Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Οἱ κακοδοξίες τοῦ παπισμοῦ.γ’ μέρος


 
  ΟΙ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ
 
ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΠΙΣΜΟΥ – ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΠΙΣΜΟΥ
 
Ἀναδημοσίευση: Ἐκ τοῦ τεύχους ”Ἐν συνειδήσει” – Ι.Μ. Μεγάλου Μετεώρου

 Δεῖτε ἐδῶ:β’ μέρος

 Μυστήρια

Μία γενικὴ διαφορὰ ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπὸ τὸ πρωτεῖο τοῦ Πάπα εἶναι ἡ στάση τῶν ἱερέων στοὺς λόγους τῶν μυστηρίων, οἱ ὁποῖοι φαίνεται νὰ τὰ τελοῦν στὸ …ὄνομά τους: «Ἐγὼ σὲ βαπτίζω, ἐγὼ σὲ συγχωρῶ κ.λ.π.», σὲ ἀντίθεση μὲ τὰ Ὀρθόδοξα Μυστήρια στὰ ὁποῖα ὁ ἱερέας εἶναι ἁπλὸς ὑπηρέτης: «Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, Ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος διὰ τῆς ἐμῆς ἐλαχιστότητος ἔχει σὲ λελυμένον καὶ συγκεχωρημένον κ.λ.π.»

Τὸ Βάπτισμα

     Ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τελεῖ τὸ Βάπτισμα μὲ τριπλῆ κατάδυση στὸ νερό, ἡ ὁποία συμβολίζει τὴν τριήμερο ταφὴ καὶ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Ἄλλωστε εἶναι σαφὴς ἡ προτροπὴ τοῦ Κυρίου πρὸς τοὺς μαθητές Του νὰ βαπτίζουν «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ παπικὴ «Ἐκκλησία» καινοτομεῖ καὶ εἰσάγει τὸ διὰ ἐπιχύσεως ἤ ραντισμοῦ βάπτισμα.

Χρίσμα

     Ἡ παπικὴ «Ἐκκλησία καινοτομεῖ καὶ τὸ μυστήριο τοῦ Χρίσματος. Συνιστᾶ νὰ ἀναβάλλεται τοῦ μυστήριο τοῦ Χρίσματος στοὺς βαπτιζομένους μέχρι τὸ 7ο ἤ κατ΄ ἄλλους τὸ 14ο ἔτος τῆς ἡλικίας τους, ὅποτε καὶ δὲν κοινωνοῦν.
Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία παρεῖχε στὰ βαπτιζόμενα νήπια τὸ Χρίσμα ἀμέσως μετὰ τὸ Βάπτισμα, ἀκριβῶς γιὰ νὰ τὰ εἰσάγει ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δεδομένου ὅτι γιὰ νὰ στηριχθεῖ ὁ βαπτιζόμενος στὴν πνευματικὴ ζωὴ ἔχει πάντοτε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ ζωογόνο Θεία Χάρη. Αὐτὴν τὴν παράδοση ἀκολουθεῖ μέχρι σήμερα ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ ὁποία τελεῖ τὸ Χρίσμα μὲ ἅγιο Μύρο, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς παπικοὺς ποὺ τὸ τελοῦν μὲ τὴν ἐπίθεση τῶν χειρῶν τοῦ Ἐπισκόπου.

Μετάνοια

     Ὡς πρὸς τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας, τὴν Ἱερὰ Ἐξομολόγηση, στοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς γίνεται ὡς μία δίκη καὶ ἡ ἐπικοινωνία εἶναι ἀπρόσωπη. Ὁ ἐξομολογούμενος λέει τὰ ἁμαρτήματά του χωρισμένος καὶ ἄγνωστος στὸν πνευματικὸ (στοὺς ξύλινους θαλαμίσκους) καὶ λαμβάνει τὰ ἐπιτίμια καὶ τὴν ἄφεση. Δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ προσωπικὴ ποιμαντικὴ σχέση καὶ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία, ἀλλὰ νομικὴ καὶ ἀπρόσωπη σχέση. Προέχει ἡ νομικὴ δικαίωση τοῦ ἁμαρτωλοῦ καὶ ὄχι ἡ συγχώρηση, ἐπάνοδος καὶ ἀποκατάστασή του στὸ πατρικὸ σπίτι (Ἐκκλησία) καὶ τὴν πατρικὴ ἀγκάλη.
     Ἀντίθετα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπάρχει προσωπικὴ ἐπαφὴ τοῦ πιστοῦ μὲ τὸν ἱερέα. Ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν πηγάζει ἀπὸ τὴν Σταυρικὴ θυσία τοῦ Κυρίου μας καὶ ὄχι ἀπὸ τὶς μεσιτεῖες τῶν ἁγίων ἤ ἄλλους παράγοντες, ὅπως διδάσκουν οἱ παπικοί.

