Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ σημασία του στὴν ζωή μας

Τοῦ Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Καθηγουμένου τῆς Ἱ. Μ. Γρηγορίου
Οἱ ὀδυνηρὲς καὶ ἀνίατες ἀσθένειες, ὁ θάνατος προσφιλῶν μας προσώπων, ὅπως καὶ ὁ ἰδικός μας θάνατος, ἡ ἀδικία, ἡ ἀχαριστία καὶ περιφρόνησις, οἱ διωγμοὶ ποὺ ἐνίοτε ὑφιστάμεθα, ἡ πτωχεία καὶ ἄλλες δοκιμασίες, ἀποτελοῦν εὐκαιρίες πού, ἂν τὶς χρησιμοποιήσουμε σωστά, μᾶς συσταυρώνουν καὶ συνεγείρουν μὲ τὸν Χριστό.
Ἂν ἀγανακτήσουμε, ζημιωνόμαστε πνευματικά. Ἂν τὶς δεχθοῦμε παθητικά, στωικά, γιατὶ δὲν μποροῦμε νὰ κάνουμε διαφορετικά, πάλι δὲν ὠφελούμεθα. Ἂν ὅμως τὶς δεχθοῦμε ὡς ἐπίσκεψι Θεοῦ καὶ ὡς εὐκαιρίες γιὰ τὴν πνευματική μας τελείωσι, τότε πολὺ εἶναι τὸ κέρδος. Ἡ ἑκούσια ἀποδοχὴ τοῦ πόνου ὡς Σταυροῦ, ὡς δώρου τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν πνευματική μας τελείωσι, μᾶς ἀνεβάζει στὸ ὕψος τῶν ἁγίων μαρτύρων. Ὁ Χριστιανὸς π.χ. ποὺ στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου ὀδυνᾶται καὶ ὑπομένει καὶ εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, ἀναδεικνύεται σὲ ὁμολογητὴ τῆς δυνάμεως τῆς πίστεως καὶ σὲ σύγχρονο μάρτυρα, ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ Σταυροῦ μεταβάλλει τὸ ἀκούσιο τοῦ πόνου σὲ ἑκούσιο.
Ἁγιορείτης ἀσκητὴς εἶπε ἐνδεικτικά: Ἕνα «δόξα σοι ὁ Θεὸς» τὴν ὥρα ποὺ πονᾶμε, ἔχει μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ χίλια «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», ὅταν δὲν πονᾶμε.
Ὁ συσταυρωμένος μὲ τὸν Χριστὸ Παῦλος, ὁ φέρων στὸ σῶμα του τὰ στίγματα τοῦ Χριστοῦ, μᾶς ἐβεβαίωσε ὅτι: «εἰ ὑπομένομεν, καὶ συμβασιλεύσομεν» (Β ́ Τιμ. β ́, 12). Αὐτὴν τὴν στάσι ἔδειξαν στὰ παθήματα τῆς ζωῆς ὅλοι οἱ Ἅγιοι, μὲ κορυφαῖο τὸν μακάριο καὶ πολύαθλο Ἰώβ, ποὺ γι’ αὐτὸ θεωρεῖται καὶ τύπος Χριστοῦ. Ὁ Ἰὼβ ἦταν δίκαιος, δὲν ἦταν ἀσεβὴς καὶ ἁμαρτωλός. Καὶ ὅμως παρεχώρησε ὁ Θεὸς νὰ περάση ἀβάστακτους πόνους, ἐνῷ ἄλλοι ἀσεβεῖς εὐημεροῦσαν.[...]
Κατὰ ἕνα ἰδιαίτερο τρόπο συμμετεῖχε στὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ ἡ Θεοτόκος, «συμπράττουσα καὶ συμπάσχουσα τῇ δι’ αὐτῆς ὑψοποιῷ κενώσει τοῦ Λόγου» (ἡ Θεοτόκος συνέπραττε καὶ συνέπασχε μὲ τὸ νὰ συνεργήση στὴν ὑψοποιὸ κένωσι τοῦ Λόγου), κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ.1 Ἀπὸ τὴν ἐκ Πνεύματος Ἁγίου σύλληψι, στὴν ἁγία γαστέρα της, τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ της, ἄρχισαν καὶ οἱ δοκιμασίες της. Μὴ μπορώντας ὁ Ἰωσὴφ νὰ ἐξηγήση τὴν ὑπερφυῆ σύλληψι καὶ ἐγκυμοσύνη της «ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν» (Ματθ. α ́, 19). Μεγάλη ἔπρεπε νὰ εἶναι τότε ἡ ὀδύνη τῆς ἁπλῆς καὶ ἀσήμου κόρης Μαρίας.
