Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012



Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ
 Πρεσβ. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Νέου Φαλήρου Πειραιώς
Εν Πειραιεί  3-7-2012
Ο Όσιος Πατήρ ημών Νικόδημος ο Αγιορείτης ο Νάξιος, ο εξαίρετος και σοφώτατος αυτός Μοναχός, ο οποίος υπήρξε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας υψηλό υπόδειγμα μοναχικής αγιότητος και κορωνίδα της μορφωτικής συμβολής και της πολυποικίλου και ευρυτάτης συγγραφικής επιδόσεως του ορθοδόξου μοναχισμού, γεννήθηκε στη νήσο Νάξο των Κυκλάδων το 1749. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Νικόλαος Καλλιβούρτσης.
Έχοντας εκ νεαράς ηλικίας την μεγάλη κλίση προς τον μοναχικό βίο, αφού εκπαιδεύθηκε καταλλήλως από οσίους άνδρες, κατέληξε στο Άγιον Όρος, στην Ιερά Μονή του Διονυσίου, όπου εκάρη Μοναχός και έλαβε το όνομα Νικόδημος.        
Εκεί επεδόθη στη συγγραφή παμπόλλων θαυμασίων και ψυχοφελεστάτων συγγραμμάτων. Αφού έζησε βίο θεάρεστο, εξεδήμησε εις Κύριον την 14ην Ιουλίου 1809.
Η πληθώρα των έργων, που συνέγραψε και εξέδωσε, τον κατατάσσει μεταξύ των πολυγραφωτάτων διδασκάλων της Ορθοδόξου Θεολογίας και ηθικής, όπως επίσης και της εκκλησιαστικής υμνολογίας, της αγιολογίας και του κανονικού δικαίου.
Τα πολυπληθή έργα του συνετέλεσαν και συντελούν πάντοτε σε ψυχική ωφέλεια, σε ηθική τόνωση και σε πνευματική μεταρσίωση˙ σε κατάνυξη προς μίμηση Χριστού και προς επιστροφή και μετάνοια˙ σε πνευματική άσκηση για τελειοποίηση˙ σε πραγματικά πνευματικά γυμνάσματα, ώστε να ακολουθήσουμε τον δρόμο της πνευματικής δράσεως προς άνοδο.
Τα έργα του εν συνόψει είναι τα εξής:
α) «Φιλοκαλία», β) «Ευεργετινός», γ) «Περί συνεχούς Μεταλήψεως», δ) «Αλφαβηταλφάβητος», ε) «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον», στ) «Άπαντα Συμεών του Νέου Θεολόγου», ζ) «Εξομολογητάριον», η) «Αόρατος Πόλεμος», θ) «Νέον Μαρτυρολόγιον», ι) «Πνευματικά Γυμνάσματα», ια) «Νέον Εκλόγιον», ιβ)«Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά τα σωζόμενα», ιγ) «Πηδάλιον», ιδ) «Εγκώμια Επιταφίου», ιε) «Νέον Θεοτοκάριον», ιστ) «Χρηστοήθεια των Χριστιανών», ιζ) «Ευχολόγιον», ιη)«Ερμηνεία των Καθολικών Επιστολών», ιθ)«Ερμηνεία των Επιστολών του Αποστόλου Παύλου», κ) «Ερμηνεία ε[ις τούς ΡΝ΄ Ψαλμούς του προφητάνακτος Δαβίδ», κα) «Κήπος Χαρίτων», κβ) «Βίβλος Βαρσανουφίου», κγ) «Υπομνήματα Αγίων Ανδρών Αγιορειτών», κδ) «Νέος Συναξαριστής», κε) «Ομολογία της εαυτού Πίστεως», κστ) «Εορτοδρόμιον», κζ) «Νέα Κλίμαξ» κ.α.[1]
Ο Όσιος Πατήρ ημών Νικόδημος αναγνωρίσθηκε επισήμως τον Ιανουάριο του 1995 κατατασσόμενος στη χορεία των Οσίων υπό της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου, η οποία προσηκόντως εξετίμησε «την πάγκοινον αγιορειτικήν ομολογίαν περί της έργω μεμαρτυρημένης και εκ των συγγραφών αυτού βεβαιωμένης βαθείας πίστεως, πλήρους ταπεινώσεως και αξιομιμήτου βιοτής» και εντάχθηκε στο Συναξάριο των Αγίων και Οσίων ανδρών της  Εκκλησίας, όπως πολλοί άλλοι νεομάρτυρες και Όσιοι.
