη και το διώξιμο της θανατηφόρας αρρώστιας, χάρη στη μεσιτεία του αγίου προς το Θεό. Γιατί μετά άπο λίγο πέρασαν οι σπασμοί και ακολούθησαν άφθονοι ιδρώτες. Ό νέος άνοιξε αμέσως τα μάτια-τόυ,ανέλαβε και όψη και σφυγμούς και γενικά όλα τα σημεία της ζωής, ώστε όλοι, και οι γιατροί ακόμη, θαύμασαν και φώναξαν: «Πραγματικά έγινε θαύμα. Θαυμαστός ό Θεός εν τόϊς Άγίοις Αύτοϋ».
Μετά από αυτό άρχισε ή ανάρρωση, που προχωρούσε όμως κάπως αργά. Το παιδί έμενε ακόμη άφωνο και αυτό προξενούσε κάποια λύπη στους γονείς του. Άλλα ολοκληρώθηκε και ή ανάρρωση. Με τις πρεσβείες του αγίου και θαυματουργού Σπυρίδωνος, στις 11 Δεκεμβρίου, την παραμονή της γιορτής του, λύθηκε και ή γλώσσα του νέου και μίλησε. "Ετσι αποκαταστάθηκε εντελώς ή υγεία του, ώστε να δοξάζεται ό Θεός και ό πιστός Του υπηρέτης και θαυματουργός Σπυρίδων.

Το επόμενο θαϋμα διηγήθηκε ό μαθητής της Αστυνομικής Σχολής Κερκύρας Χρήστος Διαμαντούδης του Θεοχάρη, όπως το έζησε ό ίδιος. Το διηγήθηκε στην Ί. Μητρόπολη Κερκύρας και ήταν παρόντες ό Χαράλαμπος Κομνηνός του Βασιλείου, Αρχιφύλακας της Αστυνομίας Πόλεων, από τους Καββαδάδες Κερκύρας και ό Χρήστος Ί. Τσάτσαρης, μαθητής της Αστυνομικής Σχολής. Το επιβεβαίωσαν δε αυτόπτες μάρτυρες, μαθητές της Σχολής. Υπάρχει επίσης Πρακτικό της άφηγήσεως με τις υπογραφές των αυτόπτων μαρτύρων και του Χρ. Διαμαντούδη, με χρονολογία 14 Φεβρουαρίου 1935- Οι υπογραφές βεβαιώνονται με τη σφραγίδα της Σχολής και την υπογραφή του Διοικητού της Γ. Παπαδημητρίου.
Ημερομηνία 23 Φεβρουαρίου 1935. Το θαϋμα έχει ως εξής:
Στίς 12 Φεβρουαρίου 1935 ό μαθητής της Αστυνομικής Σχολής Κερκύρας Χρήστος Διαμα-ντούδης του Θεοχάρη από την Αρναία της Χαλκιδικής βρισκόταν στο μικρό καφενείο του Σπυρίδωνος Τριβυζά του Μαρίνου, κοντά στη Σχολή. Μαζί του ήταν οι μαθητές της ίδιας Σχολής Παναγιώτης Σκυλακάκης του Μιχαήλ, Σπυρίδων Καλούδης του Αλεξίου και Αριστείδης Γεωργακόπουλος του Γεωργίου. "Ολοι άκουγαν τον καφεπώλη Σπυρίδωνα Τριβυζά να διηγείται θαύματα του αγίου. Ό μαθητής Χρ. Διαμαντούδης έδειξε με όλη του τη στάση απιστία στα θαύματα που άκουγε και άνευλάβεια προς τον άγιο Σπυρίδωνα. Αμέσως όμως ένιωσε τις δυνάμεις του να παραλύουν και μια εσωτερική ταραχή τον έκανε να κινείται σπασμωδικά. Την ϊδια στιγμή ακούστηκαν στην πόρτα δυο δυνατά κτυπήματα, σαν νά'ριχνε κανείς πέτρες. Ό Χρήστος Διαμαντούδης ταραγμένος σηκώθηκε και- μπήκε στη Σχολή. Έγινε αμέσως αστυνομική ερευνά για την προέλευση των δύο κτύπων της πόρτας, αλλά δεν ήταν δυνατό να εξακριβωθεί τίποτε. Πέτρες δεν υπήρχαν, άφοϋ δεν είχαν πέσει. Έτσι διαπιστώθηκε ότι τα κτυπήματα δεν προήλθαν από ανθρώπινο χέρι.


Ή συζήτηση, πού είχε διακοπεί, συνεχίστηκε μετά την αναχώρηση του Διαμαντούδη. Άκού
στηκαν πολλά υπέρ και κατά της αλήθειας του γεγονότος. Ό Διαμαντούδης στο μεταξύ πάνω στην ταραχή του άρχισε να περιφέρεται στο διάδρομο της Σχολής, ενώ ήταν ώρα μελέτης. Ό αρχιφύλακας Χαραλάμπης Κομνηνός, πού τον συνάντησε, του έκαμε παρατήρηση γιατί αύτη την ώρα περιφερόταν στο διάδρομο. Ό Διαμαντούδης τότε του εξιστόρησε όσα έγιναν. Ό αρ­χιφύλακας μόλις άκουσε τα συμβάντα τον συμ­βούλεψε να μετανοήσει και να ζητήσει συγνώμη από τον άγιο. Ό Διαμαντούδης πέρασε άσχημα, με ανησυχία και ταραχή όλη τη νύχτα, γιατί κα­τά διαλείμματα άκουγε τους ίδιους χτύπους και δεν μπόρεσε καθόλου να κλείσει τα μάτια του και να κοιμηθεί. Με ανησυχία πέρασε και το πρωινό της άλλης μέρας, 13ης Φεβρουαρίου. Άμφιταλαντευόταν ανάμεσα στην πίστη και την απιστία, την ευλάβεια και την άνευλάβεια. Ό συμμαθητής και φίλος του Χρήστος Ί. Τσάτσαρης τον συμβούλεψε να πάει στην εκκλησία του αγίου Σπυρίδωνος, ν' ασπαστεί τη λάρνακα του αγίου, ν' ανάψει λαμπάδα και να ζητήσει συγ­γνώμη, τον συνόδεψε δε και ό 'ίδιος. Μόλις όμως μπήκαν στη θύρα του διαμερίσματος, οπού είναι ή λάρνακα με το ιερό λείψανο του αγίου, ό Διαμαντούδης αισθάνθηκε κάποια ισχυρή αόρατη δύναμη να τον σπρώχνει προς τα έξω και ανα­γκάστηκε να ακουμπήσει, φοβισμένος στη θύρα. Ό συμμαθητής του Χρήστος Τσάτσαρης πού τον συνόδευε με ολοφάνερο ευλαβικό φόβο, τον παρακίνησε να προχωρήσει και ν'ασπαστεί τη λάρνακα πού περιέχει το ιερό του αγίου λείψα­νο. Άλλ' αυτό στάθηκε αδύνατο. Τότε ό ιερεύς του ναού Κωνσταντίνος Σκαφιδάς, πού αντιλή­φθηκε τί γινόταν, έκρατησε τον Διαμαντούδη α­πό το χέρι,τον οδήγησε κοντά στην ιερή του α­γίου λάρνακα και έψαλλε παράκληση για να ξα­ναβρεί την υγεία του ό κατατρομαγμένος ασθε­νής μαθητής. Κατά την ώρα της δεήσεως ό μα­θητής Χρ. Διαμαντούδης αισθανόταν να βγαίνει από τη λάρνακα του ίερού λειψάνου μια αόρα­τη δύναμη, σαν ηλεκτρικό ρεύμα, πού περιέτρεχε το σώμα του και τον ζέσταινε. Συγχρόνως, ό­πως έπειτα διηγήθηκε ό ίδιος, άκουγε κρότο α­πό το εσωτερικό της λάρνακος. Κατά το διά­στημα της επόμενης νύχτας ό Διαμαντούδης ή­ταν κάπως ήσυχος. Τις πρωινές περίπου ώρες αποκοιμήθηκε και είδε στον ύπνο του τον άγιο Σπυρίδωνα ασπρομάλλη να τον κοιτάζει με ιλα­ρότητα. Το άλλο πρωί με ειλικρινή μετάνοια και ευλάβεια πήγε και πάλι στο ναό και προσκύνη­σε τα πόδια του αγίου ζητώντας συγχώρηση. Ή υγεία του αποκαταστάθηκε εντελώς, χωρίς τη μεσολάβηση γιατρών, και συνέχισε να φοιτά στη Σχολή δοξάζοντας το Θεό και ευγνωμονώ­ντας τον άγιο για τη σωματική και ψυχική σω­τηρία του.-