Δοκιμασία καὶ οἱ δυσκολίες νὰ βρεθῆ τόπος ἐν τῷ καταλύματι γιὰ νὰ γεννήση τὸν Μονογενῆ της. Σπανίως γυναίκα ἔγκυος καὶ ἑτοιμόγεννη δὲν εὑρίσκει τόπο νὰ γεννήση.
Δοκιμασία ἡ προσπάθεια τοῦ Ἡρώδου νὰ φονεύση τὸ Θεῖο Βρέφος, δοκιμασία καὶ ἡ φυγή τους στὴν Αἴγυπτο. Ἄστεγη στὴν Βηθλεέμ, πρόσφυγας στὴν Αἴγυπτο.
Δοκιμασία καὶ ἡ ἀγωνία, ὅταν κατὰ τὸ προσκύνημά τους στὰ Ἱεροσόλυμα ἔχασε ἐπὶ τριήμερο τὸν δωδεκαετῆ Ἰησοῦ.
Κάθε πόνος καὶ κατατρεγμὸς τοῦ Ἰησοῦ κατὰ τὴν τριετῆ του δράσι ἦταν καὶ ἰδική της δοκιμασία.
Ἂς ἀκούσουμε τὸν ἅγιο Νικόλαο Καβάσιλα: «Καὶ συμμετεῖχε μὲ τὸν Υἱό της στὴν αἰσχύνη καὶ στὶς ὕβρεις καὶ σὲ ὅλα ὅσα ἀποκάλυπταν τὴν φτώχεια, στὴν ὁποία ἦρθε γιὰ χάρη μας. Καὶ ἀνεχόταν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ φαινομενικοῦ πατέρα του, τοῦ Ἰωσήφ, καὶ μακροθυμοῦσε, παίρνοντας τὸ μέρος τοῦ Υἱοῦ της γιὰ τὴν δική μου σωτηρία…
Κι ὅταν ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους εὐεργετοῦσε τὸν φθονοῦσαν καὶ τὸν μισοῦσαν, ἡ Παρθένος πονοῦσε μαζί Του καὶ δεχόταν τὰ βέλη τοῦ μίσους των…
Ὅταν πάλι χρειάσθηκε νὰ ὑποφέρη γιὰ μᾶς ὁ Σωτὴρ καὶ νὰ πεθάνη, πόσο μεγάλες ἦσαν οἱ ὀδύνες, μὲ τὶς ὁποῖες τοῦ συμπαραστάθηκε ἡ Παρθένος! Τί βέλη τὴν διαπέρασαν! Γιατὶ κι ἂν ὁ Υἱός της ἦταν μόνο ἄνθρωπος καὶ τίποτε ἄλλο, τίποτε ὀδυνηρότερο δὲν θὰ μποροῦσε νὰ προσθέση κανεὶς σὲ μιὰ μητέρα. Ἀλλὰ τώρα εἶναι ὁ μόνος Υἱός της, ποὺ τὸν ἔφερε στὸν κόσμο μόνη της, κατὰ τρόπο παράδοξο, ποὺ δὲν λύπησε ποτὲ οὔτε τὴν ἴδια οὔτε κανένα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἀντίθετα, τοὺς εὐεργέτησε ὅλους τόσο, ὥστε νὰ ξεπεράση ὅλες τὶς προσδοκίες τους. Τί λοιπὸν συναισθήματα εἶναι φυσικὸ νὰ εἶχε ἡ Παρθένος, ὅταν ἔβλεπε τὸν Υἱό της σὲ τόσο φοβερὲς ὀδύνες, αὐτὸν ποὺ ἦταν ὁ εὐεργέτης τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, «τὸν πρᾶον, τὸν ταπεινὸν τῇ καρδίᾳ», αὐτὸν ποὺ δὲν ὑπῆρξε ποτὲ «ἐρίζων οὐδὲ κραυγάζων», τὸν ὁποῖον κανεὶς ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κατηγορήση γιὰ τὸ παραμικρό, ὅταν τὸν ἔβλεπε νὰ σέρνεται ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ἄγρια θηρία, νὰ γυμνώνεται, νὰ δέρνεται, νὰ κρίνεται ἄξιος τῆς χειρότερης καταδίκης, νὰ πεθαίνη τὸν ἐξευτελιστικότερο θάνατο μαζὶ μὲ τοὺς ἁμαρτωλότερους ἀνθρώπους, ἔξω ἀπὸ κάθε ἔννοια δικαιοσύνης καὶ νόμου, ὅπως συμβαίνει σὲ τυραννικὰ καθεστῶτα; Προσωπικὰ πιστεύω ὅτι τέτοια ὀδύνη ποτὲ σὲ κανένα ἄνθρωπο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξη…
Γι’ αὐτὸ τὴν ὥρα τῶν παθῶν κατέλαβε τὴν Παρθένο θλίψη ὑπερβολικὴ καὶ ἀπερίγραπτη, τέτοια ποὺ παραπλήσια ποτὲ δὲν ἔνοιωσε ἄνθρωπος. Γιατὶ αὐτὴ εἶδε τὴ σταύρωση σὰν μητέρα, ἀλλὰ καὶ σὰν ἄνθρωπος μὲ σωστὴ κρίση, σὰν κάποιος ποὺ μπορεῖ νὰ διακρίνη καθαρὰ τὴν ἀδικία.