Η Εκκλησία ανέδειξε πολλούς νέους Αγίους και για να έχουμε πλήρη επίγνωση της εννοίας, η οποία αποδίδεται στη λέξη «νέοι Άγιοι», τονίζουμε ότι μόνο χρονολογικώς κατατάσσουμε τους Αγίους σε «παλαιούς» και «νέους»˙ «παλαιοί» ονομάζονται οι Άγιοι, που μαρτύρησαν από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια μέχρι πριν την Τουρκοκρατία, (1ος – α΄μισό 15ου αιώ.) ενώ «νέοι» ονομάζονται οι Άγιοι, που μαρτύρησαν από την περίοδο της Τουρκοκρατίας (β΄ μισό 15ου αιώ.) και επέκεινα. Με την έννοια, όμως, της διαβαθμίσεως η Εκκλησία διδάσκει ότι οι Άγιοι όλων των εποχών είναι ίσοι απέναντι του Θεού και κατατάσσονται στους ουρανίους χορούς των Αποστόλων ή Μαρτύρων ή Προφητών ή Ιεραρχών ή Οσίων ή Δικαίων ανάλογα με την πίστη και τη ζωή τους.
Αλλά, επειδή κάποιοι ενίοτε δεν παραδέχονται ότι υπάρχουν άγιοι πάντοτε στον κόσμο είναι χρήσιμο να παρατηρήσουμε τα εξής :

Άγιοι καθίστανται όσοι ζουν Χάριτι Θεού κατά Θεόν, όσοι, δηλαδή, εν ζωή πολιτεύονται με Ορθοδοξία και Ορθοπραξία και μετά θάνατον αφθαρτίζονται, μυροβλύζουν και θαυματουργούν. Καθόλου δεν έχουν τεθεί χρονικά όρια για την εμφάνιση των Αγίων, γιατί το ίδιο το Πνεύμα το Άγιον δεν έχει όρια ως Θεός και γιατί οι Άγιοι αποτελούν τον καρπό της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος και την επιβεβαίωσή Του. Αφού το Πνεύμα το Άγιον δεν έπαυσε να υπάρχει, αλλά θα παραμένει «έως της συντελείας του αιώνος», κατ’ αντιστοιχίαν ούτε οι Άγιοι έπαυσαν να υπάρχουν, αλλά υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντοτε. Η Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική, Ορθόδοξος Εκκλησία είναι μία «μηχανή» – ας μας επιτραπεί ο όρος – παραγωγής Αγίων. Στην Ορθόδοξο Εκκλησία τους Αγίους τους αναδεικνύει ο Θεός και η συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας, σε αντίθεση με την αίρεση του Παπισμού, όπου εκεί τους ανακηρύττει ένας κτιστός, ατελής, υπερήφανος και αμετανόητος άνθρωπος, ο αιρετικός Πάπας[2].
Ο Όσιος Νικόδημος, ως Πατήρ της Εκκλησίας και ως κατεξοχήν φορεύς του θεολογικού πνεύματος, δεν έλεγε τίποτα δικό του, τόσο επί των δογματικών ζητημάτων όσο και επί των πνευματικών. Δεν έπρεπε και δεν μπορούσε να πει δικά του πράγματα. Του αρκούσε η οικείωση του απεράντου θεολογικού θησαυρού και η βίωση της ζωής των θείων Πατέρων. Αφού απέμαξε πολλές γνώσεις από τους Πατερικούς θησαυρούς και εναρμόνισε την αγία ζωή του με αυτή των Πατέρων, διδάχθηκε κι αυτός από το ίδιο Πνεύμα, από το οποίο διδάχθηκαν και οι Πατέρες. Έγινε διδακτός Θεού και αυθεντικός Θεολόγος, δηλαδή θεόπτης και έπασχε τα θεία. Τότε οι γνώσεις έγιναν κτήμα του και ο νους του δεν είχε περιθώρια να παράγει κάτι νέο, αφ’ ενός μεν διότι έβλεπε και κατανοούσε το ασφαλές, το έγκυρο και το αλάνθαστο της Πατερικής σοφίας, αφού αυτή αποτελεί αγιοπνευματικό καρπό, αφ’ ετέρου δε εξαιτίας της άκρας και υψοποιού ταπεινώσεώς του. Έτσι, συνετώς και ταπεινώς φρονών, καταφεύγει διαρκώς στους Πατέρες και με τον τρόπο αυτό τα έργα του αποτελούν την συμπύκνωση των προγενεστέρων Πατέρων.