γιά το εκπληκτικό θαύμα που ακολουθεί έ­γραψε ή εφημερίδα «Κέρκυρα» στις 14 Σεπτεμβρίου 1937, χωρίς να αναφέρει ήμερομηνία κατά την οποία έγινε το θαϋμα. Το καλοκαίρι του 1937 είχε πάει από την Τεργέστη στο Μάριεμπαντ της Αυστρίας, όπου και παρα­θέριζε, ή οικογένεια Άφεντούλη, πρώην πολιτευτού της Θεσσαλίας. "Εμενε δε σ' ένα από τα με­γάλα ξενοδοχεία της πόλης, περιφραγμένο με κάγκελα. Μια μέρα (τέλος Ιουλίου ϊσως, ή τον Αύγουστο), ό μικρός γιος τους, δεκαετής περί­που, ζήτησε άδεια από τη μητέρα του να πάει σ'ένα κοντινό ζαχαροπλαστείο μ'ένα συνομήλι­κο του. Μόλις βγήκε τρέχοντας από την καγκελόπορτα, βρέθηκε μπροστά σ'ενα αυτοκίνητο που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Το αυτοκίνητο τον ανέτρεψε, πέρασε από πάνω του και χάθηκε. Ό μικρός έμεινε αναίσθητος στο δρόμο. "Ε­νας διαβάτης τον βρήκε και τον μετέφερε στο πλησιέστερο νοσοκομείο. Σύμφωνα με τη διά­γνωση των γιατρών είχε πάθει κάταγμα του με­τωπιαίου όστοϋ με έκχυση εγκεφαλικής ουσίας. Φώναξαν αμέσως τους γονείς και τους ανακοί­νωσαν ότι το κάταγμα ήταν πάρα πολύ σοβαρό και ή κατάσταση του παιδιού απελπιστική. Οι γονείς κάλεσαν αμέσως τους πιο διακεκριμέ­νους κρανιολόγους του Βερολίνου, της Βιέννης και των Παρισίων, καΐ ήρθαν αυθημερόν αερο­πορικώς. Ή διάγνωση τους όμως ήταν ή ίδια, δ­τι ή κατάσταση του παιδιού ήταν απελπιστική. Βρισκόταν τότε εκεί και ή μητέρα της γυναί­κας του Άφεντούλη Μαρία, σύζυγος του Κερκυ­ραίου Σπυρίδωνος Μάρμορα. Μόλις ακούσε ότι ή επιστήμη δεν μπορεί να θεραπεύσει το μικρό εγγονό της, λυπήθηκε υπερβολικά. Ξαφνικά θυ­μήθηκε τον άγιο Σπυρίδωνα και μάλιστα έλεγε πώς τη διαβεβαίωνε ότι θα θεραπευτεί το παιδί. Αμέσως μ'αύτό το συναίσθημα τηλεγράφησε στην πεθερά της στην Κέρκυρα ν'άνοιχτεί ή λά­ρνακα του αγίου και να ψάλει δέηση. Έτσι κι έ­γινε. Το ίδιο απόγευμα και κατά την ώρα της παρακλήσεως -θαϋμα παράδοξο!- ό μικρός Άφεντούλης, αν και ήταν σε αφασία και ετοιμο­θάνατος, άνοιξε τα μάτια του, είδε τη μητέρα του, της ψιθύρισε λίγες λέξεις και της άπλωσε τα χέρια του. Οι γιατροί πού τον παρακολου­θούσαν έμειναν κατάπληκτοι. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Γιατί είχαν αναγνωρίσει την αδυνα­μία της επιστήμης να επέμβει και ότι μόνο με θαύμα θα ήταν δυνατή ή θεραπεία του παιδιού. Πραγματικά. Ή κατάσταση του από κείνη τη στιγμή διαρκώς καλυτέρευε και χωρίς επέμβα­ση της επιστήμης θεραπεύτηκε, χάρη στη θαυ­ματουργική επέμβαση του αγίου Σπυρίδωνος.

Τό θαΰμα πού ακολουθεί έγινε στις 11 Αύγουστου 1946, κατά το τέλος της λιτανείας του ίερού λειψάνου του αγίου. Το μεταφέρουμε όπως δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Άγιοι Ιάσων και Σωσίπατρος».
«Ή αληθινή και γνήσια πίστις είναι προσόν και γνώρισμα καρδίας, ή οποία απαραιτήτως σέβεται και εύλαβείται τον Θεόν, υπακούουσα δε εις τον Νόμον Του αγωνίζεται εναντίον των πειρασμών και των δοκιμασιών δια να μη διαφθαρη και διαστραφή, δια να διατήρηση την ή-θικήν της έλευθερίαν από την δουλείαν της αμαρτίας και να συμμορφώνεται με το θεϊον θέλημα. Τοιαύτη πίστις αληθινή και γνήσια, θερμή και σταθερά, ήτο εδραιωμένη και εις την καρδίαν της Αικατερίνης συζύγου Βασιλείου Υφαντή εξ Ιωαννίνων, οδός Καβάσιλα 16. Και ή πίστις αυτή δια της χάριτος του αγίου Σπυρίδωνος εκ της παντοδυναμίας του Θεοϋ έθαυματούργησε προχθές την 11ην Αυγούστου, κατά την Λιτανείαν του ιερού λειψάνου του αγίου, και απέδωσε εις την γυναίκα αυτήν την όμιλίαν και την κίνησιν εις το παράλυτο πόδι της, τάς οποίας είχε χάσει προ πολλών ετών και τάς οποίας οι ιατροί, εις τους οποίους κατέφυγε, δεν ημπόρεσαν έπι τόσα έτη να της αποδώσουν. Ας άφήσωμεν όμως να όμιλήση ή ιδία ή θεραπευθεΐσα Αικατερίνη Υφαντή την 11ην Αυγούστου, ότε έγινε το θαΰμα.
«Πρό οκτώ έτών, -διηγείται ή ίδια ή γυναίκα πού έθεραπεύθη, έπιβεβαιούν δε ό άνδρας της και άλλοι γνωστοί της από τα Ιωάννινα- έπαθα συμφόρησιν, από την οποίαν έχασα την όμιλίαν μου και μου παρέλυσε το δεξί χέρι, έπειτα δε από τέσσαρα χρόνια έπαθα πάλιν και άλλην συμφόρησιν από την οποίαν μου παρέλυσεν και το δεξί πόδι. Επί οκτώ χρόνια δεν ημπορούσα να ομιλήσω. Με πολύν κόπον και μεγάλην άγωνίαν κατόρθωνα μερικές φορές να προφέρω καμμίαν λέξιν, πού μόλις ήκούετο, και έπειτα από πολλήν ώραν πάλιν με μεγάλην στενοχώριαν κατώρθωνα να προφέρω καμμίαν άλλην, ή ο­ποία όμως δεν είχε καμμίαν σειράν με την πρώτην λέξιν, και δι' αυτό δεν ημπορούσε κανείς να καταλάβη τίποτε. Συνεννοούμην μόνον με νεύ­ματα. Μετά την δευτέραν δε συμφόρησιν έμενα συνεχώς παράλυτος εις το κρεββάτι, ακόμη και δια τάς σωματικάς μου άνάγκας, η με μετέφε­ραν με την κουβέρταν. Επήγα εις τους ιατρούς, οί όποιοι όμως με άπήλπισαν ότι δεν θεραπεύο­μαι. Και τότε πλέον βασανισμένη και απελπι­σμένη από τους ιατρούς έγύρισα εις τον Θεόν και εις αυτόν έστήριξα τάς ελπίδας μου. Τον δο­ξάζω δε και τον προσκυνώ πού μ' έλυπήθηκε. Μίαν ήμέραν αναστέναξα δυνατά, σαν να έφώναξα, και με πολλήν στενοχώρια έπρόφερα τάς λέξεις 'αγίος Σπυρίδων' έμεινα δε πάλιν αμίλη­τη όπως και πρώτα. Ό άνδρας μου πού ήτο κο­ντά και με άκουσε, έκατάλαβε ότι του έζητούσα να με φέρη να προσκυνήσω το λείψανο του αγί­ου καί, χωρίς να διστάση καθόλου, πρόθυμα μου ύπεσχέθη να ικανοποίηση την έπιθυμίαν μου. Πράγματι δε την 10ην Αυγούστου, παραμονήν της Λιτανείας, με έβαλαν με τον υίόν μου εις μίαν κουβέρταν και με μετέφεραν είς το αύτοκίνητον με το όποιον κατεβήκαμε είς Ήγουμενίτσαν, έκεί δε πάλιν με την κουβέρταν με μετέφεραν είς την βενζίναν, και το ίδιο πάλιν εδώ είς την Κέρκυραν από κάτω από το λιμάνι μέχρι εδώ είς την έκκλησίαν, πού με έφεραν χθες το απόγευμα.
Από χθες το απόγευμα μέχρι σήμερα το πρωί έμεινα ξαπλωμένη κάτω εις τις πλάκες της Εκκλησίας, και άπ'αύτήν την θέσιν παρηκολούθησα τον έσπερινόν χθες το βράδυ και την Λειτουργίαν σήμερα το πρωί. Είς το Κοινωνικόν μάλιστα τους έκαμα νόημα και με επήραν βαστακτά και έκοινώνησα. Την Λιτανείαν την παρηκολούθησα είς την αρχήν όπως έβγαινε από την έκκλησίαν άπ' εδώ έξω πού είναι τα κάγκελα, όπου με επήραν ό άνδρας μου με τον υίόν μου. Από την στιγμήν δε πού άντίκρυσα τον άγιον έκλαια από συγκίνησιν και έπροσπαθοϋσα να ομιλήσω και να τον παρακαλέσω να με λυπηθή, αλλά παρ' ολην την προσπάθειαν δεν το κατωρ-θωνα. Όταν έπλησίαζε να τελείωση ή Λιτανεία και οι μουσικές ήκούοντο που έγύριζαν, έκαμα νόημα του ανδρός μου να με βάλη εμπρός εις τα σκαλιά του Πρεσβυτερίου άπ'όπου θα έπερνούσε ό άγιος.
Εκείνος ποτέ δεν μου αρνήθηκε τίποτε, καί, μόλις έκατάλαβε από τα νοήματα τί του έζητούσα, ύπήκουσε αμέσως και με μετέφερε εκεί πού του έδειξα. Οι αστυφύλακες μόλις με είδαν εκεί εμπρός εις τα σκαλιά του Πρεσβυτερίου, άρχισαν να με φωνάζουν και υποχρέωναν τόν άνδρα μου να με σήκωση.Βλέποντες όμως την επιμονή μου και τα δάκρυα πού έτρεχαν από τα μάτια μου συνεκινήθησαν και με άφησαν. Ή συγκίνησης μου πλέον πού θα με αξίωνε ό Θεός να πέραση ό άγιος άπ' επάνω μου ήταν μεγάλη. Αισθανόμουν μέσα μου ότι θα άνεκουφιζόμην. Αλήθεια! Μεγάλη ή Χάρις του! Δοξασμένο το όνομα του!
Σέ λίγο έτελείωσεν ή Λιτανεία. Έμβήκαν οι παπάδες εις την έκκλησίαν και συνέχεια έμβήκε και το λείψανο του αγίου, το όποιον έπέρασε από επάνω μου. Αμέσως δε μόλις έπέρασε το λείψανο έτρεξε ό άνδρας μου και βοηθούμενος από μίαν γυναίκα με έσήκωσαν δια να μη με πατήση ό κόσμος και μ'έπήραν εις το στασίδι. "Έπειτα από ένα τέταρτο όμως περίπου, άφού πλέον είχον τελειώσει όλα και είχον φύγει αρκετοί από την έκκλησίαν, αισθάνθηκα ότι έλύθηκε ή γλώσσα μου και ότι έγινε το πόδι μου καλά. Έδοκίμασα αμέσως να ομιλήσω και χωρίς να στενοχωρηθώ καθόλου τα κατάφερα αμέσως. Έδοκίμασα και το πόδι μου και παραδόξως το εκίνησα. Αμέσως χαρούμενη έπροσπάθησα να πατήσω και να σηκωθώ, στηριζομένη δε εις το στασίδι έσηκώθηκα ορθή και στηρίχθηκα εις το πόδι που είχα ακίνητο και παράλυτο τέσσαρα χρόνια. Ό άγιος με εγιανε. Τον προσκυνώ και τον δοξάζω'.
Πράγματι ό άγιος Σπυρίδων, τον όποιον έπροσκύνησε με εύλάβειαν και με κατάνυξιν ψυχικήν και συντριβήν έδοξολόγησε, την έθεράπευσε. Ή επίμονος και σταθερά πίστις της έθαυματούργησε. Ό Θεός πού δέχεται πάντοτε την δέησίν μας, όταν τον παρακαλοϋμεν με πίστιν, δια πρεσβειών του αγίου Σπυρίδωνος εδέχθη και την δέησίν της ταπεινής δούλης του και της απέδωσε την όμιλίαν πού είχε χάσει προ οκτώ ετών, και της έθεράπευσε ακόμη και το πόδι πού είχε άκίνητον και παράλυτον έπι τέσσερα έτη.Το θαύμα είχε συντελεσθη πλέον και είναι ήδη γεγονός. Έβεβαιώθησαν περί αύτού πολλοί άνθρωποι από όλας τάς τάξεις και τα επαγγέλματα, απλοϊκοί και αγράμματοι, και συγχρόνως πολλοί εγγράμματοι και επιστήμονες και με μεγάλα αξιώματα, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. "Ολοι σχεδόν οι προσκυνηται πού είχαν έλθει άπο τα περίχωρα, από τα χωριά, από την Ήπειρον και από άλλα μέρη, έκτος από τους κατοίκους της πόλεως, πληροφορούμενοι το γεγονός ήρχοντο καθ' όλην την ήμέραν εις τον ναόν του αγίου και περικυκλουντες την θεραπευθείσαν γυναίκα ύπέβαλλον αυτήν και τον άνδρα της καθώς και άλλους γνωστούς της εις λεπτομερή άνάκρισιν. Κατάπληκτοι δε ήκουον την ιδίαν την γυναίκα να διηγείται την προηγουμένην θλίψιν της, θαυμάζοντες δε δια την θεραπείαν της έδόξαζον τον Θεόν και τον άγιον, αποδίδοντες εις την Θείαν παντοδυναμίαν το θαύμα».


ΑΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ-Ι.Ν.Υπεραγίας Θεοτόκου Μεσοχωριτίσσης Δουκάδων
Γιά το επόμενο θαύμα υπάρχει στο αρχείο του ίεροΰ ναού του αγίου πρακτικό της 14ης Δεκεμβρίου 1948. Ή Αγγελική Παπαφλωράτου είχε γεννηθεί στο Αργοστόλι της Κεφαλλονιάς. Το 1948, σε ηλικία 42 χρόνων,ζοϋσε στην Πάτρα και ήταν άγαμος. Προ δεκαετίας είχε προσβληθεί από δαιμόνιο και, βασανιζόταν αρκετό καιρό. Οι γιατροί δεν μπόρεσαν να τη θεραπεύσουν. Την οδήγησαν όμως οι δικοί της στο ναό του αγίου Γερασίμου, όπου βρίσκεται και το σεπτό του λείψανο και θεραπεύτηκε. Ίσως μερικοί ακούγοντας αυτά να τα θεωρήσουν αστεία και ανάξια προσοχής αλλά είναι σύμφωνα με όσα το Ιερό Ευαγγέλιο λέει ότι έκαμε ό Χριστός, που είπε: «Αμήν, αμήν λέγω ύμιν, ό πιστεύων εις έμέ, τα έργα α εγώ ποιώ κάκείνος ποιήσει, και μείζονα τούτων ποιήσει». Δηλαδή: «Σάς βεβαιώνω ότι όποιος πιστεύει σε μένα τα θαυμαστά έργα που κάνω εγώ θα τα κάμει κι εκείνος και μεγαλύτερα ακόμη από αυτά θα κάμει». Και μόνο ή παραφροσύνη της απιστίας του ορθολογισμού αρνείται την αλήθεια του αγίου Ευαγγελίου.
Τον Όκτώβρη λοιπόν του 1947 προσέβαλε την Αγγελική Παπαφλωράτου ή ίδια δαιμονική νευρική κρίση. Υπέφερε σοβαρά και μόνο κατά μικρά διαλείμματα ησύχαζε κάπως. Την οδήγησαν και πάλι στο ναό του αγίου Γερασίμου, στην Κεφαλλονιά, όπου έμεινε αρκετές μέρες χωρίς όμως να θεραπευτεί. Ξαφνικά μια μέρα, πού τηνέπιασε πάλι ή κρίση, φώναξε τους συγγενείς της πού την συνόδευαν: «Δε θα μείνουμε εδώ. Στό Σπύρο θα πάμε». Οι συγγενείς της την οδήγησαν στο σπίτι της στην Πάτρα χωρίς να θεραπευτεί. Στίς 11 Δεκεμβρίου όμως, πού αρχίζει στην Κέρκυρα ή τριήμερη γιορτή του αγίου Σπυρίδωνος, έφθασε πολύ πρωί στο νησί. Τη συνόδευαν ή μητέρα της και άλλοι συγγενείς της. Την έφεραν στο ναό του αγίου καί, επειδή ήταν ήρεμη, εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και τήν οδήγησαν στον ιερέα. Εξομολογήθηκε και κοινώνησε τα άχραντα Μυστήρια.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας και όλη τη νύχτα έμεινε στο ναό και παρακολούθησε την αγρυπνία. Την άλλη μέρα 12 Δεκεμβρίου, ή Αγγελική Παπαφλωράτου με την επίβλεψη της μητέρας και των συγγενών της παρακολουθούσε την αρχιερατική Θεία Λειτουργία. Ήταν πεσμένη δεξιά στο βάθος του ναοϋ. Την ώρα της Μεγάλης Εισόδου, μόλις οι ιερείς βγήκαν με τα Άγια από τη θύρα του Αγίου Βήματος, ξαφνικά την έπιασε ή δαιμονική νευρική κρίση και φώναξε με φοβερές κραυγές: «Φεύγω, Σπύρο! Φεύγω, Σπύρο!» Ταυτόχρονα βγήκε από το στόμα της σαν λευκός καπνός δυνατή πνοή ανέμου.Ή Αγγελική θεραπεύτηκε. Αμέσως δε πήγε με τα γόνατα μαζί με τη μητέρα της και προ­σκύνησε τα πόδια του αγίου πού ήταν εκτεθει­μένος όρθιος για προσκύνηση, όπως συνηθίζεται αυτές τις μέρες. Το εκκλησίασμα παρακολούθη­σε με έκπληξη όσα έγιναν. Κατάλαβαν όλοι ότι έγινε θαύμα και με δάκρυα και φωνές συγκινή­σεως επικαλούνταν το όνομα του αγίου. Το θαϋμα διαπιστώθηκε και άπο τον Μητροπολίτη πού λειτουργούσε την ώρα εκείνη. Γιατί οι άγρι­ες φωνές της Παπαφλωράτου συντάραξαν όλο το εκκλησίασμα. Άπο τότε ή γυναίκα έμεινε ε­ντελώς υγιής.