Θεία Εὐχαριστία

     Σὲ αὐτὸ τὸ Μυστήριο οἱ παπικοὶ ἔχουν εἰσάγει πολλὲς καινοτομίες:
α) Χρησιμοποιοῦν βιομηχανοποιημένο ἄζυμο ἄρτο ποὺ λέγεται «ὄστια» καὶ ὄχι ἔνζυμο ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ ἀνατολικὴ Ἐκκλησία στηριζόμενη στὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἀκολουθοῦν ἀρχαία συνήθεια. Αὐτό, ὅμως, δὲν ἀνταποκρίνεται στὴν ἀλήθεια. Ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος ἔγινε μὲ ἔνζυμο καὶ ὄχι μὲ ἄζυμο ἄρτο. Στὴν πραγματικότητα τὰ ἄζυμα δὲν ἀποτελοῦν ἀρχαία συνήθεια, ἀλλὰ ἐπινοήθηκε ἀπὸ αἱρετικούς τούς πρώτους αἰῶνες.
β) Ὁ καθαγιασμὸς τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ τελεῖται γιὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀντιθέτως γιὰ τοὺς παπικοὺς τελεῖται μὲ τὴν ἐκφώνηση τῶν συστατικῶν τοῦ μυστηρίου λόγων τοῦ Κυρίου «Λάβετε φάγετε…» κ.λ.π.
γ) Οἱ παπικοὶ ἀπέκοψαν τὸν λαὸ ἀπὸ τὴν μετοχὴ στὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ κοινωνοῦν μόνο οἱ ἱερωμένοι ἀπ’ αὐτό, διότι πιστεύουν ὅτι ἀρκεῖ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν πιστῶν ἡ μετάληψις μόνο τοῦ Σώματος. Σὲ ἀντίθεση, ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μεταδίδει τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Χριστοῦ σὲ ὅλους τούς πιστούς.
δ) Τὰ νήπια καὶ τὰ παιδιὰ μέχρι τὸ 10ο ἡ 12ο ἔτος ἀπέχουν ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, διότι, σύμφωνα μὲ τὴν παπικὴ διδασκαλία, δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ διακρίνουν τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου, ἀντίθετα μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους ποὺ ἐπιτρέπουν τὴ Θεία Κοινωνία στὰ βαπτισμένα νήπια.

Γάμος

     Ὁ Κύριος τόνισε τὸ ἀδιάλυτο τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου «παρεκτὸς λόγου πορνείας». Οἱ παπικοὶ δὲν σεβάστηκαν αὐτὴ τὴν ἐξαίρεση καὶ θέσπισαν τὸ ἀδιάλυτο τοῦ γάμου χωρὶς καμμία ἐξαίρεση.

Ἱερωσύνη

     Ἡ παπικὴ «Ἐκκλησία ἔχει αὐθαίρετα καθιερώσει τὴ γενικὴ ἀγαμία τοῦ κλήρου, στηριζόμενη σὲ ἀποστολικὸ χωρίο («…ὁ ἄγαμος μεριμνᾶ τὰ τοῦ Κυρίου, πὼς ἀρέσει τῷ Κυρίω…» Α’ Κορ. ζ, 32). Στὴν οὐσία ὅμως ἡ ἀγαμία ὀφείλεται στὴν στάση τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς «Ἐκκλησίας» ποὺ θέλει νὰ ἐξάρει τὸν κλῆρο ὑπὲρ τοὺς λαϊκούς, ἀποχωρίζοντάς τον ἀπὸ κάθε δεσμὸ μὲ τὶς λαϊκὲς τάξεις καὶ τὴν κοινωνικὴ ζωή, καὶ κυρίως νὰ καταδείξει τὴν ἀνωτερότητα τοῦ δικοῦ τους κλήρου ἔναντι τῶν κληρικῶν τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.
     Ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἀποδίδει τὸ πνεῦμα τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, τὴν ἐλεύθερη δηλαδὴ ἐκλογὴ τῶν κληρικῶν μεταξὺ γάμου καὶ ἀγαμίας. Ἡ ἀγαμία εἶναι χάρισμα, εἰδικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ σὲ ὁρισμένα ἄτομα. Ὡστόσο, στὴν ὑποχρεωτικὴ ἀγαμία, ποὺ ἐπέβαλε ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία στὸν κλῆρο της, δίνει τὴν πρέπουσα ἀπάντηση ὁ ἀσκητικότατος, ὁμολογητής, θαυματουργός, ἅγιος καὶ ἐπίσκοπος μέγας Πανφούτιος: «Μὴ βαρύνετε τὸν ζυγὸν τῶν ἱερωμένων».