Σ’ αυτή την κατάσταση βρισκόταν ο Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, επικαλούμενος πάντοτε τους Πατέρες, ενώ αυτός ήταν όλος εκτός κόσμου και εντός της θεωρίας του Θεού.
Μεγίστη, επίσης, υπήρξε η συμβολή του και στην πνευματική ανόρθωση του Γένους στην κρίσιμη τότε εποχή της Τουρκοκρατίας, αφού αναδείχθηκε ο μοναδικός εκλαϊκευτής της Ορθοδόξου Θεολογίας σε όλους τους επιμέρους τομείς της˙ ασκητική, θεωρητική, μυστική, λειτουργική, ηθική, φιλολογία, υμνολογία, δογματική, Κανονικό Δίκαιο και εξομολογητική[3].  
Δικαίως, λοιπόν, τιμάται ο Όσιος Πατήρ ημών Νικόδημος, όπως οι μεγάλοι Άγιοι της αρχαίας Εκκλησίας και αποτελεί, όπως εκείνοι, καύχημα της Ορθοδοξίας. Δείγμα της ευαρεστήσεως του Αγίου Τριαδικού Θεού προς το πρόσωπό του είναι και η αφθαρσία της Τιμίας Κάρας του, η οποία βρίσκεται αποτεθησαυρισμένη στο κελλί των Σκουρταίων στις Καρυαίς του Αγίου Όρους.
Ας μας επιτραπεί στη συνέχεια να αντλήσουμε σήμερα λίγο «ύδωρ ζων» από την αγιοπνευματική πηγή του Οσίου Νικοδήμου και να λάβουμε μία γεύση αυτής της άνωθεν κατερχομένης σοφίας, αναφερόμενοι συνοπτικά σ’ ένα πολύ επίκαιρο και καυτό θέμα ˙ «Η αίρεση του παπισμού κατά τον Όσιο Νικόδημο», δεδομένου ότι στις αποκαλυπτικές και έσχατες αυτές ημέρες, που ζούμε, η Αγία Ορθοδοξία, ακόμη κι εδώ στην αγιοτόκο και ηρωοτόκο Ορθόδοξη  Ελλάδα μας, υφίσταται καίρια πλήγματα από την παναίρεση του Οικουμενισμού, ο οποίος προωθείται από Ορθοδόξους λαϊκούς θεολόγους και από Ορθοδόξους κληρικούς, ιερείς, αρχιμανδρίτες, επισκόπους, αρχιεπισκόπους και πατριάρχες, οι οποίοι κανονικά πρέπει να ονομάζονται οικουμενιστές και οι οποίοι θέλουν να υποτάξουν την Ορθοδοξία στην αίρεση του Παπισμού. Γι’ αυτό και τελευταία γίνεται πολύς λόγος για την «ένωση των Εκκλησιών» χωρίς να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι τεράστιες και ανυπέρβλητες δογματικές διαφορές, αν και ο όρος αυτός είναι θεολογικά αδόκιμος, αφού η Μία, Αγία, Καθολική, Αποστολική, Ορθόδοξος Εκκλησία ποτέ δεν διασπάσθηκε, για να ενωθεί τώρα, αλλά οι Παπικοί και όλοι οι αιρετικοί, παραχαράττοντας την άπαξ παραδοθείσα τοις αγίοις πίστη, αποσχίσθηκαν από την Ορθόδοξο Εκκλησία και τοποθέτησαν τον εαυτό τους εκτός αυτής και βεβαίως δεν αποτελούν Εκκλησίες, αλλά αιρετικές παρασυναγωγές.
