Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

ΔΑΚΡΥΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΥΜΒΟΛΟ

PDF
Ηταν η γυναίκα-σύμβολο στη μάχη κατά του καρκίνου. Η συμμετοχή της στο διαφημιστικό σποτ της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης «Μείνε Δυνατός», στο οποίο έπαιζε μποξ μαζί με τον ιδρυτή της οργάνωσης Παναγιώτη Μιχαήλ για να νικήσει την επάρατη νόσο, την έκανε γνωστή σε όλη την Ελλάδα. Κι όμως, η στάση ζωής και η δύναμη ψυχής που έδειξε έπρεπε να είναι σημείο αναφοράς από την πρώτη ημέρα που τη χτύπησε η ύπουλη αρρώστια.Η Ελένη Καλαμάρη, η κοπέλα που πάλεψε με όλες τις δυνάμεις της τον καρκίνο, που έκανε τους γιατρούς να σκίσουν τα διπλώματά τους πριν από πέντε χρόνια, όταν της έδιναν μόλις τρεις μήνες ζωής, έφυγε στα τριάντα τέσσερά της για το μεγάλο ταξίδι βυθίζοντας σε θλίψη όλους όσοι είχαν την τύχη να τη γνωρίσουν. Κι έφυγε όπως ήθελε.

Με το κεφάλι ψηλά, αγωνιζόμενη σαν λιοντάρι μέχρι το τέλος. Μπορεί να μην πρόλαβε να δει τον λατρεμένο της γιο να μεγαλώνει πολύ, όπως επιθυμούσε, αλλά του έμαθε, όπως σε όλους μας, τι σημαίνει δύναμη. Και η Ελένη ήταν δυνατή, ακόμη και τον περασμένο Οκτώβριο, όταν έφτασε στο σημείο να ζυγίζει μόλις 34 κιλά και δεν μπορούσε να κρατήσει όποια τροφή κι αν έτρωγε. Πάλεψε ώς το τέλος σαν παλικάρι, σαν γνήσια Αμαζόνα.

«Οι Αμαζόνες έκοβαν το στήθος τους, γιατί τις εμπόδιζε να κρατούν το τόξο. Σαν κι αυτές νιώθω. Δηλαδή είμαι περισσότερο αγωνίστρια παρά γυναίκα» είχε δηλώσει χαρακτηριστικά στην τελευταία της συνέντευξη στο περιοδικό «Life & Style». To moto της ζωής της, το ίδιο τα τελευταία πέντε χρόνια: «Ο αγώνας για τη ζωή δεν είναι ποτέ εύκολος. Το να κοιτάς τον θάνατο κατά πρόσωπο και να τον πολεμάς με όλες σου τις δυνάμεις απαιτεί ψυχικό σθένος, πίστη, αυτοσεβασμό και -πάνω απ’ όλα- αγάπη». Και όλοι όσοι τη γνώρισαν παραδέχθηκαν το σθένος της και την αγάπησαν.

Τραγική ειρωνεία
Η συγκλονιστική της ιστορία άρχισε τον Μάιο του 2007. Και τραγική ειρωνεία, ο καρκίνος δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε την πιο ευτυχισμένη περίοδο της ζωής της. Οταν περίμενε πώς και πώς να σφίξει στην αγκαλιά της το μωρό που θα γεννούσε. Ενιωθε στην αρχή ενοχλήσεις στο πόδι της και στη συνέχεια ο πόνος είχε γίνει αφόρητος. Στον τελευταίο μήνα της εγκυμοσύνης της έμεινε κλινήρης και λίγες ώρες πριν γεννήσει, σε μια προσπάθεια να γυρίσει πλευρό στο κρεβάτι του μαιευτηρίου, το πόδι της έσπασε. Ετσι μπήκε εσπευσμένα στο χειρουργείο για να της γίνει καισαρική τομή και ακολούθως την πήγαν για ακτινογραφίες. Εκεί φάνηκε ότι η λεκάνη και η κορυφή του μηρού είχαν γίνει κομμάτια.