Τόν ίδιο χρόνο 1948, στις 11 Δεκεμβρίου, την παραμονή της γιορτής του αγίου Σπυρίδωνος ήρθε στην Κέρκυρα ή σύζυγος του Κωνσταντίνου Δεμίρη άπο το Ζαγόρι της Ηπείρου και έφερε το γιο τους Γεώργιο 11 ε­τών, για να τον θεραπεύσει ό άγιος. Ό μικρός Γεώργιος είχε γεννηθεί άλαλος. Οι γονείς του εί­χαν καταφύγει σε πολλούς γιατρούς, αλλά ή επιστήμη δεν μπόρεσε να τον θεραπεύσει. Πριν να έρθουν στην Κέρκυρα είχαν επισκεφτεί για προσκύνημα τις περισσότερες εκκλησίες της Ηπείρου και παρακαλούσαν το Θεό για τη θεραπεία του παιδιού τους. Το 1948, λίγες μέρες πρίν από τη γιορτή του αγίου Σπυρίδωνος, ή μητέρα του παιδιού είδε στο όνειρο της ότι ό άγιος θεράπευσε το παιδί της. Διηγήθηκε στο σύζυγο της το όνειρο και εξέφρασε την επιθυμία να φέρει το παίδι στην Κέρκυρα, στην εκκλησία του αγίου, όπου έρχονται και τόσοι άλλοι άρρωστοι για θεραπεία. "Ετσι, με τη συγκατάθεση του συζύγου της, ή μητέρα πήρε το βουβό παιδί τους Γεώργιο και πεζοπορώντας από το Ζαγόρι έφθασαν κοντά στην Ηγουμενίτσα. Μόλις τότε βρήκε μέσο συγκοινωνίας. Άλλα δεν έχασε την ελπίδα της. Στις 11 Δεκεμβρίου, πού αρχίζει ό τριήμερος εορτασμός για τη μνήμη του αγίου, ήταν στην Κέρκυρα. Ήρθαν στο ναό του αγίου και προσευχήθηκαν με πίστη και στίς δύο αγρυπνίες και τη Θεία Λειτουργία της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου.
Στις 4 το απόγευμα αυτής της μέρας, πού γίνεται μέσα στο ναό λιτάνευση με τρεις περιφορές του ιερού λειψάνου του αγίου, πρίν τον τοποθετήσουν και πάλι στη Λάρνακα και τελειώσει το προσκύνημα, ή μητέρα έβαλε το παίδι να πέσει κάτω για να περάσει από πάνω του το ίερό και σεβάσμιο λείψανο. Και τότε, μόλις το ιερό του αγίου λείψανο που κρατούσαν οι ιερείς, πέρασε από πάνω του, ό άλαλος Γεώργιος Δεμίρης, σηκώθηκε γεμάτος χαρά και φώναξε στο εκκλησίασμα: «Γεια σας! Γεια σας!».
Από το πλήθος, πού κατάλαβε αμέσως ότι έγινε θαύμα, ακούστηκαν φωνές συγκινήσεως, δοξολογίας και ευχαριστίας προς το Θεό και τον άγιο. Μερικοί ναύτες πού βρέθηκαν κοντά στο παιδί, το σήκωσαν στην αγκαλιά τους για να το οδηγήσουν στην Αστυνομία, άφοϋ τον περιφέρουν στην αγορά. Άλλα ό πριν άλαλος και τότε θεραπευμένος Γεώργιος φώναξε: «"Οχι στην Αστυνομία! Στοϋ Πετεινού! Στοΰ Πετεινού!». Εννοούσε δε γνωστό άνθρωπο μ' αυτό το επίθετο, πού φιλοξένησε αυτόν και τη μητέρα του. Εξαιτίας αυτού του θαύματος το πλήθος του λαού αντί να διαλυθεί συγκεντρωνόταν περισσότερο στο ναό θέλοντας να δει το παίδι πού είχε θεραπευτεί. Τότε ό ιερεύς Κωνσταντίνος Σκαφιδας σήκωσε το Γεώργιο στην αγκαλιά του, ανέβηκε στα σκαλιά της Ωραίας Πύλης και τον έδειξε στο πλήθος, ενώ ό θεραπευμένος μικρός γεμάτος χαρά χαιρετούσε το πλήθος με το χέρι του και συγχρόνως έλεγε: «Γεια σας! Γεια σας!» Ευτυχισμένος δε για τη θεραπεία του γύρισε στο χωριό του με τη μητέρα του και παρέμεινε υγιής.
Παρόμοιο με το προηγούμενο είναι, και το έξης θαύμα, πού δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Ειδήσεων» της 5ης Απριλίου 1951
Στις 30 Μαρτίου στο χωρίο Καστρί της Ηπείρου, στην περιοχή της Ηγουμενίτσας, πέθανε ή μητέρα της Ευθυμίας Χίσα του Δονάτου. Από την ώρα εκείνη ή Ευθυμία, ηλικίας 32 χρόνων, έχασε τη φωνή της και δεν μπορούσε να μιλήσει. Ό αδελφός της Απόστολος Χίσας 25 ετών έφερε τη βουβή αδελφή του στην Κέρκυρα για να την εξετάσει γιατρός. Άλλα ή βουβή Ευθυμία με χειρονομίες και νεύματα έδειξε στον αδελφό της ότι ήθελε να την οδηγήσει στην εκκλησία του αγίου Σπυρίδωνος. Ήταν Τρίτη 3 Απριλίου και ώρα 8.30' βραδινή. Ή επιθυμία της έγινε. Ό ιερεύς Κωνσταντίνος Σκαφιδάς έκαμε σύντομη παράκληση και ζήτησε τη βοήθεια του αγίου. Διάβασε τη σχετική ευχή και σφράγισε την άρρωστη με τον Τίμιο Σταυρό, τον όποιο της έδωσε κατόπιν να ασπαστεί. Αμέσως ή βουβή Ευθυμία ξαναβρήκε τη φωνή και την ομιλία της. Και την άλλη μέρα, 4 Απριλίου, άφοϋ ασπάστηκε τα πόδια του αγίου έφυγε υγιής για την πατρίδα της.
Αύτός, ευλογημένοι Χριστιανοί, είναι ό βίος. Αυτά είναι τα πιο γνωστά από τα αναρίθμητα θαύματα του άγιου Σπυρίδωνος. Γιατί ποιος μπορεί στ'άλήθεια ν'άπαριθμήσει το πλήθος των θαυματουργηματων του; Ή Κέρκυρα είναι θεατής των απείρων θαυμάτων, πού ό άγιος με τη δύναμη του Χρίστου εξακολουθεί να κάνει. "Ολοι οι Όρθόδοξοι, και οι Δυτικοί ακόμη, μαρτυρούν και κηρύττουν τη θαυματουργική του χάρη.
Ιδιαίτερα όσοι ταξιδεύουν στη θάλασσα και όσοι ζουν σε θλίψεις και ανάγκες στον άγιο καταφεύγουν. Τα πολλά και πολύτιμα αφιερώματα πού βρίσκονται στο ναό του είναι περίτρανη απόδειξη των μεγάλων θαυμάτων του. "Οσοι με πίστη και κατάνυξη προσφεύγουν σ'αύτόν δε μένουν χωρίς απάντηση.
Γι'αύτό ας αναπέμψουμε όλοι οι Κερκυραίοι ομόφωνη δόξα και ευχαριστία προς τον πανάγαθο Θεό, πού παρεχώρησε στην αγαπημένη πατρίδα μας τέτοιον ιερό θησαυρό, το θαυμαστό και μέγιστο προστάτη μας άγιο Σπυρίδωνα, και ας ψάλλουμε: «Θαυμαστός ό Θεός εν τοις Άγίοις Αύτού».
Σ' Αυτόν ανήκει ή δόξα και, ή δύναμη, ή τιμή και ή προσκύνηση στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
πηγή-«Ο Άγιος Σπυρίδων ο θαυματουργός-
Εκδοση Ιεράς Μονής Παντοκράτορος Σωτήρος Χριστού Κερκύρας
επιμέλεια-http://www.proskynitis.blogspot.com/

ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ Η ΑΥΓΟΥΣΤΑ και το άφθαρτο λείψανό της στην Κέρκυρα


Η Αγία Θεοδώρα γεννήθηκε το 815 μ.Χ., στην Παφλαγονία της Μικράς Ασιάς.


Απέκτησε με τον εικονομάχο αυτοκρατορα Θεόφιλο έναν υιό το Μιχαήλ και πέντε θυγατέρες τη Θέκλα, την Άννα, την Αναστασία, την Πουλχερία και τη Μαρία.

Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική και θρησκευτική πάλη γύρω από το ζήτημα της λατρείας ή όχι των εικόνων, που είχε ξεκινήσει ήδη από το 730 μ.Χ., από τον ιδρυτή της δυναστείας των Ισαύρων Λέοντα τον Γ. Η διαμάχη αυτή χώρισε το Βυζάντιό σε δύο μέρη στους εικονολάτρες και στους εικονομάχους. Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος ακολούθησε εικονομαχική πολιτική. Με βασανιστήρια, διώξεις και καταστροφή ιερών κειμηλίων και εικόνων (π.χ. ασβέστωναν τις ιερές Εικόνες).

Η αυτοκράτειρα Θεοδώρα έμεινε πιστή στις θρησκευτικές αρχές που είχε διδαχθεί από τους γονείς της και μαζί με τα παιδία της κρυφά στα διαμερίσματα της αλλά και σ'; επισκέψεις στην μητέρα της, απέδιδαν τις πρέπουσες τιμές στους Αγίους. Αποκαλούσαν μητέρα και παιδία τις ιερές Εικόνες ''καλά νινιά'' για να μην καταλάβει κάτι ο αυτοκράτορας.

