Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Οἱ κακοδοξίες τοῦ παπισμοῦ.β’ μέρος


 

  ΟΙ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΥ – ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ
Ἀναδημοσίευση: Ἐκ τοῦ τεύχους ”Ἐν συνειδήσει” – Ι.Μ. Μεγάλου Μετεώρου

 Δεῖτε ἐδῶ:α’ μέρος

Ἡ κατάργηση Ἱερῶν Κανόνων

     «Τὸ Βατικανὸ πρὸ πολλοῦ ἤδη ἀπέρριψε τοὺς πλείστους Ἱεροὺς Κανόνες τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ ἐμόρφωσεν ἴδιον Κανονικὸν Δίκαιον, διὰ νὰ πορευθῆ ἐλεύθερον τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν εἰς πᾶν εἶδος καινοτομίας. Ὁ οὐνίτης Π. Γρηγορίου ὁμολογεῖ ἐν προκειμένῳ: «Ἀνατολὴ καὶ Δύσις διεφώνουν ὡσαύτως ἐπ’ αὐτῶν τούτων τῶν πηγῶν τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἀποδεχθεῖσα ἐπισήμως κατ’ ἀρχὰς μόνον τοὺς κανόνας τῆς ἐν Νικαίᾳ Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου(325) καὶ τῆς Σαρδικῆς (343), ἠδιαφόρησεν ὡς πρὸς τὴν νομοθεσίαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴν εὐταξίαν καὶ πειθαρχίαν τῶν λοιπῶν Ἀνατολικῶν Συνόδων, Οἰκουμενικῶν ἢ τοπικῶν…
     Ὅλως αὐθερέτως, οἱ πάπαι, χάριν τῶν κυριαρχικῶν βλέψεων τῶν ἐπὶ πάσης τῆς Ἐκκλησίας, ἀπέρριψαν τοῦ Ἱεροὺς Κανόνας τῶν ἓξ Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τοὺς κανόνας τῶν τοπικῶν Συνόδων καὶ τῶν Πατέρων, οἱ ὁποῖοι προσέλαβαν οἰκουμενικὸν κύρος, ἐφ’ ὅσον ἐπεκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ Β’ κανόνος τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Εἰδικότερον, τὸ Βατικανὸν ἀπεχθάνεται τοὺς Κανόνας τῆς ΣΤ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, διότι τινὲς ἐξ αὐτῶν στρέφονται κατὰ τῶν καινοτομιῶν τῆς παπικῆς Ἐκκλησίας (Β, ΙΓ, ΝΕ κ.λ.π.)» (Ἀρχιμ. Σπ. Μπιλάλη, ὅ.π.,σελ.251,2).

Τὸ παπικὸ κράτος.

     Ἡ ἄποψη ὅτι δὲν μπορεῖ ὁ «ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ» στὴ γῆ νὰ βρίσκεται ὑπὸ ἐξουσία κοσμικοῦ βασιλιᾶ(!) ὁδήγησε στὴν ἵδρυση τὸ 1929 (μετὰ ἀπὸ συμφωνία τοῦ Πάπα καὶ τοῦ δικτάτορα Μουσολίνι) τοῦ σημερινοῦ παπικοῦ κράτους τοῦ Βατικανοῦ. Ἔτσι, ὁ παπισμὸς κατήντησε κοσμικὸ κράτος ποὺ ἔχει στρατό, ἀσκεῖ διπλωματία καὶ ἐπηρεάζει τὴν διεθνῆ οἰκονομία μὲ τὴν συμμετοχή του σὲ μεγάλες ἑταιρεῖες καὶ ἐπιχειρήσεις. Πρόκειται δηλαδὴ γιὰ μία ἀνθρωποκεντρικὴ ὀργάνωση, γιὰ μία ἐκκοσμίκευση καὶ μάλιστα θεσμοποιημένη ἐκκοσμίκευση. Ἀλλὰ ἡ συνύπαρξη τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας μὲ τὴν ἱερατική, ἐπισκοπικὴ ἐξουσία, εἶναι κάτι τὸ ἀσυμβίβαστο, κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι ξένο πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Εὐαγγελίου, τοὺς Κανόνες Συνόδων καὶ τὴν ἐν γένει παράδοση τῆς Ἐκκλησίας.
     «Εἶναι σημεῖο φοβερᾶς ἐκκοσμικεύσεως τῆς Ἐκκλησίας ἡ σύγχυσις τῶν δύο ἐξουσιῶν, τῆς πνευματικῆς καὶ τῆς κοσμικῆς, τῶν δύο βασιλείων, τοῦ οὐρανίου καὶ τοῦ ἐπιγείου. Ἔτσι ἡ Ἐκκλησία ὑποκύπτει στὸν δεύτερο πειρασμὸ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν διάβολο, ποὺ τοῦ ζήτησε νὰ τὸν προσκυνήση, γιὰ νὰ τοῦ δώση τὴν ἐξουσία ὅλων τῶν βασιλείων τοῦ κόσμου. Ὁ Κύριος τότε τοῦ ἀπήντησε: “Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις”». (Ἀρχιμ’ Γεωργίου Καψάνη, Ὀρθοδοξία καὶ Ρωμαιοκαθολικισμὸς (Παπισμὸς) (Κύριαι Διαφοραὶ) ἐκδ. Σταμούλης 2006).