Οι γιατροί ήταν σχεδόν σίγουροι ότι είχε «χτυπηθεί» από καρκίνο, αλλά περίμεναν κάποιες εξετάσεις για να βεβαιωθούν. Δυστυχώς η αρχική τους διάγνωση επιβεβαιώθηκε. Μάλιστα τα αποτελέσματα ήταν αποθαρρυντικά. Είχε γίνει μετάσταση στα οστά και οι γιατροί απέκλεισαν το ενδεχόμενο εγχείρησης. Ηταν ήδη πολύ αργά. Την επόμενη κιόλας μέρα έκανε την πρώτη της χημειοθεραπεία, με τους θεράποντες ιατρούς να είναι απαισιόδοξοι, αφού της έδιναν μόνο τρεις μήνες ζωής.

Μάχη και για το παιδί
Εκείνη όμως τους διέψευσε, γιατί πάνω από όλα μίλησε το μητρικό ένστικτο. Η Ελένη ήθελε πολύ να δει το μωράκι της. Ηταν άλλωστε λεχώνα μόλις έντεκα ημερών, όταν άρχισε ο Γολγοθάς της. Και η επιθυμία της να βρεθεί δίπλα στο παιδί της ήταν τέτοια που κατάφερε τότε να κερδίσει τη μεγάλη μάχη με την επάρατη νόσο. Οπως αποκάλυψε πάντως στο περιοδικό «People», η μάχη που είχε αμέσως μετά ήταν πολύ πιο δύσκολη και πιο επώδυνη.

«Το φθινόπωρο πήρα τηλέφωνο τον σύζυγό μου και του είπα πως θέλω να δω το παιδί. Μου είπε ότι ο μοναδικός τρόπος να το δω ήταν να δώσω το συναινετικό διαζύγιο και να του παραχωρήσω την επιμέλεια του παιδιού». Αποφασίζει να πάει στο νησί όπου μένουν ο σύζυγος και το παιδί της και μένει εκεί δύο μήνες, με προστριβές με τον άντρα της. Τελικά, όπως εξομολογήθηκε: «Μπήκα μέσα στο σπίτι, όπου βρισκόταν το παιδί. Τη στιγμή εκείνη οι μισοί έλειπαν και οι υπόλοιποι κοιμούνταν. Δεν με είδε κανένας, πήρα τον γιο μου κρυφά κι έφυγα. Ζητάω συγγνώμη που πήρα το παιδί μου με αυτό τον τρόπο και δεν τους άφησα να το χαιρετήσουν, αλλά έτσι έπρεπε να γίνει».

Την επόμενη χρονιά κερδίζει με συμβιβασμό την επιμέλεια του γιου της. Ηταν η πιο χαρούμενη στιγμή της από τότε που βρέθηκε αντιμέτωπη με την επάρατη νόσο. Και η ανάγκη πλέον ήταν να μεγαλώσει το παιδί της γνωρίζοντας ότι είχε μπροστά της να αντιμετωπίσει έναν Γολγοθά. «Δεν έχω περιουσία, δεν έχω χρήματα, δεν έχω οικογένεια, δεν έχω σπίτι, δεν έχω καν υγεία. Ομως έχω αυτό το παιδί» δήλωσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια στην τελευταία της συνέντευξη.

Φιλανθρωπική δράση
Είχε όμως πολλούς φίλους, αφού η στάση της όλο αυτό το διάστημα απέναντι στην αρρώστια είχε γίνει σημείο αναφοράς. Μια γυναίκα-παράδειγμα ζωής, δύναμης και ελπίδας. Εγραψε βιβλίο για την περιπέτειά της, ανέπτυξε έντονη φιλανθρωπική δράση με την οργάνωση «Μείνε Δυνατός», πάντα βρισκόταν δίπλα σε όσους ζήτησαν τη βοήθεια και τη συμπαράστασή της στη δική τους μάχη κατά του καρκίνου και ποτέ δεν φοβήθηκε να μιλήσει ανοικτά για την αρρώστια της.

Η ίδια παραδέχθηκε ότι κάθε μέρα χτυπούσε συνεχώς το τηλέφωνό της, αφού όλοι τη θεωρούσαν υπόδειγμα θάρρους κι εκείνη πάντα το σήκωνε και μιλούσε με τον κόσμο δίνοντας συμβουλές και στήριξη.