Ποιά είναι, λοιπόν, η θέση του Οσίου Νικοδήμου έναντι του Παπισμού και των Λατίνων ή Φράγκων;
Ο Όσιος Νικόδημος, πρωταγωνιστής του κινήματος των Κολλυβάδων, ανανέωσε την θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά μαζί με τους άλλους Αγίους Κολλυβάδες (Άγιο Αθανάσιο Πάριο και Άγιο Μακάριο Κορίνθου) τον 180 αιώ., μόνο και μόνο για να μη περάσει ο επικινδύνως εισαγόμενος τότε δυτικός Διαφωτισμός ή μάλλον σκοταδισμός και εργάσθηκε για να αποτραπούν εξ ίσου τόσο οι εξισλαμισμοί όσο και οι εκλατινισμοί. Ο μακαριστός Αγιορείτης Γέροντας, μεγάλος θεολόγος και ομολογητής των καιρών μας, μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης στην κλασική και μοναδική για την πληρότητά της μονογραφία «Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης˙ ο βίος και τα έργα του», γράφει σχετικώς: «Ο Άγιος Πατήρ γινώσκων και εξ ιδίας πείρας εκ της κατ’ ανάγκην αναστροφής του εν Νάξω, ποίον κίνδυνον διέτρεχον οι Ορθόδοξοι εκ του προσυλητισμού των, γράφει ταύτα : ‘…οι Ορθόδοξοι εκείνοι όπου συναναστρέφονται με τους Λατίνους και ακούουν τας ψευδολογίας των και τα άλλα απατηλά τους λόγια, δύνανται να ωφεληθούν μεγάλως εις αυτήν την πίστιν και την ευσέβειαν, το κεφάλαιον των καλών, από τον ενταύθα βίον του θείου Μελετίου του Ομολογητού, διατί θέλουν καταλάβει εξ αυτού, πόσον μισητή και βλάσφημος είναι η τούτων αίρεσις, ώστε οπού ο ίδιος ο Θεός έδειξεν εις έλεγχον αυτών και κατηγορίαν μεγάλα και αναντίρρητα θαύματα, τα οποία ο φιλευσεβής αναγνώστης πρέπει να αναγινώσκη, διά να γνωρίζη το φως της ιδικής μας Ορθοδοξίας και το σκότος της εκείνων κακοδόξου αιρέσεως…»[4].
Σε άλλο σημείο παραθέτει ο μακαριστός μοναχός Θεόκλητος γράμμα του Οσίου Νικοδήμου προς τον πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄, που εφησύχαζε τότε στην Ι. Μ. Ιβήρων, σχετικά με την επιθυμία Λατίνου μοναχού να γίνει Ορθόδοξος, το οποίο έχει ως εξής : «Παναγιώτατε, Θειότατε και προσκυνητέ μου Αυθέντα και Δέσποτα και Οικουμενικέ Πατριάρχα. Ο του παρόντος διακομιστής, καταγόμενος εκ της Ουγγαρίας και βαπτισμένος ή μάλλον ειπείν, καταβαπτισμένος ων και μεμολυσμένος τω των Λατίνων μολύσματι, προσέρχεται δι’ εμού τη Παναγία Υμών Κορυφή, ζητών θερμώς, όπως βαπτισθή τω της καθ’ ημάς Ανατολικής του Χριστού Εκκλησίας ορθοδόξω βαπτίσματι. Παρακαλούμεν ουν αυτός και εγώ την χριστομίμητον και αποστολικήν καρδίαν υμών, ίνα διά διστίχου σας επιταγής αποστείλητε τον ρηθέντα αμόναχον και αμύητον μοναχόν, προς τον τη του Παντοκράτορος Μονή Βλάχον Παπα-Γρηγόριον τον πνευματικόν, ίνα εκείνος ως ομογενής και ομόγλωσσος μυήση και αναγεννήση αυτόν διά του καθ’ ημάς βαπτίσματος, όπως και αυτός και εγώ εκτενέστερον δεώμεθα του Θεού, ίνα μετά των άλλων σωτηριωδών καταθυμίων και πλοός αισίου απολαύση και προς τον Οικουμενικόν Αυτής θρόνον κατευοδωθείη και δράση του αγαθού μιμήματα εις κοινήν παντός του χριστεπωνύμου λαού ωφέλειαν. Ης και τας ευχάς εξαιτούμενος, μένω κηρυττόμενος. Ελάχιστος υμών δούλος, Νικόδημος»[5].