Τὸ καθαρτήριο πῦρ – Οἱ ἀξιομισθίες τῶν Ἁγίων.

     «Σχετικὰ μὲ τὴν πτώση καὶ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὑπάρχουν ἀξιοσημείωτες διαφορές. Ὁ Ἀδάμ, λέγει ἡ Σύνοδος τοῦ Τριδέντου (1546), μὲ τὴν παράβασή του ἐπέφερε τὴν ὀργὴ καὶ τὴν ἀγανάκτηση τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τοῦτο τὸν θάνατο. Ἑπομένως ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπαιτεῖ τὴν ἐξιλέωση τῆς ὀργῆς τοῦ Θεοῦ. Τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἐξαλείφει τὶς αἰώνιες ποινὲς τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖες ἔχουν τὴν αἰτία τους στὶς θανάσιμες ἁμαρτίες. Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες αὐτές, ὑπάρχουν οἱ βαριὲς καὶ οἱ ἐλαφρὲς ἁμαρτίες, οἱ ὁποῖες ἐπιφέρουν πρόσκαιρες ποινές. Αὐτὲς τὶς ποινὲς πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ τὶς ἐξοφλήσει μὲ ἔργα μετανοίας, ποὺ ἐπιβάλλονται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Πολλοὶ ἄνθρωποι πεθαίνουν πρὶν ἐξοφλήσουν αὐτὲς τὶς ποινὲς καὶ μεταβαίνουν στὸ λεγόμενο “καθαρτήριο πυρ”, ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν παράδεισο καὶ τὴν κόλαση, ὅπου καλοῦνται νὰ ἐξαλείψουν τὸ χρέος. Ἀπὸ ἐκεῖ, μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ Πάπα καὶ τῶν ζωντανῶν, οἱ ψυχὲς μεταβαίνουν στὸν παράδεισο. Ὅμως ἡ «Ἐκκλησία» μπορεῖ νὰ παραχωρήσει τὴ λύση τῶν ποινῶν μὲ βάση τὸ “θησαυρὸ τῶν ἀξιομισθιῶν τῶν ἀγίων”, τὸν ὁποῖο διαχειρίζεται ὁ πάπας». (Ἀντ. Ἀλεβιζόπουλου, Ρωμαιοκαθολικισμός, Προτεσταντισμὸς καὶ Ὀρθοδοξία, σελ. 16). Πιστεύουν, δηλαδή, πὼς οἱ Ἅγιοι ἔχουνε κάνει περισσότερα καλὰ ἔργα ἀπ’ ὅσα χρειάζονται γιὰ τὴ σωτηρία τους καὶ τέτοιες «ἀξιομισθίες», ποὺ μ’ αὐτὲς μποροῦν νὰ σωθοῦν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι. Πρόκειται γιὰ τὶς λεγόμενες ἀφέσεις ἤ τὰ λυσίποινα τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας.
      Πουθενὰ ὡστόσο, τὸ Εὐαγγέλιο δὲν διδάσκει τέτοιο πράγμα, οὔτε δέχεται «περισσεύουσες ἀξιομισθίες» στοὺς ἀνθρώπους, ὅσο ἅγιοι κι’ ἂν ἤτανε στὴ ζωή τους. Ὅσον ἀφορᾶ στὸ «καθαρτήριο πῦρ», ὁ ἅγιος Νεκτάριος, στὸ βιβλίο τοῦ «Μελέτη περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς», σ. 168,9, Ἀθήνα, 1901, γράφει σχετικά: «Κατὰ τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, μετὰ θάνατον οὐδεμία ὑπάρχει μεσάζουσα τάξις μεταξὺ τῶν μεταβαινόντων εἰς Οὐρανοὺς καὶ τῶν καταβαινόντων εἰς ἄδην». Δὲν ὑπάρχει τόπος εἰδικός, μεσάζων, ἔνθα εὑρίσκονται αἱ ψυχαὶ τῶν μετανοησάντων καὶ μὴ ἐνεγκόντων καρποὺς μετανοίας…»