Το 842 μ.Χ. ο αυτοκράτορας Θεόφιλος αρρώστησε βαριά από δυσεντερία τόσο που παραμορφώθηκε το στόμα του και ο λάρυγγάς του είχε βγει έξω. Σε όραμά της η αυτοκράτειρα Θεοδώρα είδε, την άχραντο Θεοτόκο με το θείο βρέφος αγκαλιά, περιστοιχισμένη με λαμπροφορεμένους αγγέλους, οι οποίοι έδερναν το Θεόφιλο ανελέητα. Καθώς ξύπνησε άκουσε το σύζυγο της να λέει αναστενάζοντας,’’Αλίμονό σε μένα τον άθλιο και δυστυχή. Για τις αγίες Εικόνες με κτυπάνε.’’; η Θεοδώρα παρακαλούσε θερμά την εικόνα του Χριστού που είχε βγάλει από τα σεντούκια, να τον λυπηθεί.

Ξαφνικά ο Θεόφιλος άρπαξε και καταφιλούσε μια εικόνα, που σαν εγκόλπιο είχε κρεμασμένη ένας από τους παρευρισκομένους. Το θαύμα έγινε και το στόμα και ο λάρυγγάς του επανήλθαν στη φυσιολογική τους κατάσταση.

Με το θάνατο του συζύγου της το 842 ανέβηκε στο θρόνο ο ανήλικος υιός της Μιχαήλ σε ηλικία τριών ετών. Η Αυγούστα, ως επίτροπος του υιού της συγκρότησε και επικύρωσε τα πρακτικά της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας (787), κατέβασε από τον πατριαρχικό θρόνο τον εικονομάχο Ιωάννη, τον έβδομο και ανέβασε το Μεθόδιο. Επίσης αποφασίστηκε η οριστική αναστήλωση των ιερών Εικόνων.

Έδωσε εντολή ν' αφεθούν ελεύθεροι από τις φύλακες και να επιστρέψουν από τις εξορίες όσοι εξαιτίας των εικόνων είχαν βασανισθεί και διωχθεί. Με απόφαση Συνόδου το 842, συγκεντρώθηκαν στην Αγία Σοφία όσοι Πατέρες , μοναχοί , κληρικοί είχαν διασωθεί από την αυτοκρατορική οργή και μ'επικεφαλής την Αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τον υιό της Μιχαήλ, τέλεσαν λιτανεία των Ιερών Εικόνων με θυμιατά, λαμπάδες και επανέφεραν στους ναούς τις ιερές Εικόνες. Η εκκλησία μας τιμά και εορτάζει αυτό το γεγονός κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή των Νηστειών, η οποία ονομάσθηκε Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Όμως κηδεμόνας του Μιχαήλ ήταν ο αδερφός της Βάρδας, άνθρωπος ποταπός και ασεβής, που παρέσυρε σε ανόσιες πράξεις τον ανιψιό του. Αφού συκοφάντησε για κατάχρηση του αυτοκρατορικού ταμείου τη Θεοδώρα και πως επιβουλευόταν τον υιό της, κατάφερε να ξεσηκώσει το Μιχαήλ εναντίον της και την έκλεισε στο μοναστήρι των Γαστρίων μαζί με τις κόρες της.

Εκεί εξανάγκασε τον Πάτρωνα, αδερφό της Θεοδώρας να τις κάρει μοναχές, χωρίς τη θελήσή του, ενάντια στην ελευθερία του ατόμου και στους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας. Έζησε έως την κοίμηση της εκεί, διαπρέποντας στο μοναχικό βίο όπως και στον αυτοκρατορικό με τις αρετές και την πιστή της, στηρίζοντας τις κόρες τις. H αληθινή της ευσέβεια και η ορθόδοξη πίστη της, δεν άφησαν τη Θεοδώρα να παρασυρθεί από αλαζονεία, ματαιοδοξία για την βασιλική δόξα που είχε ζήσει, αλλά με πραγματική ταπείνωση έζησε εν Χριστώ.

Κοιμήθηκε στις 11 Φεβρουαρίου του 867, μετά την ανακομιδή το ιερό λείψανό της βρέθηκε άθικτο, ευωδίαζε μύρο και επιτελούσε πολλά θαύματα, η εκκλησία μας την ανακήρυξε Αγία. Το σεπτό σκήνωμα, φυλασσόταν έως το 1456 στην Κωνσταντινούπολη, μετά την πτώση της μεταφέρθηκε στον Μητροπολιτικό Ναό της Κέρκυρας.
Η μνήμη της τιμάται στις 11 Φεβρουαρίου



Κάθε χρόνο, μετά από απόφαση του μακαριστού Μητροπολίτου Τιμοθέου Τριβιζά το 1984, την Κυριακή της Ορθοδοξίας τελείται ιερά λιτάνευση του σεπτού σκηνώματος της Αγίας Θεοδώρας στην πόλη της Κέρκυρας. Yo

Ο βίος του Αγ.Αλεξάνδρου του Σβιρ,η θαυμαστή αφθαρσία του,η εμφάνιση της Αγ.Τριάδος και η Μονή του Αγίου(με πολλές φωτογραφίες)

1)O ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓ.ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΒΙΡ.
Ο Αγ.Αλέξανδρος του Σβιρ γεννήθηκε στις 15 Ιουνίου 1448 στα μέρη του Νοβγκοροντ σε μια οικογένεια ευλαβών χριστιανών.Ηταν το τρίτο παιδί του Στέφανου και της ΒασάιΤο βαπτιστικό του όνομα ήταν Αμώς.Ήταν πράος,υπάκουος,νηστευτής και όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία οι γονείς του θέλησαν να τον παντρέψουν.Εκείνος όμως στα 19 του χρόνια έφυγε για τη μονή Βαλαάμ.Περνώντας ο νεαρός Αμώς από τη λίμνη Ροτσίνσκ άκουσε μια φωνή να του λέει ότι σ΄αυτό το σημείο θα χτίσει ένα μοναστήρι.Τότε έλαμψε από πάνω του ένα φως και ένας άγγελος του έδειξε το δρόμο για το Βαλαάμ.Στο Βαλαάμ εκάρη μοναχός μετά από 7 χρόνια στα εικοσιέξι του και πήρε το όνομα Αλέξανδρος.Ο πατέρας ήρθε να τον βρει στο μοναστήρι και ο νεαρός Αλέξανδρος όχι μόνο τον καθησύχασε,αλλά και τον έπεισε να γίνουν αυτός και η μητέρα του μοναχοί.Πρόκοβε συνεχώς στα πνευματικά και δέκα χρόνια τα πέρασε εν σιωπή σ’ένα νησάκι.
Το σπήλαιο που ασκήτεψε ο Αγ.Αλέξανδρος του Σβιρ


Εδώ σε μια στενή και υγρή σπηλιά,η οποία ακόμη υπάρχει, ασκήτεψε ο Άγιος.
Το εσωτερικό του σπηλαίου
Μια μέρα ενώ προσευχόνταν άκουσε μια θεική φωνή να του λέει να πάει στον τόπο που κάποτε του είχε υποδειχθεί για να σωθεί.Ένα φως του έδειξε το μέρος στις όχθες της λίμνης(1485).Έμεινε εκεί μόνος επτά χρόνια, τρώγωντας μόνο χόρτα και υποφέρωντας από τις βαρειές ασθένειες και το ανυπόφορο κρύο.Το 1493 τον ανακάλυψε τυχαία ένας άρχοντας που είχε βγει για κυνήγι.Η φήμη του ως αγιασμένου ασκητή εξαπλώθηκε γρήγορα και πολλοί μοναχοί μαζεύτηκαν γύρω του,ενώ ο απλός λαός τον τιμούσε ως άγιο όταν ήταν εν ζωή


2)Ο ΑΓΙΟΣ ΜΕ ΤΗ ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΦΘΑΡΣΙΑ
Πιστεύεται, ότι ο Θεός διατήρησε το Λείψανο σε τόσο θαυμαστή κατάσταση αφθαρσίας, διότι ο Άγιος Αλέξανδρος είναι ο μόνος Άγιος μετά τον Πατριάρχη Αβραάμ, ο όποιος αξιώθηκε επισκέψεως της Αγίας Τριάδος με μορφή τριών Αγγέλων. Κατά την διάρκεια αυτής της επισκέψεως, ή Αγία Τριάς μέχρι που άγγιξε τον Άγιο, και αυτό το άγγιγμα προφανώς ήταν που έκανε το σώμα του απρόσβλητο στην φθορά. Θαυμαστός ο Τριαδικός Θεός, ο ενδοξαζόμενος εν τοις Άγίοις Αυτού!