Βλέπουμε, λοιπόν, πώς αντιμετωπίζει ο Όσιος Νικόδημος «την μισητήν και βλάσφημον αίρεσιν των Λατίνων» και πώς αποκαλεί το βάπτισμα των Λατίνων μόλυσμα και μεμολυσμένους όσοι βαπτίσθηκαν μ’αυτό;
Για να μην υπάρχει πάντως καμμία αμφιβολία για το τί πίστευε ο Όσιος Νικόδημος για τους Λατίνους και για το βάπτισμά τους, μεταφέρουμε εδώ όσα σχετικά λέγει στο Πηδάλιο: «Όλη τούτη η θεωρία, όπου έως τώρα εκάμαμεν εδώ, δεν είναι περιττή, μάλιστα είναι αναγκαιοτάτη, απλώς μεν διά κάθε καιρόν, μάλιστα δε την σήμερον διά την μεγάλην λογοτριβήν και αμφισβήτησιν, όπου γίνεται διά το των Λατίνων βάπτισμα, όχι μοναχά αναμεταξύ ημών και των Λατίνων, αλλά και μεταξύ ημών και των Λατινοφρόνων. Λοιπόν, ακολουθούντες εις τα ειρημένα, επειδή ο τύπος του αποστολικού κανόνος το απαιτεί, λέγομεν ότι το των Λατίνων βάπτισμα είναι ψευδώνυμον βάπτισμα και διά τούτο, ούτε κατά τον λόγον της ακριβείας είναι δεκτόν, ούτε κατά τον λόγον της οικονομίας. Δεν είναι δεκτόν κατά τον λόγον της ακριβείας, α΄ διατί είναι αιρετικοί. Ότι δε οι Λατίνοι είναι αιρετικοί, δεν είναι καμμία χρεία επί του παρόντος να κάμωμεν καμμίαν απόδειξιν. Αυτό γάρ τούτο, όπου τόσον μίσος και τόσην αποστροφήν έχομεν ήδη τόσους αιώνας προς αυτούς είναι μία φανερά απόδειξις, ότι ως αιρετικούς τους βδελυττόμεθα, ότι λογής δηλαδή και τους Αρειανούς, ή Σαβελλιανούς, ή πνευματομάχους Μακεδονιανούς… β΄ οι Λατίνοι είναι αβάπτιστοι, διατί δεν φυλάττουσι τας τρεις καταδύσεις εις τον βαπτιζόμενον, καθώς άνωθεν η Ορθόδοξος Εκκλησία παρά των Αγίων Αποστόλων παρέλαβεν».         
Από αυτήν την τοποθέτηση προκύπτει ότι στην Ορθόδοξη Παράδοση τους αιρετικούς δεν τους τιμούμε και ότι ο πάπας και οι Λατίνοι είναι αβάπτιστοι και επομένως όχι μόνο κάποια εκκλησία δεν εκπροσωπούν, αλλά πρέπει να τους βάλλουμε στην τάξη των κατηχουμένων. Άρα χωρίς βάπτισμα ούτε Ιερωσύνη μπορούν να έχουν, ούτε αποστολική διαδοχή και ούτε να αποτελούν «αδελφή εκκλησία», όπως προσπαθούν να μας παραπλανήσουν μερικοί μεγαλόσχημοι οικουμενιστές.
Επισφραγιστική των ανωτέρω είναι και η κατωτέρω θέση του Οσίου Νικοδήμου, με την οποία αποσαφηνίζει τη στάση των ορθοδόξων έναντι των παπικών, όπως την βρίσκουμε στο «Εορτοδρόμιον», όπου ο Όσιος ερμηνεύει τον ιαμβικό κανόνα της Πεντηκοστής: «Τα κακόδοξα φρονήματα και τα παράνομα έθη των Λατίνων και των άλλων αιρετικών πρέπει να μισώμεν και να αποστρεφόμεθα˙ ει τι δε ευρίσκεται εν αυτοίς ορθώς έχον και υπό των Κανόνων των Ιερών Συνόδων βεβαιούμενον, τούτο δεν πρέπει να μισώμεν»[6]. 