Εὐχέλαιο

     Στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τὸ Μυστήριο τοῦ Ἁγίου Εὐχελαίου τελεῖται σὲ κάθε περίπτωση. Ἡ προτροπὴ τοῦ Ἀδελφόθεου Ἰακώβου εἶναι ρητή: «Ἀσθενεῖ τὶς ἐν ὑμῖν; Προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι Κυρίου…» (Ἰακ. Ε, 14-15). Οἱ παπικοὶ ἀντίθετα καὶ πάλι, χρησιμοποιοῦν τὸ μυστήριο τοῦ Ἁγίου Εὐχελαίου μόνο μία φορὰ καὶ μόνο στοὺς ἑτοιμοθανάτους, σὰν τελευταῖο ἐφόδιο.

Τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ

     Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι νὰ κάνουμε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ μὲ τὰ τρία δάκτυλα, ποὺ συμβολίζουν τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Οἱ παπικοί, ἀντιθέτως, τὸν κάνουν μὲ τὰ τέσσερα δάκτυλα, γιατί κοντὰ στὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος, πρόσθεσαν καὶ τὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας, ἀπόρροια τῆς Μαριολατρείας. Ἐπίσης, τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ οἱ καθολικοὶ τὸ κάνουν ὄχι ἀπὸ τὰ δεξιὰ πρὸς τὰ ἀριστερά, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ἀριστερὰ πρὸς τὰ δεξιά.

Θεία Λειτουργία

     Ἀρχαία τάξη στὴν Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἱερέας νὰ τελεῖ μία μόνο Θεία Λειτουργία τὴν ἡμέρα καὶ πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα νὰ τελεῖται μόνο μία Θεία Λειτουργία καθημερινά. Ἡ παπικὴ «Ἐκκλησία», ὅμως, καθιέρωσε ὁ ἱερέας νὰ τελεῖ περισσότερες ἀπὸ μία Θεῖες Λειτουργίες καὶ μάλιστα πάνω στὴν ἴδια Τράπεζα.

Ναὸς

     Οἱ παπικοὶ Ναοὶ δὲν εἶναι στραμμένοι πρὸς τὴν Ἀνατολή, ὅπως εἶναι οἱ ὀρθόδοξοι, ἀλλὰ πρὸς τὴ Δύση. Αὐτὸ φαίνεται προκλητικότατα στὸ μεγάλο Ναὸ τῆς Ρώμης, τὸν Ἅγιο Πέτρο
     Ὁ Μ. Βασίλειος γράφει σχετικά: «Πάντες ὁρῶμεν κατὰ ἀνατολάς ἐπὶ τῶν προσευχῶν, ὅτι τὴν ἀρχαίαν ἐπιζητοῦμεν πατρίδα, τὸν Παράδεισον, ὅν ἐφύτευσεν Ἀδὰμ ἐν Ἐδέμ, κατὰ ἀνατολάς».