Γιατὶ ἔπρεπε νὰ λάβη μέρος σὲ κάθε τι ποὺ ἔκανε ὁ Υἱός της γιὰ τὴν σωτηρία μας. Ὅπως τοῦ μετέδωσε τὸ αἷμα καὶ τὴν σάρκα της κι ἔλαβε ἀμοιβαῖα μέρος στὶς δικές του χάριτες, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ἔλαβε μέρος καὶ σὲ ὅλους τοὺς πόνους καὶ τὴν ὀδύνη του. Κι αὐτὸς βέβαια καρφωμένος στὸν Σταυρὸ δέχθηκε στὴν πλευρὰ τὴν λόγχη, ἐνῷ διαπέρασε τὴν καρδιὰ τῆς Παρθένου ρομφαία, ὅπως ἀνήγγειλε ὁ ἁγιώτατος Συμεών. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μαρτύρια τὰ προξενοῦσαν οἱ «κύνες» ἐκεῖνοι ἀπὸ κοινοῦ στὸν Υἱὸ καὶ στὴ μητέρα. Τὸ ἴδιο καὶ ὅταν χρησιμοποιώντας παλαιοτέρους λόγους του τὸν κατηγοροῦσαν σὰν ἀλαζόνα, κι ὅταν τὸν ὀνόμαζαν πλάνο κι ἀγωνίζονταν ν’ ἀποδείξουν τὴν πλάνη του».2
Ὁ δίκαιος Συμεὼν κατὰ τὴν Ὑπαπαντὴ εἶχε προφητεύσει ὅτι ρομφαία θὰ περνοῦσε τὴν ἁγία ψυχὴ τῆς Θεοτόκου.
Αὐτὴ ἡ ρομφαία πολλὲς φορὲς τὴν ἐπόνεσε. Πάντα ὅμως ὑπέμενε καὶ ἐπιτελοῦσε, κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, «ἆθλον τῆς ἀπαραμίλλου καρτερίας».
Καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψι τοῦ Υἱοῦ της, πάλι ἀνάμεσα στοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς πρώτους Χριστιανοὺς πρώτη αὐτὴ σηκώνει τὸν Σταυρὸ τῶν διωγμῶν, τοὺς στηρίζει καὶ τοὺς καθοδηγεῖ στὸ ἀποστολικό τους ἔργο. Ὅπως τότε στὴν Σταύρωσι τοῦ Υἱοῦ της «εἱστήκει παρὰ τῷ Σταυρῷ» καὶ συνέπασχε καὶ συσταυρωνόταν μαζί Του, ἔτσι καὶ μετὰ τὴν Ἀνάληψί Του αὐτὴ σηκώνει τὸν Σταυρὸ τῆς Ἐκκλησίας καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ συμπάσχουσα μητέρα τῶν Χριστιανῶν.
Παραπομπές
1. Ἁγ. Γρηγ. Παλαμᾶ, Εἰς τὴν Κοίμησιν, Ε.Π.Ε., τ. 10, σελ. 443.
2 . Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, ἐνθ’ ἀνωτ. σελ. 209-213.
Πηγή: Περιοδικὸ Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος, τόμος 18, Ἅγιον Ὄρος, 1993
Πειραϊκὴ Ἐκκλησία – Τεῦχος 225