Ό Άγιος Αλέξανδρος αναχώρησε για την Ουράνιο Βασιλεία την 30ή Αυγούστου του 1533, σε ηλικία 85 ετών.
Ό Άγιος Αλέξανδρος του Σβίρ εδοξάσθη με θαυμαστά σημεία και θαύματα κατά την διάρκεια της ζωής του και μετά την κοίμηση του. Το 1545, ο μαθητής και διάδοχος του Ηγούμενος Ηρωδίων συνέθεσε τον Βίο του. Το 1547 άρχισε ο τοπικός εορτασμός της μνήμης του και συν­ετέθη ή Ακολουθία του. Στις 17 Απριλίου του 1641, κατά την διάρ­κεια της ανακαινίσεως του Ναού της Μεταμορφώσεως, όπου ο Άγιος είχε ταφή, αποκαλύφθηκε τα άγιο Λείψανο του σε κατάσταση πλήρους Αφθαρσίας· έκτοτε, ή Εκκλησία εορτάζει την μνήμη του δύο φορές: την ήμερα της Κοιμήσεως του, 30ή Αυγούστου, και την ήμερα της επισήμου Διακηρύξεως της Αγιότητας του και της ανακομιδής του Ιερού Λειψάνου του, 17η Απριλίου.
Ό Άγιος Αλέξανδρος, όπως του υποσχέθηκε ή Υπεραγία Θεοτόκος, άφησε πίσω του μεγάλο πλήθος μαθητών, πολλοί από τους οποίους ηγίασαν και τιμώνται μέχρι σήμερα από την Εκκλησία του Θεού επί γης ως Άγιοι.
Έκτοτε, το αδιάφθορο άγιο Λείψανο του Άγιου Αλεξάνδρου αποτελούσε πηγή αγιασμού, προσκυνήσεως και θεραπείας: οι τυφλοί ελάμβαναν το φως τους, οι παραλυτικοί ελάμβαναν την δύναμη των ποδών τους, και όσοι έπασχαν από οποιαδήποτε ασθένεια, ελάμβαναν την πλήρη ίαση. Οι δαίμονες έφευγαν από τους δαιμονισμένους και στείρες γυναίκες συνελάμβαναν…
Θαυμαστός είναι ο Πανάγαθος Θεός εν τοις Αγίοις Αυτού, ο Όποιος δόξασε τον δούλο Αυτού σε αύτη την εφήμερη ζωή με θαύματα και σημεία, τα όποια εγίνοντο δια των χειρών του. Και μετά τον θάνατο του ακόμη αξίωσε να τοποθετηθεί το πάντιμο και ιερό Σκήνωμά του στην Εκκλησία Του, για να καταυγάζει από εκεί, ως μέγας φάρος, με τα πανένδοξα Θαύματα του!…


2α)Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΑΝΑΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΒΙΡ
Την 30ή Ιουλίου του 1998, οι πιστοί της Ρωσίας έσπευσαν κατά χιλιάδες να προσκυνήσουν το νεωστί ανακαλυφθέν ιερό Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ στον Ναό των Αγίων Σοφίας, Πίστεως, Αγάπης και Ελπίδος στην Αγία Πετρούπολη. Μετά απουσία περί­που 80 χρόνων, ένας από τους πλέον αγαπητούς Αγίους της Θηβαΐδος του Βορρά επέστρεψε στον τόπο των μοναχι­κών του αγώνων.
Οκτώ δεκαετίες ενωρίτερα, στις 5 Ιανουαρίου του 1918, οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν το μεγαλύτερο τμήμα της Ρωσικής Θηβαΐδος του Βορρά: την περιοχή γύρω από το Όλονετς και το Λοντέϊνογιε Πολιέ. Την αμέσως επομένη ήμερα οι Μπολσεβίκοι έκαναν την εμφάνιση τους στο Μοναστήρι του Σβίρ στην λειψανοθήκη του Αγίου Αλεξάνδρου. Ένα τέτοιο ταμείο αγιότητας αποτελούσε ένα προφανές εμπόδιο στον διάβολο και τα όργανα του, τα όποια είχαν καταλάβει τότε την γη της Ρωσίας. Όμως, στην περίπτωση εκείνη ήταν ανεξήγητα ανίκανοι να προκαλέσουν κάποια βλάβη στο Λείψανο του Αγίου ή να το μετακινήσουν. Οι Κομμουνιστές έκαναν ακόμη κάποιες απόπειρες και μόνον στην έκτη τους προσπάθεια, στις 20 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους (1918), κατόρθωσαν να μετακινήσουν το αδιάφθορο Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου. Τούτο εγκαινίασε την θλιβερή «εκστρατεία κατασχέσεως των λειψάνων», ή οποία συνεχίσθηκε από το 1919 ως το 1922, οπότε τα Λείψανα 63 Ρώσων Αγίων εκλάπησαν, υπεβλήθησαν σε «επιστημονικές εξετάσεις», παρουσιάσθηκαν ως «μούμιες», ή ακόμη και ως «κίβδηλα», σε αντιθρησκευτικά μουσεία ή κατεστράφησαν.
Κατά την περίοδο αυτήν, ολόκληρη ή βόρεια περιοχή της Ρωσίας μετεβλήθη σε ένα απέραντο στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Ή Θηβαΐδα του Βορρά βεβηλώθηκε και μολύνθηκε, αλλά ταυτοχρόνως και αγιάστηκε, γινομένη ένας Γολγοθάς από τους πολλούς στην Ρωσία. Ή Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ δοκίμασε την ίδια μοίρα των πολλών Μοναστηριών της περιοχής: έγινε στρατόπεδο συγκεντρώσεως, γνωστό ως «Σβίρλαγκ» («Στρατόπεδο του Σβίρ»). Αργότερα, έγινε διαδοχικά οίκος αναπήρων πολέμου, οίκος παιδιών, τεχνική σχολή και στρατόπεδο. Τελικά, το τμήμα της Αγίας Τριάδος της Μονής μετατράπηκε σε ψυχια­τρικό άσυλο, ένα μέρος του οποίου παραμένει τέτοιο μέχρι σήμερα.

