Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Η Παναγία της πονεμένης Ρωμιοσύνης


Αύγουστος, ο μήνας της Παναγίας! Στή γιορτή της Μάνας του Θεού ταξιδεύουμε πέρα μακριά, στη χερσόνησο τ' Αγιονόρους κι από κει στις Σποράδες, τα Κυκλαδονήσια, τα Δωδεκάνησα, όπου τιμάται καί γιορτάζεται η μνήμη της. Φτάνουμε κι εκεί πού μας αφήνει γεύση πικρή η θύμηση των «αλύτρωτων Πατρίδων», στις Παναγιές των ανατολικών παραλίων του Αιγαίου, της Πόλης, του Πόντου, της Καππαδοκίας...
Τις Παναγιές πού απέμειναν λείψανα πια, άλλες πού ερημώθηκαν κι άλλες πού μένουν αλειτούργητες ή μετράνε στα δάχτυλα τους πιστούς. Την Παναγία την Μπαλουκλιώτισσα καί την Παναγία τη Θεραπιώτισσα. Την Παναγία του Σουμελά καί την Παναγία τη Μοσχονησιώτισσα, τ' Αϊβαλιού καί της Μαδύτου. Τότε που σφύζαν τέτοιες μέρες από ζωή, πού γνώριζαν μέρες δόξας. Γιόμιζε ο τόπος ήλιο ζεστό κι η γης αβγάτιζε κι ήτανε πολλές οι προσφορές της.
Στή μεγαλόπρεπη εκκλησιά της Παναγιάς στ' Άϊβαλί αχολογούσε από νωρίς το πελώριο σήμαντρο κι αντιβούιζε, με τη γαλήνη, ο αγέρας κι ο κόσμος έκανε με κατάνυξη το σημείο του σταυρού. Από τα χαράματα οι προσκυνητές παίρνανε θέση στα λογής πλεούμενα, να περάσουνε από την πολιτεία στο νησί, να τάξουνε καί να προσκυνήσουνε. Ολημερίς αντιλαλούσανε τα βιολιά καί τα τραγούδια ως τα βαθιά χαράματα. Που πήγε τούτη η ζωή, τί γίνανε τούτες οι γιορτάδες, πώς χάθηκε το Αϊβαλί! Έμεινε μόνο η μνήμη, οδυνηρή καί πυρακτωμένη, να κατεβάζει δάκρυα στα μάτια, να βαραίνει την καρδιά, να κάνει το ολοζώντανο χτες ιστορία χάρτινη. Στή μέση μιας κάθετης σχεδόν πλαγιάς, πού κατεβαίνει ως τη θάλασσα απέναντι από την τοποθεσία πού λέγεται Μεσάδι, στην Ίμβρο βρίσκεται η θαυματουργή "Παναγία η Μπαλωμένη". Ο δρόμος είναι γεμάτος κακοτοπιές. Περνάει ανάμεσα σε γκρεμούς καί χαράδρες. Κάθε χρόνο το Δεκαπενταύγουστο, ανήμερα της γιορτής Της, κόσμος πολύς ανέβαινε στη χάρη Της. Πολλά τα τάματα. Οι πιο πολλοί ξυπόλητοι περπατώντας πάνω στις σκληρές πέτρες, πού έκαιγαν από τον αυγουστιάτικο ήλιο, πήγαιναν με τα πόδια αλλά όχι με "άδεια χέρια". Άλλος σήκωνε στην αγκαλιά ένα παιδί, πού του "έδωσε η Χάρη Της", ή το έσωσε από βαριά αρρώστια. Άλλος κουβαλούσε ένα λαγήνι λάδι, άλλος ένα αρνί ζωντανό, άλλος έναν τρουβά κερί κι ό,τι είχαν τάμα.
Στό εξωκλήσι της Παναγίας στο Κάντσι της Καππαδοκίας, ψηλά στο βράχο, μέσα στη σπηλιά η Παναγία έβλεπε απ’ το θρονί της τα μικρά Ελληνόπουλα του Κρυφού Σχολειού καί τα ευλογούσε, πού τέτοιες μέρες ανέβαιναν στη χάρη Της όλα τ' απογεύματα του Δεκαπενταύγουστου, να ψάλλουν με τον παπα-Αρσένιο τον Καππαδόκη τις Παρακλήσεις Της.