Επίσης, βασικές και πάγιες θέσεις του Οσίου Νικοδήμου περί της αιρέσεως του Παπισμού είναι και οι εξής : Η ιερωσύνη τους λογίζεται ως μιαροσύνη και τα μυστήριά τους είναι κοινά και άμοιρα αγιαστικής Χάριτος, άρα άκυρα. Η προσθήκη της αιρέσεως του Filioque, δηλ. η και εκ του Υιού εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος είναι παράνομη και υπό ανάθεμα, και αποτελεί το πρώτο και έσχατο των κακών και το προκαταρκτικότατο αίτιο του σχίσματος. Όσον αφορά το Πάσχα οι Λατίνοι είναι σχισματικοί, επειδή εκαινοτόμησαν το πασχάλιο και το καλαντάριο και γι’ αυτό χωρίσθηκαν από την Εκκλησία. Τα πρωτεία και πρεσβεία του Ρώμης και το ειδικό προνόμιο εξουσίας στην καθόλου Εκκλησία, δηλ. το μοναρχικό και αναμάρτητο αξίωμα, δεν στηρίζονται πουθενά, παρά μόνο σε μύθους και θρύλους, όπως το θρυλούμενο θέσπισμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου προς τον Σίλβεστρο Ρώμης (ψευδοκωνσταντίνειες-ψευδοϊσιδώριες δωρεές. Ο Όσιος αποκαλεί τον Πάπα Δίκερο Γίγα της Ρώμης, και μίξη άμικτη και τέρας αλλόκοτο την συγκέντρωση στο πρόσωπό του τόσο της κοσμικής όσο και της πνευματικής εξουσίας. Οι ιδιότητες του Πάπα ως εσχάτου κριτού της Εκκλησίας, ως αυθεντίας, ως μονάρχου, ως εκκλήτου όλης της οικουμένης, ως αναμαρτήτου και ως άκρου αρχιερέως είναι ψευδεπίπλαστες φαντασιοπληξίες και εδράζονται μόνο στην οφρύ και το γαυρίαμα του Πάπα. Η υποχρεωτική αγαμία του κλήρου αντιβαίνει στην ίδια την πράξη του Χριστού, που ευλόγησε τον γάμο, όσο και στα λεγόμενα του Αποστόλου Παύλου και των Ιερών Κανόνων. Η κατάντια των Παπικών και του Πάπα αποδεικνύεται και από την εξωτερική τους εμφάνιση, οι οποίοι, κουρεμένοι και ξυρισμένοι, μοιάζουν με καλούς γαμπρούς με την διαφορά ότι φορούν πετραχήλι και ωμόφορο, ενώ η παπαλήθρα, δηλ. η στρογγυλοειδής κουρά των τριχών της κορυφής της κεφαλής τους, παρομοιάζεται με πορνικό στέφανο. Η κατασκευή αγαλμάτων αντίκειται στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο και η ευχή αγιασμού, που διαβάζεται στις εικόνες είναι νεωτερικής παπικής και όχι ορθοδόξου προελεύσεως. Ο δίκερως Πάπας της Ρώμης πράττει αντίχριστα, όταν τυπώνει κάτω στο πόδι του τον Ζωοποιό Σταυρό και τον δίνει στους προσερχομένους να τον ασπάζονται. Οι Λατίνοι τρώνε πνικτά ή θηριάλωτα ή θνησιμαία και κρέας με αίμα και το χείριστο, μόνο αίμα, ενώ οι μοναχοί τους κρεωφαγούν. Οι Παπιστές σφάλλουν, επίσης, και σε λειτουργικά θέματα, όταν λειτουργούν δύο φορές την ίδια ημέρα, όταν χρησιμοποιούν άζυμα, όταν δεν θερμαίνουν το ζέον, όταν κοινωνούν τους πιστούς τους μόνο από το Σώμα του Χριστού, αλλά και όταν ισχυρίζονται ότι τα Τίμια Δώρα μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού με τα ιδρυτικά λόγια του Χριστού και όχι με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Σφάλλουν, ακόμη, υποστηρίζοντας την ήδη γενομένη απόλαυση των αγαθών και κακών και αδίκως κατηγορούν την Ορθόδοξη Εκκλησία ότι είναι στείρα αγίων μετά το σχίσμα.
Στο σημείο αυτό αξίζει να παρατεθεί ένα περιστατικό σχετικά με τους αγώνες του Οσίου κατά των αιρετικών, όπως αυτό διασώζεται στο βίο του.
Καλέστηκε κάποτε ο Όσιος από την Ιερά Κοινότητα για να συζητήσει δογματικά θέματα με παπικούς, οι οποίοι είχαν έλθει γι’ αυτόν τον σκοπό στο Άγιον Όρος. Όπως πάντοτε, όμως, ο Όσιος ήταν ρακένδυτος και φορούσε τσαρούχια. Οι παπικοί προσεβλήθησαν και διαμαρτυρήθηκαν. Αφού δόθηκαν εξηγήσεις, άρχισε η συζήτηση. Οι παπικοί, κλονισθέντες από τον πλούτο και την δύναμη των λόγων του, ρώτησαν εάν υπάρχουν κι άλλοι στον Άθω όμοιοι με τον συνομιλητή τους. Και ο Όσιος Πατήρ τούς έδωσε την εξής απάντηση : «Είναι πλήθος, κι εγώ είμαι ο τελευταίος»[7].