Ἐκκλησιαστικὲς τέχνες

     Ἡ τέχνη τῆς Δύσεως, ἡ μουσική, ἡ ἀρχιτεκτονικὴ καὶ ἡ ἁγιογραφία, ἔχει καθαρὰ ἀνθρωποκεντρικὸ χαρακτήρα, σὲ ἀντίθεση μὲ αὐτὴν τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Στὴν δυτικὴ ζωγραφικὴ παράσταση ὁ Χριστὸς φαίνεται ὡς ἄνθρωπος καὶ ἡ Θεοτόκος καὶ οἱ ἅγιοι ὡς κοινοί, μὴ μεταμορφωθέντες ἄνθρωποι. Καὶ ἡ φύση παρουσιάζεται «νατουραλιστικά», χωρὶς μετοχὴ στὸ ἄκτιστο φῶς. Ἀντίθετα, ἡ Ὀρθόδοξη εἰκόνα εἰκονίζει τὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ καὶ τὰ μεταμορφωμένα πρόσωπα τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων μέσα στὸν ἐπίσης μεταμορφωμένο ἀπὸ τὴν Ἄκτιστη Χάρη κτιστὸ κόσμο.
     Στοὺς Ναοὺς τους οἱ δυτικοὶ ἔχουν ἀγάλματα ἀντὶ γιὰ εἰκόνες καὶ στὶς «ἀκολουθίες» τους χρησιμοποιοῦν μουσικὰ ὄργανα, κάτι ποὺ δὲν εἶναι σύμφωνο μὲ τὴν παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

Νηστεία

     «Χαλαραὶ ἀντιλήψεις ἐπεκράτησαν παρὰ τὴ ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ὡς πρὸς τὸν ἱερὸν θεσμὸν τῆς νηστείας. Ὁ Σπυρίδων Μακρῆς γράφει περὶ τῶν νηστειῶν τῶν Λατίνων: «Αἳ νηστεῖαι τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἐλαφρότεραι τῶν τῆς Ἀνατολικῆς, ἀπαγορεύουσαι κυρίως τὸ κρέας μόνον, οἱ δὲ κατὰ τόπους ἐπίσκοποι ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ρυθμίσεως τῶν νηστειῶν». Ὁ οὐνίτης ἐπίσκοπος Ὑάκινθος, ἀναφερόμενος εἰς τὸν νόμον τῆς λατινικῆς νηστείας, γράφει: «Ὁ νόμος τῆς νηστείας ἐπιτρέπει ἕν μόνο γεῦμα τὴν ἡμέραν, κατὰ τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ φάγῃ ὅσον θέλει καὶ ὅ,τι θέλει. Ἀρκεῖ νὰ μὴ διαρκέσῃ τὸ γεῦμα περισσότερον ἀπὸ δύο ὥρας»…Ἡ νηστεία παύει παρά τοῖς ρωμαιοκαθολικοῖς νὰ ἀποτελῇ πνευματικὸν ὅπλον πρὸς καθαίρεσιν τῶν σκιρτημάτων τῆς σαρκὸς καὶ μέσον ἄριστον γενικώτερον πρὸς ἐγκράτειαν. Ὑλιστικὸν νεωτερισμὸν ἀποτελεῖ ἡ οὐσιαστικὴ κατάργησις τοῦ ἱεροῦ θεσμοῦ τῆς νηστείας ὑπὸ τῆς παπικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μ. Βασίλειος ἐλέγχει πάντα ἐπιχειροῦντα τὴν κατάργησιν τῆς νηστείας: «Ἀρχαῖον δῶρον ἡ νηστεία, οὐ παλαιούμενον καὶ γηράσκον, ἀλλ’ ἀνανεούμενον ἀεί…νηστεία ἐν παραδείσῳ ἐνομοθετήθη. Τὴν πρώτην ἐντολὴν ἔλαβεν Ἀδάμ, “ἀπὸ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρὸν οὐ φαγεῖσθε”. Τὸ δέ, οὐ φάγεσθε, νηστείας ἐστι καὶ ἐγκρατείας νομοθεσία…» (Ἀρχιμ. Σπ. Μπιλάλη, Ὀρθοδοξία καὶ Παπισμός, σέλ. 250,1).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