Το Πάσχα του 2008 κι ενώ είχε κερδίσει την πρώτη μάχη, εμφανίστηκε ξανά όγκος, αυτή τη φορά στο αριστερό της στήθος. Τον νικάει ξανά, αλλά ξέρει πια ότι η ζωή της θα είναι ένας συνεχής πόλεμος με τον ύπουλο εχθρό. Την τελευταία πενταετία ήρθε αντιμέτωπη με την αρρώστια συνολικά έξι φορές. Τις πέντε βγήκε νικήτρια.

Ολοι πίστευαν ότι και την έκτη θα τα κατάφερνε. Δίπλα της ήταν οι γονείς της και οι πραγματικοί φίλοι, που έμειναν δίπλα της από το 2007 και μετά. Στο πλευρό της, και όσοι θαύμαζαν το έργο της και της έλεγαν «μπράβο» για τη δύναμη και το κουράγιο της. Δυστυχώς αυτή τη φορά λύγισε. Λύγισε, όχι δεν τα κατάφερε, γιατί ειδικά την τελευταία πενταετία όσα κατάφερε ήταν πάρα πολλά. Και μην ξεχνάμε ότι οι γιατροί τής έδιναν μόνο τρεις μήνες ζωής...

«Από Ελενα... Ελένη»

Η Ελένη Καλαμάρη ποτέ δεν φοβήθηκε να μιλήσει ανοιχτά για το πρόβλημα της υγείας της. Και όχι μόνο αυτό, αλλά όταν ο καρκίνος τη «χτύπησε» δεύτερη φορά, εκείνη αποφάσισε να γράψει βιβλίο για τη μάχη της. Ο τίτλος του: Από Ελενα... Ελένη». Η επιλογή του τίτλου μόνο τυχαία δεν ήταν.

Ηθελε να δείξει ότι αν κάποιος θέλει να αλλάξει, μπορεί να γίνει όντως άλλος άνθρωπος. Ηταν ουσιαστικά το δικό της ημερολόγιο που ήθελε να το αφήσει ως παρακαταθήκη στον γιο της, σε περίπτωση που εκείνη δεν ζούσε. Στη συνέχεια το ημερολόγιο έγινε βιβλίο, ύστερα από παρακίνηση της εκδότριάς της, με σκοπό να βοηθήσει τον κόσμο. Μέρος των εσόδων από το βιβλίο της διατέθηκαν στη μη κερδοσκοπική οργάνωση «Μείνε Δυνατός», που σκοπό έχει να προσφέρει ψυχολογική υποστήριξη στους καρκινοπαθείς και το περιβάλλον τους.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΤΗΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
«Δεν κατέθεσα τα όπλα ούτε ένα λεπτό»

Η τελευταία συνέντευξη της Ελένης ήταν στο περιοδικό «Life & Style», το οποίο έκανε εκστρατεία κατά του καρκίνου του μαστού.

Και πάλι μίλησε χωρίς να μασήσει τα λόγια της και είπε πολλές (και πικρές) αλήθειες. Όπως, για παράδειγμα, το ξεκαθάρισμα των ανθρώπων που βρίσκονταν δίπλα της: «Ο καρκίνος ξεκαθάρισε το τοπίο και μου έδειξε ποιοι πραγματικά ήταν οι φίλοι μου και ποιοι οι εχθροί στη ζωή μου».

Στενοχωριόταν πολύ για την άγνοια του κόσμου και τη στάση που κρατούσε: «Ο κόσμος δεν ξέρει. Και είναι λογικό, από τη στιγμή που δεν έχουν έρθει κοντά στον θάνατο. Σήμερα πήγα στο σούπερ μάρκετ. Είχα πολλούς μήνες να βγω από το σπίτι. Δεν μπορούσα να περπατήσω από την αδυναμία και μετακινήθηκα με το καροτσάκι. Ο κόσμος με έβλεπε και τραβούσε τα παιδιά του, λες και θα τους κολλήσω. Στην Ελλάδα είμαστε, το έχω συνηθίσει».

Η Ελένη σε κάθε της συνέντευξη δεν έκρυβε τη λατρεία για το παιδί της: «Αν είχα γεννήσει ένα μήνα αργότερα, δεν θα είχα καρκίνο, αλλά θα είχα ένα άλλο παιδί. Δεν θα είχα τον γιο που έχω τώρα. Και τον γιο μου δεν θα τον άλλαζα για όλη την υγεία του κόσμου».