Ή Μονή υπέστη άσχημες φθορές με την πάροδο των χρόνων. Όμως, ο Θεός δεν επέτρεψε να χαθεί το Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου. Μετά την κατάσχεση του από τους Μπολσεβίκους, πρώτα εφέρθη στο Λοντέϊνογιε Πολιέ. Ή τοπική επιτροπή των Τσεκιστών ζήτησε να γίνει μία έρευνα για την αυθεντικότητα του Λειψάνου. Εξετάσθηκε από Σοβιετικούς επιστήμονες με την ελπίδα αποδείξεως ότι ήταν κίβδηλο – μία απάτη της Εκκλησίας για την αποβλάκωση των πιστών. Όμως, προς αμηχανία των Μπολσεβίκων, τα αποτελέσματα τους επιβεβαίωσαν όσα είχαν καταγραφή κατά την πρώτη ανακάλυψη του Λειψάνου του Αγίου το 1641· ότι δηλαδή επρόκειτο πράγματι περί του Αγίου Αλεξάνδρου και ότι το σώμα του ήταν, σε εκπληκτικό βαθμό, αδιάφθορο. Το δέρμα του ήταν λευκό και ελαστικό. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήσαν καθαρά διακρινόμενα και έφεραν μία εντυπωσιακή ομοιότητα με τις εικόνες του Αγίου, οι οποίες αγιογραφήθηκαν μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνος. Ένας ακαδημαϊκός, ο Πέτρος Πέτροβιτς Ποκρύσκιν, δεν φοβήθηκε σε εκείνη την εποχή των διωγμών να γράψει μία θαρραλέα απάντηση στην αίτηση των Τσεκιστών: «Αναγνωρίζοντας ότι το Λείψανο του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ αποτελεί αναμφισβήτητα ιστορικό γεγονός, ή θέσης των οποίου πρέπει να είναι σε μία εκκλησία, ζητούμε να ληφθούν μέτρα για την διαφύλαξη Αυτού του εθνικού ιστορικοί θησαυρού».
Από το Λοντέϊνογιε Πολιέ το Λείψανο εφέρθη στην Αγία Πετρούπολη (τότε Πέτρογκραντ). Την εποχή εκείνη ήλθε εντολή από το Κομμισαριάτο της Δικαιοσύνης να τοποθετηθούν όλα τα Λείψανα σε μουσεία. Το Λείψανο του Άγιου Αλεξάνδρου έφέρθη στο ανατομικό μουσείο της πόλεως, το όποιο στεγαζόταν στην Στρατιωτική Ιατρική Ακαδημία. Εκεί το Λείψανο εξετέθη ως έκθεμα, αλλά έμεινε χωρίς εγγραφή -μία προφανής προσπάθεια από τους υπαλλήλους του μουσείου να αποκρυφθή. Ταυτόχρονα, έγιναν απόπειρες να επιδειχθούν ψεύτικα λείψανα του Αγίου στο κοινό, τα όποια δεν ομοίαζαν στην ιστορική του περιγραφή, ως μέρος σχεδίου των Κομμουνιστών να πλήξουν την Εκκλησία, άλλα αυτές οι απόπειρες απέτυχαν. Χάρις σε έναν από τους επιστήμονες, τον Β. Ν. Τόνκοβ, ο όποιος δεν ήταν «στρατευμένος αθεϊστής» όπως οι συνάδελφοι του, το Λείψανο παρέμεινε στην Στρατιωτική Ιατρική Ακαδημία της Αγίας Πετρουπολέως, εξορισμένο στην λήθη. Εκεί έμεινε για περίπου οκτώ δεκαετίες, με αναμονή της στιγμής, κατά την οποία, θεία πρόνοια, θα επέστρεφε στους πιστούς.
Στις 14 Ιουνίου 1997, περί­που έξι χρόνια μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού ολο­κληρωτισμού στην Ρωσία, το τμήμα της θείας Μεταμορφώ­σεως της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ επεστράφη ολόκληρο στην Εκκλη­σία. Το τμήμα της Αγίας Τριά­δος, το όποιο απέχει ένα τρίτο μιλίου από το έτερο τμήμα, επεστράφη μερικώς στην Εκ­κλησία στις 22 Σεπτεμβρίου 1998.
Ή έρευνα για τον Άγιο Αλέξανδρο άρχισε το 1997, με την ευλογία του Μητροπολίτου της Αγίας Πετρουπολέως Βλαδίμηρου. Τα περισσότερα ντοκουμέντα από την σοβιετική περίοδο είτε εχάθησαν είτε κατεστράφησαν, όμως οι προσευχητικές ερευνητικές προσπάθειες των Αδελφών της Γυναικείας Μονής της Αγίας Σκέπης Τερβενίτσι, υπό την καθοδήγηση του πνευματικού τους Πατρός, του Ηγουμένου Λουκιανού (Κουτσένκο), Προϊσταμένου τώρα της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου Σβίρ, ανταμεί­φθηκαν τελικά. Τον Δεκέμβριο Αυτού του έτους (1997) το Λείψανο του Αγίου ευρέθη! Όταν αυτό εξετάσθηκε, ήταν ακριβώς εφάμιλλο προς την αρχική περιγραφή της πρώτης ανακομιδής του Λειψάνου του 1641. Ήταν το ίδιο αδιάφθορο όσο και πριν από την κατάσχει του. Σύμφωνα με ανθρωπολόγους και εθνολόγους ειδικούς, το Λείψανο άνηκε σε άνδρα της φυλής των Βεπ-μιας πολύ μικρής ομάδος Φινλανδικής καταγωγής, ή οποία κατοικούσε στην περιοχή όπου ο Άγιος Αλέξανδρος γεννήθηκε και όπου αργότερα έκτισε την Μονή του.
Τελικά, μετά την έκτος πάσης αμφιβολίας απόδειξη της ταυτότητος του Αγίου, ο Μητροπολίτης Βλαδίμηρος έδωσε την ευλογία του, ώστε το πλήρες θείας Χάριτος Λείψανο να μεταφερθεί στον Ναό των Αγίων Μαρτύρων Σοφίας, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης για τέσσερις μήνες, προκειμένου να τεθεί σε δημόσια προσκύνηση προ της επιστροφής του στην Μονή του Αγίου. Πριν από την μεταφορά του Λειψάνου στον Ναό, έτελέσθη μία δέηση στην αίθουσα εξετάσεων της Ιατρικής Ακαδημίας. Προς έκπλησιν και πνευματική άγαλλίασιν των παρόντων, τα χέρια και τα πόδια του Αγίου άρχισαν να αναβλύζουν σταγόνες ευώδους μύρου, σαν ο Άγιος να έλεγε: «Ναι, σάς ακούω· εγώ είμαι»! Αυτή ή έκχυσης Χάριτος συνεχίσθηκε και όταν το Λείψανο μετεφέρθη στον Ναό. Ή ροή του ευώδους μύρου ήταν τόσο ισχυρή, ώστε πετούσαν μέλισσες κοντά στα πόδια του Αγίου.
Κληρικός Αλέξιος Γιάνγκ (τώρα Ιερομόναχος Αμβρόσιος) ήταν στην Αγία Πετρούπολη όταν το Λείψανο ευρέθη. Περιγράφων την εμπειρία της προσκυνήσεώς του, γράφει αυτός ο αμερικανός προσκυνητής: «Με έκπληξη είδα, ότι ο Άγιος δεν ήταν μόνον αδιάφθορος, αλλά το δέρμα του δεν είχε καθόλου σκουρύνει από την πάροδο πέντε περίπου αιώνων ήταν τόσο λευκό όσο κάποιου πού ζει σήμερα. Ασπαζόμενος τα ακάλυπτα πόδια του, μπορούσα να ιδώ τον σχηματισμό του θαυματουργού μύρου, σαν σταγόνες πλουσίου μέλιτος, μεταξύ των δακτύλων».
Εικόνες του Αγίου, οι όποιες ευλογήθηκαν στην λειψανοθήκη, άρχισαν ομοίως να αναδίδουν είτε μύρο είτε εύωδία. Ό Δόκι­μος Αλέξανδρος της Μονής του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ στεκόταν συνεχώς στην λειψα­νοθήκη, παρατηρώντας όχι μόνον την ποσότητα του ρέοντος μύρου, άλλα και τις θαυματουργικές θεραπείες, οι όποιες ελάμβαναν χώρα εκεί. θεραπεύθηκαν άνθρωποι με πολλές ασθένειες: παραλυτικοί, καρκινοπαθείς, πάσχοντες από δερματικές παθήσεις ή παθήσεις των οστών και δαιμονισμένοι.Μετά την μεταφορά του Λειψάνου στην Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου του Σβίρ τον Νοέμβριο του 1998, οι θεραπείες συνέχισαν να συμβαίνουν ενώπιον του. Ή ροή του μύρου επίσης συνεχίσθηκε απαραμείωτα. Παρατηρήθηκε, ότι αυτό το θαύμα αυξάνει σε ένταση όταν καταφθάνουν στην Μονή ομάδες ανθρώπων, στις όποιες δεν συμπεριλαμβάνονται μόνον πιστοί, άλλα και αμφισβητίες επίσης. Μέχρι και σήμερα ή Μονή καταγράφει τα θαύματα, τα όποια τελούνται στο Λείψανο του Αγίου του Θεού



3)Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ
Το μέγα αυτό θαύμα έγινε ως εξής. Το έτος 1508 σε ηλικία 60 ετών αφ` ότου ο όσιος Αλέξανδρος άρχισε τότε να ασκείται με αγώνες που υπερβαίνουν την ανθρώπινη δύναμη σε πείνα, δίψα και στην αν­τοχή του ψύχους, ελπίζοντας ότι με το πρόσκαιρο αυτό ψύχος του χειμώνα θα αποφύγει τη μέλλουσα αιώνια κόλαση. Οι δαίμονες όμως, βλέποντας να καταπολεμούνται απ' τον Όσιο και καταλα­βαίνοντας ότι επρόκειτο να εξοστρακιστούν απ' αυτόν, προσπάθη­σαν απ' την αρχή να τον τρομοκρατήσουν. Εμφανίζονταν άλλοτε μεν σαν θηρία και άλλοτε σαν φίδια πού έτρεχαν κατεπάνω του με συριγμούς και θηριώδη αγριότητα και του προκαλούσαν πολλούς άλλους πειρασμούς.