       «Συνέπεια ὅλων τῶν ἀνωτέρω εἶναι ὅτι στὸν Παπισμὸ ἔχουμε ἀπόκλιση ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία. Ἐνῶ στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στὴ θέωση ποὺ συνίσταται στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, διὰ τῆς ὁράσεως τοῦ ἀκτίστου Φωτός, ὁπότε οἱ θεούμενοι συνέρχονται σὲ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ὁριοθετοῦν ἀσφαλῶς τὴν ἀποκαλυπτικὴ ἀλήθεια σὲ περιπτώσεις συγχύσεως, ἐν τούτοις στὸν Παπισμὸ δίνεται μεγάλη σημασία στὸν θεσμὸ τοῦ Πάπα, ὁ ὁποῖος Πάπας ὑπέρκειται ἀκόμη καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους. Σύμφωνα μὲ τὴν λατινικὴ θεολογία “ἡ αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας ὑπάρχει τότε μόνον ὅταν στηρίζεται καὶ ἐναρμονίζεται μὲ τὴν θέληση τοῦ Πάπα. Σὲ ἀντίθετη περίπτωση ἐκμηδενίζεται”…
     Ὑπάρχουν μεγάλες θεολογικὲς διαφορές, οἱ ὁποῖες καταδικάσθηκαν ἀπὸ τὴν Σύνοδο ἐπὶ Μεγάλου Φωτίου καὶ στὴν Σύνοδο ἐπὶ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὅπως φαίνεται καὶ στὸ “Συνοδικό της Ὀρθοδοξίας”. Ἐπὶ πλέον καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἱ Τοπικὲς Σύνοδοι μέχρι τὸν 19ο αἰώνα καταδίκαζαν ὅλες τὶς πλάνες τοῦ Παπισμοῦ. Τὸ πράγμα δὲν θεραπεύεται οὔτε βελτιώνεται ἀπὸ κάποια τυπικὴ συγγνώμη ποὺ θὰ δώση ὁ Πάπας γιὰ ἕνα ἱστορικὸ λάθος, ὅταν οἱ θεολογικὲς ἀπόψεις του εἶναι ἐκτὸς Ἀποκαλύψεως καὶ ἡ Ἐκκλησιολογία κινεῖται σὲ ἐσφαλμένο δρόμο, ἀφοῦ μάλιστα ὁ Πάπας παρουσιάζεται ὡς ἡγέτης τοῦ Χριστιανικοῦ κόσμου, ὡς διάδοχος τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου καὶ βικάριος-ἀντιπρόσωπος τοῦ Χριστοῦ πάνω στὴ γῆ, ὡσὰν ὁ Χριστὸς νὰ ἔδωσε τὴν ἐξουσία του στὸν Πάπα καὶ Ἐκεῖνος ἀναπαύεται εὐδαίμων στοὺς Οὐρανούς». (Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου καὶ Ἁγίου Βλασίου Ἰεροθέου, Βασικὰ σημεῖα διαφορᾶς μεταξὺ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ Παπισμοῦ, ἐφ. Παρέμβαση, Ἀπρίλιος 2001.
     Μετὰ ἀπὸ ὅσα παρατέθηκαν, ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ὁ Δυτικὸς Χριστιανισμὸς (Παπισμὸς – Προτεσταντισμὸς) εἶναι ἕνας ἐντελῶς διαφορετικὸς κόσμος. Ἄλλη θεολογία, ἄλλη κοσμολογία, ἄλλη ἀνθρωπολογία, οἱ ὁποῖες ὁδηγοῦν σὲ διαφορετικὴ βιοθεωρία, διαφορετικὴ κουλτούρα διαφορετικὸ πολιτισμὸ καὶ ἑπομένως σὲ μία ἐντελῶς διαφοροποιημένη νοοτροπία ποὺ καταλήγει σὲ μία ξένη, ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξη, πνευματικότητα καὶ καθημερινότητα τοῦ ἀνθρώπου.
     Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ ὅλοι τείνουν σὲ ἐνοποιήσεις καὶ πολὺς λόγος γίνεται γιὰ τὸ αὔριο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑνώσεως, οἱ λόγοι τοῦ μακαριστοῦ π. Ἰουστίνου Πόποβιτς ἠχοῦν στὰ αὐτιά μας ὡς προφητικὸ κάλεσμα ἐπαγρυπνήσεως καὶ ἐγρηγόρσεως:
     «Ὅλοι οἱ εὐρωπαϊκοὶ οὐμανισμοί, ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς Ἀναγεννήσεως, τῆς Ἀναγεννήσεως καὶ περαιτέρω, οἱ προτεσταντικοί, φιλοσοφικοί, θρησκευτικοί, κοινωνικοί, ἐπιστημονικοί, πολιτιστικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἐπεδίωκαν ἐν γνώσει ἤ ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἀδιακόπως ἐπιδιώκουν, ἕνα πράγμα: νὰ ἀντικαταστήσουν τὴν πίστιν εἰς τὸν Θεάνθρωπον μὲ τὴν πίστιν εἰς τὸν ἄνθρωπον, νὰ ἀντικαταστήσουν τὸ εὐαγγέλιον τοῦ Θεανθρώπου μὲ τὸ εὐαγγέλιον κατ’ ἄνθρωπον, τὴν φιλοσοφίαν κατὰ Θεάνθρωπον μὲ τὴν φιλοσοφίαν κατ’ ἄνθρωπον, τὴν κουλτούραν κατὰ Θεάνθρωπον μὲ τὴν κουλτούραν κατ’ ἄνθρωπον. Μὲ μίαν λέξιν, νὰ ἀντικαταστήσουν τὴν ζωὴν κατὰ Θεάνθρωπον μὲ τὴν ζωὴν κατ’ ἄνθρωπον. Καὶ ταῦτα συνέβαινον ἐπὶ αἰώνας, ἕως ὅτου τὸν παρελθόντα αἰώνα, τὸ 1870, εἰς τὴν Α’ Σύνοδον τοῦ Βατικανοῦ, ὅλα αὐτὰ συνεκεφαλαιώθησαν εἰς τὸ δόγμα τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα. Ἔκτοτε τὸ δόγμα αὐτὸ ἀπέβη τὸ κεντρικὸ δόγμα τοῦ παπισμοῦ. Δία τοῦτο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας εἰς τὴν Β’ Σύνοδον τοῦ Βατικανοῦ τόσον ἐπιμόνως καὶ ἐπιδεξίως συνεζητήθη καὶ ὑπεστηρίχθη τὸ ἀπαραβίαστον καὶ τὸ ἀναλλοίωτον αὐτοῦ τοῦ δόγματος.
     Τὸ δόγμα τοῦτο ἔχει κοσμοϊστορικὴν σημασίαν δι’ ὅλην τὴν τύχην τῆς Εὐρώπης, μάλιστα δὲ διὰ τοὺς ἀποκαλυπτικοὺς καιρούς της, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχει δὴ εἰσέλθει  Διὰ τοῦ δόγματος αὐτοῦ ὅλοι οἱ εὐρωπαϊκοὶ ἀνθρωπισμοὶ ἀπέκτησαν τὸ ἰδεῶδες καὶ τὸ εἴδωλόν των: Ὁ ἄνθρωπος ἀνεκηρύχθη ὑπερτάτη θεότης, πανθεότης. Τὸ εὐρωπαϊκὸν οὐμανιστικὸν πάνθεον ἀπέκτησε τὸν Δία του» (Ι. Πόποβιτς, Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, ἐκδ. Ἀστήρ, ε’ ἔκδοσις, 1987, σελ. 149 – 150)
     «Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡ ἕνωσις δὲν εἶναι ὑπόθεσις συμφωνίας μόνο σὲ κάποια δόγματα, ἀλλὰ ἀποδοχῆς τοῦ ὀρθοδόξου, θεανθρωποκεντρικοῦ, χριστοκεντρικοῦ, τριαδοκεντρικοῦ πνεύματος στὰ δόγματα, στὴν εὐσέβεια, στὴν ἐκκλησιολογία, στὸ κανονικὸ δίκαιο, στὴν ποιμαντική, στὴν τέχνη, στὴν ἄσκησι.
     Γιὰ νὰ γίνει ἀληθινὴ ἕνωσις θὰ πρέπει ἤ ἐμεῖς νὰ παραιτηθοῦμε ἀπὸ τὸν Ὀρθόδοξο θεανθρωποκεντρισμό μας ἤ οἱ Παπικοὶ ἀπὸ τὸν δικό τους ἀνθρωποκεντρισμό. Τὸ πρῶτο εἶναι ἀδύνατο νὰ συμβῆ μὲ τὴν Χάρι τοῦ Κυρίου μας, διότι αὐτὸ θὰ ἦταν προδοσία στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ μας. Ἀλλὰ καὶ τὸ δεύτερο εἶναι δύσκολο νὰ συμβῆ. Ὅμως «τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστίν».