Και φυσικά με τα λόγια που είπε στο τέλος της συνέντευξης απέδειξε γιατί για πολλούς ήταν η γυναίκα-σύμβολο, το παράδειγμα θάρρους στη μάχη κατά του καρκίνου: «Πολλές φορές χρειάστηκα βοήθεια, αλλά ποτέ δεν ζήτησα. Εχω ακραία περηφάνια και δεν το μετανιώνω. Θεωρώ ότι και αύριο να πεθάνω, είμαι νικήτρια πια. Δεν κατέθεσα τα όπλα ούτε ένα λεπτό. Ζούσα με τη νοοτροπία ότι η Ελένη δεν έπαθε καρκίνο, αλλά ο καρκίνος έπαθε Ελένη. Εχω αλλάξει προς το καλύτερο. Εχω γίνει άλλος άνθρωπος».

Η τραγουδίστρια Έφη Σαρρή δόκιμη μοναχή

 
Οδηγήθηκε στο μοναστήρι μετά τον τηλεοπτικό διασυρμό της (όπως βίωσε την αντιμετώπισή της από γνωστή σατιρική εκπομπή). Η ψυχή της γαλήνεψε - συνάντησε ξανά την πίστη των εφηβικών της χρόνων. Η ίδια η ηγουμένη την έστειλε πίσω στον κόσμο, με σοφά λόγια, που αναφέρονται παρακάτω.
Αξίζει να διαβάσετε τη συνέντευξη της τραγουδίαστριας Έφης Σαρρή, που φανερώνει ότι κανείς δεν είναι "ξένος" για μας κι ότι δεν πρέπει να κρίνουμε επιφανειακά και επιπόλαια - ή μάλλον δεν πρέπει να κρίνουμε καθόλου, παρά μόνο από αγάπη. Πηγές: εδώ & εδώ.

Την απόφασή της να κλειστεί σε μοναστήρι εξηγεί σε συνέντευξής της, που αναμένεται να κάνει πάταγο, η τραγουδίστρια Έφη Σαρρή.
Μιλώντας στο «Down Town Κύπρου» της εφημερίδας «Ο Φιλελεύθερος» περιγράφει πως κλείδωσε το σπίτι, πήρε μόνο ένα βαλιτσάκι με κάποια απαραίτητα και κάλεσε ένα φίλο της ο οποίος την πήγε κατευθείαν εκεί.


-Τι σε οδήγησε στον μοναχισμό, Έφη;
 
Να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Από την παιδική μου ηλικία το θείο ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου, πηγαίναμε συχνά στην εκκλησία με τους γονείς μου και, μέχρι την εφηβεία μου, νήστευα, προσευχόμουνα, πήγαινα σε ιερέα ο οποίος ήταν ο πνευματικός μου- ήταν επίσης εκείνος με τον οποίο μελετούσαμε τα θεία συγγράμματα στο κατηχητικό- και έκανα συχνά εξομολόγηση. Στη συνέχεια, λόγω της ενασχόλησής μου με το τραγούδι, τα πράγματα άλλαξαν κάπως. Αλλά μόνο φαινομενικά. Γιατί, αν και δεν πήγαινα τόσο συχνά στην εκκλησία λόγω της δουλειάς μου, πάντα μέσα στο καμαρίνι μου βρισκόταν μία εικόνα της Παναγίας- η οποία κατά κάποιο τρόπο θεωρώ ότι με προστατεύει από τις κακοτοπιές- κι έτσι ένιωθα ότι κάποιος, κάπου εκεί ψηλά, με βλέπει και με προσέχει.

-Τι εννοείς; Βαφόσουν για να βγεις στην πίστα και να τραγουδήσεις «στα κρεβάτια τα ξένα θα ονειρεύεσαι εμένα!» και ταυτόχρονα άναβες καντηλάκι;

 
Γιατί; Που είναι το παράξενο; Ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο βαλέτω. Ποιος θα με κρίνει; Το ένα το έκανα για την επιβίωση μου και το άλλο για την ψυχή μου. Βέβαια ήμουν πολύ προσεκτική σ’ αυτά, γιατί δεν ήθελα ο καθένας μέσα στα μαγαζιά που τραγουδούσα να λέει το μακρύ του και το κοντό του για την πίστη μου και να με λοιδορεί.

-Από το να πιστεύεις, όμως, στο Θεό και στους Αγίους μέχρι να φτάσεις να κλειστείς σε μοναστήρι, έχει πολύ μεγάλη απόσταση.