Μια νύχτα ό όσιος Αλέξανδρος πήγαινε προς το μοναχικό ερημητήριο του οπού συνήθιζε να προσεύχεται μόνος του, όταν ξα­φνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα αναρίθμητο πλήθος δαιμόνων, σαν νάταν στρατός πολύς, και άρχισαν να πηδούν κατεπάνω του με μανία, να τρίζουν τα δόντια τους, ενώ απ' το στόμα τους φαινόταν έβγαινε μια μεγάλη φλόγα και με λύσσα να του φωνάζουν:
Φύγε, φύγε απ' αυτόν τον τόπο, αναχώρησε γρήγορα απ' εδώ, για να μην πεθάνεις με θάνατο κακό.
Ό Όσιος όμως, σαν καλός μαχητής του Ιησού Χριστού οπλι­σμένος με προσευχή, δεν τρομοκρατήθηκε καθόλου απ' αυτούς, γιατί γνώριζε την ασθενική δύναμη τους. Και ή προσευχή ,του έβγαινε από το στόμα του σαν πύρινη φλόγα και κατέκαψε και αφάνισε όλες τις ανίσχυρες λεγεώνες των δαιμόνων.
Ό όσιος Αλέξανδρος συνέχισε τότε το δρόμο του και ήρθε στο μοναχικό ερημητήριο του όπου έκανε τις συνηθισμένες προσευχές του στο Θεό, οπότε ξαφνικά ένας άγγελος με λαμπρά ενδύματα παρουσιάστηκε μπροστά του. Βλέποντας τον ό Όσιος αισθάνθηκε φόβο και τρόμο και πέφτοντας στο έδαφος έμεινε εκεί σαν νεκρός. Ό άγγελος τον έπιασε από το χέρι και του είπε:
Είμαι άγγελος Κυρίου και ό Θεός με έστειλε να σε διαφυλάξω απ` όλες τις απάτες του πονηρού διαβόλου και να σου υπενθυμίσω τα θεια οράματα πού είχες δει σ' αυτόν τον τόπο πού έχεις εγκατα­σταθεί- γιατί οι εντολές Του πρέπει να εκτελεστούν- ό Κύριος σε εξέλεξε να γίνεις οδηγός σε πολλούς για τη σωτηρία τους. Σού δη­λώνω ότι το θέλημα του Θεού είναι να χτίσεις σ' αυτόν τον τόπο μια εκκλησία στο όνομα της Αγίας Τριάδος, να συγκεντρώσεις αδελ­φούς και να ιδρύσεις μοναστήρι.
Κι αφού είπε αυτά ό άγγελος έγινε άφαντος.
Ό όσιος Αλέξανδρος όμως αγαπούσε την ησυχία και ήθελε να ζήσει σ' αύτη όλες τις μέρες της ζωής του- γι' αυτό προσευχόταν όλο και περισσότερο στο Θεό να τον ελευθερώσει από κάθε απάτη του εχθρού. Κάποτε πού είχε απομακρυνθεί απ' την καλύβα του και όπως το συνήθιζε προσευχόταν μερικές ώρες συνέχεια, ξαφνικά εμ­φανίστηκε πάλι ό άγγελος Κυρίου και του είπε:
-Αλέξανδρε, όπως σου είπα την προηγούμενη φορά, φτιάξε μια εκκλησία, συγκέντρωσε αδελφούς και ίδρυσε μοναστήρι, γιατί πολ­λοί πού επιζητούν να σωθούν θα έρθουν σε σένα και πρέπει να τους οδηγήσεις «εις οδόν σωτηρίας».
Και λέγοντας αυτά ό άγγελος έγινε και πάλι άφαντος.
Κατά το 1508 πάλι, πού ό Όσιος συμπλήρωνε τον 23ο χρόνο σ' αυτή την έρημο κι ενώ ήταν στο ερημικό κελί του μια νύχτα και κατά τη συνήθεια του προσευχόταν, ξαφνικά στο σημείο πού βρι­σκόταν έλαμψε ένα μεγάλο φως. Ό Όσιος ξαφνιάστηκε και σκέφ­τηκε: «Τι να σημαίνει αυτό;» Και αμέσως είδε τρεις ανθρώπους να έρχονται προς αυτόν ντυμένοι με λαμπρά, λευκά ενδύματα. Ήταν ωραιότατοι και αγνοί, λάμποντας περισσότερο απ' τον ήλιο και αστράφτοντας με μια ανέκφραστη ουράνια δόξα.. Καθένας τους κρατούσε στο χέρι κι ένα σκήπτρο. Όταν τους είδε ό Όσιος έτρεμε ολόκληρος, γιατί τον κατέλαβε φόβος και τρόμος Και μόλις συν­ήλθε λίγο προσπάθησε να τους προσκυνήσει μέχρι το έδαφος. Εκείνοι όμως τον έπιασαν απ' το χέρι, τον σήκωσαν και του είπαν:
Έχε ελπίδα, μακάριε, και μη φοβάσαι.
Και ό Άγιος είπε:
-Κύριοι μου, εάν βρήκα κάποια χάρη ενώπιον σας, πέστε μου ποιοι είστε πού, ενώ έχετε τόση δόξα και λαμπρότητα, καταδεχθήκατε να έρθετε προς το δούλο σας, γιατί ποτέ μου δεν είδα κανένα με τέτοια δόξα όπως εσείς.
Εκείνοι του απάντησαν:
-Μη φοβάσαι, άνθρωπε θείων επιθυμιών, γιατί το Άγιο Πνεύμα ευαρεστήθηκε να κατοικήσει σε σένα για την αγνότητα της καρδιάς σου και όπως σου προείπα πολλές φορές έτσι και τώρα σου λέω ότι πρέπει να φτιάξεις εκκλησία, να συγκεντρώσεις αδελφούς και να δημιουργήσεις μοναστήρι, γιατί με σένα ευδόκησα να σώσω πολλές ψυχές και να τους φέρω στην επίγνωση της αλήθειας.
Ακούγοντας αυτά ό Όσιος γονάτισε και πλημμυρισμένος από δάκρυα είπε:
- Κύριε μου, ποιος είμαι εγώ ό αμαρτωλός, ό χειρότερος απ' όλους τους ανθρώπους, πού θα ήμουν άξιος ν' αναλάβω τέτοιες ευ­θύνες, σαν κι αυτές για τις οποίες μου μίλησες; Είμαι αδύνατος για ν' αποδεχτώ τέτοια αποστολή. Γιατί εγώ ό ανάξιος δεν ήρθα σ' αυτόν τον τόπο για να κάνω αυτά πού με προστάζεις, αλλά μάλλον για να κλάψω τις αμαρτίες μου.
Μόλις είπε αυτά ό Όσιος κειτόταν κάτω στο έδαφος και ό Κύ­ριος τον έπιασε πάλι απ' το χέρι, τον σήκωσε και του είπε:
-Σήκω όρθιος, πάρε θάρρος και δύναμη και κάνε όλα όσα σε πρόσταξα.
Ό Όσιος απάντησε:
- Κύριε μου, μη θυμώνεις μαζί μου πού τόλμησα να σου αντιμιλήσω- πες μου, σε τίνος το όνομα θέλεις να τιμάται ή εκκλησία πού ή αγάπη Σου για το ανθρώπινο γένος θέλει να χτιστεί σ' αυτόν τον τόπο;
Και ό Κύριος είπε στον Όσιο:
Όπως βλέπεις τον ένα να σου μιλάει με τρία πρόσωπα, φτιάξε την εκκλησία στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της Αγίας Τριάδος «εν μια τη ουσία». Σου αφήνω την ειρήνη Μου και ή ειρήνη Μου πού σου χαρίζω θα είναι μαζί σου.
Και ξαφνικά ό Όσιος είδε τον Κύριο με απλωμένα φτερά να βαδίζει στο έδαφος, σαν να περπατούσε με τα πόδια, και μετά έγινε άφαντος.
Ό όσιος Αλέξανδρος ήταν συνεπαρμένος από πολλή χαρά και φόβο και ευχαρίστησε θερμά γι' αυτό το Θεό, πού τόσο αγαπάει το ανθρώπινο γένος. Μετά άρχισε να σκέπτεται πώς και πού θα χτίσει την εκκλησία. Αφού σκέφτηκε πολύ και προσευχήθηκε γι' αυτό στο Θεό, άκουσε ξαφνικά μια μέρα μια φωνή να του μιλάει από ψηλά. Κοιτάζοντας προς τα πάνω ό Όσιος είδε έναν άγγελο του Θεού πού φορούσε μανδύα και κουκούλια να στέκεται στον αέρα με απλωμένα φτερά και με τον ίδιο τρόπο πού άλλοτε εμφανίστηκε στο μεγάλο Παχώμιο, με τα χέρια του τεντωμένα προς τον ουρανό να λέει: «Εις Άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Και μετά είπε στον Όσιο:
- Αλέξανδρε, ας χτιστεί ή εκκλησία σ' αυτόν τον τόπο στο όνομα του Κυρίου πού εμφανίστηκε σε σένα με τρία πρόσωπα, του Πατρός και του Υιού και του Άγιου Πνεύματος, της αδιαιρέτου Τριάδος.
Και λέγοντας αυτά σημείωσε στον τόπο εκείνο το σημείο του σταυρού με το χέρι του και έγινε άφαντος. Ό Όσιος ευφράνθηκε πολύ με το όραμα αυτό, δοξολόγησε το Θεό πού δεν παρείδε τη δέηση του και στο σημείο αυτό τοποθέτησε ένα σταυρό.


4)ΜΙΚΡΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ
Η Ιερά Μονή του Αγ.Αλεξάνδρου του Σβιρ βρίσκεται 260 χιλιόμετρα από την Αγ.Πετρούπολη και 21 χιλιόμετρα από την περιοχή Lodeynoye.Το μοναστήρι ιδρύθηκε από τον Αγ.Αλέξανδρο στα τέλη του 15ου αιώνα στο παρθένο δάσος του Olonets κοντά στη γραφική λίμνη Roshinsky και γρήγορα έγινε γνωστό, συρρέοντας πλήθος κόσμου ενώ και η μοναστική αδελφότητα γρήγορα έγινε μεγάλη.

Στη μονή υπάρχουν η πέτρινη εκκλησία της Αγίας Σκέπης,δωρεά του τσάρου Βασιλείου,ο καθεδρικός ναός της Μεταμορφώσεως του Χριστού όπου βρέθηκε το άφθαρτο λείψανο του Αγ.Αλεξάνδρου,o ναός της Αγίας Τριάδος χτίστηκε το 1791,αντικαθιστώντας έναν παλαιότερο ξύλινο ναό τον οποίο είχε κτισεί ο ιδρυτής της μονής.Το 1685 ανηγέρθη ο ναός των αγίων Ζαχαρίου και Ελισάβετ,ενώ εκεί υπάρχει και ο ναός του Αγ.Ιωάννη του Δαμασκηνού.
Για την κατασκευή των ναων και των κτιρίων βοήθησαν αυτοκράτορες,δούκες,βασιλείς,βογιάροι και ευγενεις .
Η μονή γνώρισε εισβολές εχθρών,λεηλασίες,πυρκαγιές,αλλά και αυστηρή μοναχική ζωή.Ηταν ένα από τα πλούσια μοναστήρια,με ανεκτίμητους θυσαυρούς γι’αυτό και το 1918 ήταν ένα από τα πρώτα μοναστήρια του οποίου η περιουσία κατασχέθηκε από τους μπολσεβίκους.Τότε εκτελέστηκαν και πολλοί μοναχοί της μονής μαζί με τον ηγούμενο,ενώ η μονή μετατράπηκε σε φυλακές ,οίκο αναπήρων πολέμου,τεχνική σχολή ,στρατόπεδο,ενώ ένα μέρος της μονής μετατράπηκε σε ψυχιατρικό άσυλο το οποίο λειτουργεί και σήμερα.
Το 1997 η νέα αδελφότητα χρειάστηκε να εργαστεί σκληρά για να αναστηλωθεί η μονή ενώ το 1998-μετά από 80 χρόνια- επέστρεψε στη μονη το λείψανο του ιδρυτή της μονής Αγ.Αλεξάνδρου,το οποίο είχαν παρατημένο σε μια γωνιά της στρατιωτικής ακαδημίας της Αγ.Πετρούπολης οι μπολσεβίκοι