Στά νιάμερα, γιόρταζε το περίφημο μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, κοντά στην πεδιάδα της Μαδύτου. Μαζεύονταν τότε Ρωμιοί απ’ όλα τα μέρη του Ελλήσποντου, τα Δαρδανέλια , τα γύρω χωριά κι απ’ την Πόλη. Μια πολυάνθρωπη κατασκήνωση, μια νέα πόλη με όλο το νοικοκυριό της καί τις πραμάτειες της έστηνε τις πευκόπλεχτες καλύβες της ένα γύρω απ’ την εκκλησιά. Το θαυματουργό εικόνισμα της Παναγιάς της Μαδυτινής μεταφέρθηκε με την καταστροφή του 1922 καί βρίσκεται σήμερα στη Μύρινα της Λήμνου.
Το ίδιο κι η Παναγία Σουμελά, το σέμνωμα του Πόντου, στέκει ακόμα αγνοώντας κάθε αντιξοότητα, σε πείσμα του χρόνου καί των ανθρώπων. Ανηφορίζουμε το στενό μονοπάτι καί στέκουμε με θαυμασμό στη θέα του μεγαλόπρεπου χτίσματος, πού ξαφνικά αποκαλύπτεται μπροστά μας, μετά από τόση ερημιά. Θαυμάζουμε για την παραμυθένια ομορφιά του καί για τα χέρια του Ρωμιού, πού κατάφεραν να χτίσουν ένα τέτοιο οικοδόμημα τόσο ψηλά.
Ανοίξαμε τη μεγάλη ξύλινη πόρτα της εισόδου. Το θέαμα πού αντικρίσαμε ήταν απελπιστικό. Τέλεια καταστροφή, ρημαδιό. Σου έρχεται να κλάψεις. Κελιά καταστραμμένα, τα πάντα γυμνά. Μόνο οι νωπογραφίες σωσμένες στους τοίχους. Ερημωμένο κι ανέλπιδο το Μοναστήρι του Σουμελά είναι πάντως στη θέση του. Υψώνεται δεητικά στον ουρανό κι εκφράζει στην Κυρία Θεοτόκο την προσδοκία του Ελληνισμού στην αιώνια σκέπη Της.
Της Δρόπολης καί του Ζερβατιού στη Βόρειο Ήπειρο, σ' αυτές στην κατεχόμενη Κύπρο, πού τις γιόρταζαν το φεγγαρόφωτο Δεκαπενταύγουστο με ορθόδοξη καί ρωμαίικη έξαρση.
Αλειτούργητο κι ερειπωμένο καί το μοναστήρι της Παναγιάς της Καθαριώτισσας στο κατεχόμενο χωριό της Λάρνακας της Λαπήθου με τη θαυματουργή εικόνα, πού έφερε στη μαρτυρική μεγαλόνησο Κύπρο η Αγία Ελένη. Εκεί καί το άγιασμα, πού ανάβλυζε μέσα απ’ τη γη κι έκανε πλήθος θαύματα σ' όσους πρόστρεχαν στη Χάρη της να δεηθούν, να γιατρευτούν, να γαληνέψουν.
Πονά η μνήμη κι η καρδιά, μα όχι ανέλπιδα καί δίχως προσμονή. Γιατί το ζει, ελεύθερος η υπόδουλος, διωγμένος ή όχι ο Ελληνισμός γνωρίζει πάντα να τιμά Εκείνη, πού στάθηκε γι' αυτόν σε καιρούς χαράς καί λύπης μεσίτρια, προστασία, απαντοχή, μητέρα στοργική, μάνα της πονεμένης Ρωμιοσύνης. Καί πάντα μυστικά, με προσμονή, μ' ένα κερί στο χέρι την ίδια ευχή στη Χάρη Της θα σιγοψιθυρίζει: «Σώπασε κυρά-Δέσποινα καί μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνους , με καιρούς, πάλι δικά μας θα 'ναι»!
Φ.
(Από το περιοδικό «Προς τη Νίκη» - Αύγουστος 2010)