Συμφωνώ. Όταν, όμως, σε μία περίοδο ιδιαίτερα δύσκολη για μένα, έπεσαν στα χέρια μου τα συγγράμματα της Μοναχής Γαβιηλίας που μου εμπιστεύτηκε μία συνάδελφός μου - πολύ διάσημη τραγουδίστρια, με επιτυχίες του Φοίβου στο ενεργητικό της, αλλά δεν θα αναφέρω δημόσια το όνομά της - αισθάνθηκα ότι τα λόγια της και η «ασκητική της αγάπης» της, ήταν η ελπίδα που έψαχνα ανακαλύπτοντας έκπληκτη ότι βρισκόταν μόνο κοντά σε αληθινά ενάρετους ανθρώπους.



-Αυτό πότε συνέβη, Έφη;

Πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, όταν ο Λάκης Λαζόπουλος ξεκίνησε να με ειρωνεύεται μέσα από την εκπομπή του, να κάνει όλα αυτά τα αίσχη εναντίον μου, να μου βιάζει την ψυχή. Ήταν η στιγμή εκείνη που πήρα από μόνη μου τηλέφωνο ένα βράδυ σε γυναικείο μοναστήρι, στην ευρύτερη περιοχή των ανατολικών προαστίων της Αθήνας, μίλησα με την Ηγουμένη, της είπα ποια είμαι- φυσικά με γνώριζε- και μου ανέφερε ότι «ο δρόμος του Θεού είναι ανοιχτός για όλο τον κόσμο». Και μόνο από τη φωνή της στο ακουστικό, εγώ είχα γαληνέψει.

-Και τότε πήγες τελικά σε μοναστήρι;

Για τέσσερις περίπου εβδομάδες εγώ πήγαινα κάθε απόγευμα σχεδόν στο συγκεκριμένο μοναστήρι και προσευχόμουν. Είχα μιλήσει με κάποιες μοναχές εκεί- μία μάλιστα από αυτές έκανε παλιά φωνητικά και στο cd που είχα βγάλει με τον Καρβέλα, ήταν πολύ χαρακτηριστική η φωνή της στο «Θέλεις να φύγεις από μένα; Αδύνατον!»- και σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα, ξεκίνησα να νιώθω ότι το μοναστήρι ήταν το δεύτερό μου σπίτι. Τότε θυμάμαι ότι πήγαινα ταυτόχρονα καθημερινά σε ψυχολόγο- είχα διάφορα ψυχοσωματικά λόγω της λάσπης που μου έριχνε ο Λαζόπουλος- και ο χώρος του μοναστηριού έγινε το καταφύγιό μου. Σαν να ήμουν στο φυσικό μου πεδίο. Έτσι αισθανόμουν.

-Τον μοναχισμό πότε τον ασπάστηκες;

Δύο μήνες μετά και αφού είχα απελπιστεί πια από τα εγκόσμια, είπα στον εαυτό μου «Έφη, τώρα είναι η στιγμή να πραγματοποιήσεις το μεγάλο βήμα στη ζωή σου, να κάνεις το άλμα και την υπέρβαση». Κοίταξα για λίγη ώρα τα ωραία μου φορέματα που είχα μέσα στην ντουλάπα μου, έριξα μια ματιά στους χρυσούς μου δίσκους, θυμήθηκα την κουβέντα μίας μοναχής που με έκανε να ντραπώ λέγοντάς μου «το “Γυμνός μες στην Ελλάδα” δεν έπρεπε να το πεις!», χαμογέλασα γλυκά, σκέφτηκα όλα τα μικρά αμαρτήματα που έχω κάνει κατά καιρούς, τους ανθρώπους που άθελά μου έχω αδικήσει, θεώρησα πως τώρα ίσως να τιμωρούμαι για όλα τα αθώα σφάλματά μου και έλαβα την μεγάλη απόφαση. Πήρα τηλέφωνο την Ηγουμένη, της ανακοίνωσα την βαθιά μου επιθυμία και με παρέπεμψε σε μία άλλη μοναχή η οποία διεύθυνε ένα καινούργιο μοναστήρι, αρκετά χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα. Κλείδωσα το σπίτι, πήρα μόνο ένα βαλιτσάκι με κάποια απαραίτητα και κάλεσα ένα φίλο μου ο οποίος με πήγε κατευθείαν εκεί.