Λατινικὴ Μαριολογία ἡ Μαριολατρεία

     Ἡ παπικὴ «Ἐκκλησία», παρεκκλίνοντας ἀπὸ τὴν ὀρθὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων μας, ὁδηγήθηκε σὲ κακοδοξίες, καινοτομίες καὶ ἐσφαλμένα δόγματα ὡς πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας. Ἔτσι τὸ 1854 θεσπίστηκε τὸ δόγμα τῆς ἀσπίλου συλλήψεως τῆς Θεοτόκου, ποὺ ὅριζε ὅτι «Ἡ Παρθένος Μαρία ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συλλήψεώς της διετηρήθη καθαρὰ παντὸς ἐκ τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ρύπου».
     Τὸ 1950, ὁ πάπας Πίος ΙΒ’, ἀνεκήρυξε σὲ δόγμα τὴν ἐνσώματη μετάσταση τῆς Θεοτόκου, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο «ἡ ἀειπάρθενος Θεομήτωρ μετὰ τὴν ἐπὶ γῆς ζωὴν αὐτῆς, μετέστη ἐν σώματι καὶ ψυχῇ εἰς τὴν οὐράνιον δόξαν». Τὰ τελευταῖα χρόνια παρατηρεῖται ἐκ μέρους τῶν παπικῶν μιὰ ἔντονη τάση ἀπόδοσης ὑπερβολικῶν τιμῶν στὴ Θεοτόκο, ποὺ φτάνει στὰ ὅρια τῆς λατρείας. «Συλλυτρώτρια», «Μητέρα τῆς Ἐκκλησίας», «Μεσίτρια πασῶν τῶν χαρίτων» εἶναι κάποιοι ἀπὸ τοὺς τιμητικοὺς τίτλους ποὺ ἀποδίδουν στὴν Παναγία, μὲ ἐσφαλμένο καὶ προβληματικὸ περιεχόμενο.
     Σύμφωνα μὲ τὴν ὀρθόδοξη διδασκαλία, τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα μεταδίδεται σὲ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἀκόμη καὶ σ΄ αὐτοὺς ποὺ ἀποτελοῦν σκεύη ἐκλογῆς, ὅπως ἦταν ἡ Παναγία. Κατὰ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη, ἡ Θεοτόκος ἦταν «ὑποκείμενη εἰς τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα μέχρι τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Τότε γὰρ ἐκαθαρίσθη διὰ τῆς ἐπελεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ὅσον ἀφορᾶ στὴν μετάσταση τῆς Θεοτόκου, ἡ ὀρθόδοξη παράδοση ἀναφέρεται στὴν μετὰ θάνατον μετάστασή της, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ ἀνάγεται σὲ δόγμα, ἀφοῦ δὲν μαρτυρεῖται οὔτε στὴν Ἁγία Γραφὴ οὔτε στὴν ἀποστολικὴ παράδοση.
     Στὴν Ὀρθοδοξία ἡ λατρεία ἀνήκει μόνο στὸν Τριαδικὸ Θεό, ἐνῶ στοὺς ἁγίους καὶ τὴν Παναγία ἁρμόζει ἡ τιμητικὴ προσκύνηση καὶ ἡ πρεσβευτικὴ ἰδιότητα πρὸς τὸν μόνο Σωτήρα, τὸν Κύριόν μας Ἰησοῦν Χριστόν. Μὲ μεγάλη σαφήνεια ἡ Ζ’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (787) ὁρίζει: «τιμᾶν καὶ μεγαλύνειν ἐμάθομεν πρῶτον μὲν καὶ κυρίως καὶ ἀληθῶς τὴν τοῦ Θεοῦ Γεννήτριαν καὶ τὰς ἁγίας καὶ ἀγγελικάς Δυνάμεις καὶ τοὺς ἐνδόξους Μάρτυρας, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἁγίους ἄνδρας, καὶ τούτων αἰτεῖν τὰς πρεσβείας», (βλ. σχ. Ἀρχιμ. Σπ. Μπιλάλη, Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός, ἐκδ. Ὀρθοδόξου τύπου, Ἀθήνα 1969, σέλ. 164-191).

Συνεχίζεται…