     Πιστεύουμε ὅτι δὲν συμφέρει καὶ στοὺς μὴ Ὀρθοδόξους νὰ παραιτηθοῦμε ἐμεῖς ἀπὸ τὴν Ὀρθοδοξία μας. Ὅσο ὑπάρχει ἡ Ὀρθοδοξία, σώζεται ἡ ἀκαινοτόμητος εὐαγγελικὴ πίστις, ἡ «ἅπαξ παραδοθεῖσα τοῖς Ἁγίοις». Ὑπάρχει ζωντανὴ ἡ μαρτυρία τῆς πραγματικῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας ὡς θεανθρωπίνης κοινωνίας. Ἔτσι ἀκόμη καὶ οἱ ἑτερόδοξοι ποὺ τὴν ἔχασαν, γνωρίζουν ὅτι κάπου ὑπάρχει. Ἐλπίζουν. Ἴσως κάποτε τὴν ἀναζητήσουν μεμονωμένα ἤ συλλογικά. Θὰ τὴν βροῦν καὶ θὰ ἀναπαυθοῦν. Ἂς κρατήσουμε αὐτὴν τὴν ἁγία πίστι ὄχι μόνο γιὰ μᾶς ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τούς ἀδελφοὺς ἑτεροδόξους καὶ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Ἡ θεωρία περὶ δύο πνευμόνων, διὰ τῶν ὁποίων ἀναπνέει ἡ Ἐκκλησία, δηλαδὴ τοῦ Παπισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει δεκτὴ ἀπὸ Ὀρθοδόξου πλευρᾶς, διότι ὁ ἕνας πνεύμων (ὁ Παπισμὸς) δὲν ὀρθοδοξεῖ καὶ τὸ γὲ νῦν ἔχον νοσεῖ ἀνιάτως.
     Εὐχαριστοῦμε τὴν Παναγία καὶ Ζωαρχικὴ Τριάδα γιὰ τὸ μεγάλο δῶρο Της, τὴν ἁγία Ὀρθόδοξο Πίστι μας καὶ γιὰ τοὺς εὐσεβεῖς προγόνους, διδασκάλους, ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς καὶ πνευματικούς μας πατέρας, ποὺ μᾶς ἐδίδαξαν καὶ παρέδωσαν αὐτὴν τὴν ἁγία Πίστι.
     Ὁμολογοῦμε, ὅτι δὲν θὰ ἀναπαυόμασταν σὲ μία Ἐκκλησία ποὺ ἐν πολλοῖς ὑποκαθιστᾶ τὸν Θεάνθρωπο Χριστὸ μὲ τὸν «ἀλάθητο» ἄνθρωπο «πάπα» ἤ «προτεστάντη».
     Πιστεύουμε  ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔχει τὸ πλήρωμα τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Χάριτος. Λυπούμεθα, γιατί οἱ ἑτερόδοξοι Χριστιανοὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ χαροῦν αὐτὸ τὸ πλήρωμα, καὶ μάλιστα κάποτε προσπαθοῦν καὶ νὰ παρασύρουν καὶ προσηλυτίσουν τοὺς Ὀρθοδόξους στὶς κοινότητές τους, ὅπου μόνον μία μερική, ἀποσπασματικὴ καὶ διαστρεβλωμένη ἄποψι τῆς ἀληθείας ἔχουν. Ἐκτιμοῦμε τὴν ὅση ἀγάπη ἔχουν γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ ὅσα καλὰ ἔργα κάνουν, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμε νὰ δεχθοῦμε ὅτι ἡ ἑρμηνεία ποὺ δίδουν στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ εἶναι σύμφωνη μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ τῶν ἁγίων Τοπικῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
     Προσευχόμεθα ὁ ἀρχιποιμὴν Χριστός, ὁ μόνος ἀλάθητος Ἀρχηγὸς καὶ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἐκείνους μὲν νὰ ὁδηγήση στὴν Ἁγία Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι τὸ πατρικό τους σπίτι, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κάποτε ἀπεσκίρτησαν, ἐμᾶς δὲ τοὺς Ὀρθοδόξους νὰ φωτίση, ὥστε νὰ παραμείνουμε ἄχρι θανάτου πιστοὶ στὴν ἁγία καὶ ἀκαινοτόμητο Πίστι μας, ὅλο καὶ περισσότερο στερεούμενοι καὶ ἐμβαθύνοντες σ’ αὐτήν, «μέχρι καταντήσωμεν οἱ πάντες εἰς τὴν ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ». Ἀμήν». (Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Ὀρθοδοξία καὶ Ρωμαιοκαθολικισμὸς (Παπισμὸς) (Κύριαι Διαφοραί), ἐκδ. Σταμούλης 2006)