-Ως δόκιμη μοναχή;
 
Ακριβώς. Όλες οι μοναχές που βρίσκονταν εκεί- καμιά εικοσαριά- με καλοδέχτηκαν, με φρόντισαν, μου έδωσαν να διαβάσω αποσπάσματα από την Αγία Γραφή παραπέμποντας με σε συγκεκριμένα χωρία, ενώ θυμάμαι πως η Ηγουμένη- μία Άγια γυναίκα, χωρίς υπερβολή- με είχε βάλει να μάθω απέξω την Β’ Επιστολή προς Κορινθίους του Αποστόλου Παύλου, λέγοντάς μου πως αυτά τα λόγια θα πρέπει να γίνουν οδηγός μου στη ζωή. Μάλιστα, επειδή ήταν έξυπνη γυναίκα και διέθετε υψηλό χιούμορ, θυμάμαι ότι μου είχε πει χαρακτηριστικά: «Με τον ίδιο τρόπο που αποστήθιζες τα τραγούδια σου, έτσι θα το μάθεις κι αυτό!».

-Και από εκείνη τη μέρα συμμετείχες κανονικά στη μοναστηριακή ζωή;


-Κανονικότατα! Το επόμενο κιόλας πρωί σηκώθηκα από τις 5:00 για να πάω στον όρθρο. Θραύση έκανα στη λειτουργία! Κάθισα πίσω από ένα στασίδι, άνοιξα κι εγώ το βιβλίο με την λειτουργία της ημέρας και συμμετείχα μαζί με τις αδελφές μου στους ψαλμούς. Τελικά, τίποτα δεν πάει χαμένο. Η φωνή μου ξεχώριζε απ όλες. Όλες μου έδωσαν τα συγχαρητήριά τους. Στη συνέχεια, πήγα μαζί με μία αδελφή- η οποία ήταν κατά κάποιο τρόπο η υπεύθυνη μου στο Μοναστήρι, μέχρι να θεωρηθώ κανονική Μοναχή- σε ένα μεγάλο χωράφι, το οποίο, όπως μου ανέφερε η αδελφή, ανήκε εδώ και πολλά χρόνια στη Μονή, για να μαζέψουμε ελιές. Δεν σου κρύβω ότι με δυσκόλεψε λίγο αυτό, γιατί ποτέ στη ζωή μου δεν είχα κάνει κάτι τέτοιο. Αλλά, μπροστά στη σωτηρία που αισθανόμουν σκεπτόμενη τα αιχμηρά δόντια του τηλεοπτικού δυνάστη μου, αυτό δεν ήταν τίποτα.


-Με τα ράσα δεν δυσκολευόσουν;
 
Αρκετά. Κυρίως, γιατί ήταν Καλοκαίρι, Ιούνιος μήνας, και εγώ ίδρωνα πολύ, ενώ μέχρι τότε είχα συνηθίσει να κυκλοφορώ με τα μίνι μου για να παίρνουν τα πόδια μου αέρα. Παρόλα αυτά, το υπέμενα κι αυτό γιατί ήταν μέρος της δοκιμασίας.

-Και μπορούσες να ξυπνάς κάθε μέρα στις 5, όταν για πολλά χρόνια εκείνη την ώρα εσύ πήγαινες κανονικά για ύπνο;

Βεβαιότατα! Δειπνούσαμε κατά τις 8- συνήθως ψωμί, ελιές, χόρτα- αμέσως μετά κάναμε την προσευχή μας και κοιμόμασταν στα κελιά μας. Άλλος κόσμος!

-Οι άλλες μοναχές τι σου έλεγαν; Ήξεραν ποια είσαι;

Όλες με αναγνώρισαν! Από την πρώτη στιγμή. Δεν σου κρύβω ότι κάποιες από αυτές υπήρξαν δύσπιστες απέναντί μου, κάποιες είχα ακούσει να λένε ότι «οι καλλιτέχνιδες δεν ταιριάζουν στον Οίκο του Θεού», αλλά η μεγάλη πλειοψηφία με είχε δεχτεί με πολύ μεγάλη αγάπη.