Τέλος, κρίνεται πολύ αναγκαίο να παρατεθεί και η γνώμη του Οσίου Νικοδήμου σχετικά με το θέμα της μεταφράσεως των λειτουργικών κειμένων, ως αρνητική απάντηση στους υποστηρικτές αυτής. Σημειώνει, λοιπόν, ο Όσιος : «Φυλαχθείτε ακόμη, αδελφοί, και από τον λογισμό αυτόν, που βάζει σε κάποιους ο διάβολος και τους λέει ˙ εσύ είσαι αγράμματος και αμαθής και δεν καταλαβαίνεις εκείνα που λέγονται  στην Εκκλησία. Και λοιπόν γιατί να πας στην Εκκλησία; Σας αποκρίνεται, αδελφοί, ένας αββάς στο «Γεροντικό» και σας λέει ότι αν και εσείς δεν καταλαβαίνετε εκείνα που λέγονται στην Εκκλησία, όμως ο διάβολος τα καταλαβαίνει και γι’ αυτό τρομάζει και φοβάται και φεύγει από σας. Αφήνω να λέω ότι και εσείς, αν και δεν καταλαβαίνετε όλα τα λόγια, που λέγονται στην Εκκλησία, αλλ’ όμως πολλά λόγια απ’ αυτά τα καταλαβαίνετε και με εκείνα ωφελείσθε. Προσθέτω δε κι αυτό, ότι αν εσείς συχνά πηγαίνετε στην Εκκλησία και ακούτε τα θεία λόγια, η συνέχεια εκείνη έχει να σας κάνει με τον καιρόν να καταλαβαίνετε εκείνα, που προηγουμένως δεν καταλαβαίνατε, όπως λέει ο Χρυσόστομος, διότι ο Θεός, βλέποντας την προθυμία σας, ανοίγει το νου σας και τον φωτίζει στο να τα καταλαβαίνει»[8]. 
Σήμερα, λοιπόν, που εορτάζουμε πανηγυρικώς την μνήμη αυτού του στύλου της Ορθοδοξίας, ας μιμηθούμε την σταθερά και ακλόνητο πίστη του Οσίου στα παραδεδομένα δόγματα της Ορθοδοξίας, ας είμαστε πλήρεις γνώστες των                         Ορθοδόξων δογμάτων, ασυμβίβαστοι σε κάθε νόθευση και παραχάραξή τους από τον οποιονδήποτε, έτσι ώστε, ακολουθώντας την πλούσια δογματική, λειτουργική, ασκητική, ησυχαστική, νηπτική, πατερική και ιεροκανονική θεολογία και παράδοση της Εκκλησίας μας, να έχουμε καλήν απολογίαν ενώπιον του φοβερού βήματος του Χριστού, πρεσβείαις του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Νικοδήμου του Αγιορείτου.
[1] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ερμηνεία εις τας ΙΔ΄ επιστολάς του Αποστόλου Παύλου, τ. Α΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 1989, σσ. 25-26.
[2] Του ιδίου, Πνευματικά Γυμνάσματα, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/νίκη 2004, σσ. 4-5.
[3] ΜΟΝΑΧΟΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ, Άγιος Νικόδημος  Αγιορείτης˙ ο βίος και τα έργα του,  εκδ. Παπαδημητρίου,  Αθήνα 1990, σσ. 17-19.
[4] Ό.π., σ. 234.
[5] ΜΟΝΑΧΟΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΑΤΗΣ, Άγιος Νικόδημος  Αγιορείτης˙ ο βίος και τα έργα του,  εκδ. Παπαδημητρίου,  Αθήνα 1990, σ. 286.
[6] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Εορτοδρόμιον ήτοι ερμηνεία εις τους ασματικούς κανόνας των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών, τ. Γ΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/νίκη 1987, σ. 220.
[7] Ο Άγιος Νικόδημος ο  Αγιορείτης, εκδ. Ορθοδόξου Τύπου στη σειρά Βίοι Αγίων, Αθήνα 1993, σσ. 19-20.
[8] ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Χρηστοήθεια των Χριστιανών˙ Λόγος ΙΒ’, εκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1999, σ. 305. 

 http://www.impantokratoros.gr