-Και γιατί δεν έμεινες τελικά στο μοναστήρι;

Σε μία συζήτηση που είχαμε κάνει με την Ηγουμένη, μου είπε ότι θα πρέπει να παλέψω και να συναλλαγώ με τον κόσμο, ότι το Μοναστήρι θα ήταν πάντα εκεί για μένα, αλλά εγώ θα πρέπει να βρω το δρόμο μου σε αυτό που με πλήγωνε ανάμεσα στους ανθρώπους και να το λύσω. Πως η Μονή ήταν παρηγοριά για όσα ζούσα, αλλά δεν θα μπορούσε να γίνει η λύση της ζωής μου. Ήδη βρισκόμουν εκεί για περίπου 20 μέρες και, στη συνέχεια, μάζεψα τα πράγματά μου από το μικρό κελί που μοιραζόμουν με μία άλλη δόκιμη και επέστρεψα στο σπίτι μου στον Άλιμο.

-Θες να μου πεις ότι όλο αυτό το έζησες λόγω μίας σατιρικής εκπομπής;

 
Ο συγκεκριμένος άνθρωπος μου τσαλαπάτησε την ψυχή με το «χιούμορ» του. Η Μονή ήταν η Ανάστασή μου.

-Σου έκανε καλό τελικά η παραμονή σου στο Μοναστήρι;

 
Πολύ. Νομίζω ότι είμαι μία άλλη Έφη τώρα. Η επαφή μου με τα θεία με βοήθησε να διαχωρίσω πολλά πράγματα μέσα μου, να ξεχωρίσω τους ανθρώπους, να τους κατηγοριοποιήσω και αυτό που προσπαθώ να κάνω τώρα είναι και το να συγχωρώ. Ακόμη και εκείνους που με έχουν πληγώσει βαθιά.

-Μήπως το Μοναστήρι ήταν απλά μία λύση ανάγκης της στιγμής και όχι κάτι βαθύτερο;

-Υπάρχει μέτρο που να μετράει την πίστη και να μην το ξέρω; Το λέει και ο ίδιος ο Χριστός: «όποιος θέλει οπίσω μου ελθείν». Και «Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες».

-Εσύ τι από τα δύο ήσουνα;
 
Διψούσα για κατανόηση. Για έναν γαλήνιο ακροατή στα προβλήματα που αντιμετώπιζα εκείνη την περίοδο. Και τον βρήκα στις Αδελφές Μοναχές. Το επόμενο μου cd θα παραπέμπει σε όλη αυτή τη συγκλονιστική εμπειρία που βίωσα.

-Θα ερμηνεύσεις ψαλμούς δηλαδή;

Θα είναι ένας συνδυασμός εκκλησιαστικών ύμνων με παλιά μου συγκλονιστικά σουξέ. Δεν μπορώ να πω περισσότερα γι αυτό.

-Γιατί αποφάσισες να δημοσιοποιήσεις τώρα όλο αυτό που έζησες;

Εξαιτίας όλων αυτών που ζει τώρα η Ελλάδα, αλλά και λόγω των ημερών του Πάσχα, ήθελα να δώσω κι εγώ ένα παράδειγμα σε όλο τον κόσμο: Ότι η αγάπη και η πίστη σώζουν. Στο λέω εγώ που δεν μου είχε λείψει ποτέ το οτιδήποτε στη ζωή μου. Γιατί πάντα είχα μοιραίους έρωτες, άντρες νέους και γεροδεμένους πεσμένους στα πόδια μου να με παρακαλάνε για ένα μου άγγιγμα φευγαλέο, λεφτά, δημοσιότητα, απροσμέτρητες επιτυχίες. Κι όμως. Αρκούσε ο κακός λόγος ενός ανθρώπου για να με απορυθμίσει και να μου πει πως ό,τι κι αν είχα κερδίσει όλα αυτά τα χρόνια που βρίσκομαι ανάμεσα στις κορυφαίες τραγουδίστριες του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού, ήταν όλα πράγματα του αέρα. Χωρίς πίστη ήμουν ένα τίποτα. Τώρα ξέρω. Δεν είμαι πια η Έφη που γνωρίζατε- η ζωή μου έχει χωριστεί πια σε προ Μοναστηριού και μετά Μοναστηριού. Και, πίστεψέ με, η δεύτερη αυτή εποχή, είναι σαφώς ευτυχέστερη από την πρώτη.