Τρίτη, 7 Αυγούστου 2012

Ἡ Κυρία Θεοτόκος καί οἱ Παρακλητικοί Κανόνες


Η Κυρία Θεοτόκος και οι Παρακλητικοί Κανόνες

Η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία είναι θαύμα και μυστήριο που ούτε οι άγγελοι δεν μπορούν να κατανοήσουν· «εξέστη επί τούτο ο ουρανός, και τη γης κατεπλάγη τα πέρατα, ότι Θεός, ώφθη τοις ανθρώποις σωματικώς, και η γαστήρ σου γέγονεν, ευρυχωροτέρα των ουρανών· διό σε Θεοτόκε Αγγέλων και ανθρώπων ταξιαρχίαι μεγαλύνουσιν», γράφει ο ποιητής του Παρακλητικού Κανόνα.
Είναι «η μετὰ Θεὸν Θεός», αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Βέβαια, αλλού οι Πατέρες εκφράζονται με σαφήνεια, ως προς τη θέση της Παναγίας. Ο Άγιος Επιφάνιος υπογραμμίζει: “Εν τιμή έστω Μαρία, ο δε Πατήρ και Υιός και Άγιον Πνεύμα προσκυνείσθω, την Μαρίαν μηδείς προσκυνείτω”. Για το γενεαλογικό δέντρο της Κυρίας Θεοτόκου πληροφορούμαστε μέσα από το Ευαγγέλιο του Αποστόλου Λουκά πως ήταν «εξ οίκου Δαυίδ».

Το λεγόμενο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου του Αδελφοθέου αναφέρει ότι ο ιερέας Ματθάν νυμφεύθηκε τη Μαρία και γέννησαν τέσσερα παιδιά τον Ιακώβ, ο οποίος γέννησε τον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Παναγίας, τη Μαρία, η οποία γέννησε τη Σαλώμη τη μαία, τη Σοβή, η οποία γέννησε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Τιμίου Προδρόμου, την Άννα, η οποία γέννησε τη Μαριάμ, τη Μητέρα του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.
Το όνομα Μαριάμ που της έδωσαν οι γονείς της, Ιωακείμ και Άννα, παράγεται από το εβραϊκό «Αϊός», που σημαίνει Κύριος. Επομένως, το όνομα Μαριάμ διερμηνεύεται Κυρία. Το κατ\’ εξοχήν, όμως, όνομά της, είναι Θεοτόκος, γιατί είναι η Μητέρα του Θεού.
Τον όρο αυτό επικύρωσε η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος της Εκκλησίας το 431. Ωστόσο, η Εκκλησία, για να εκφράσει την περισσή της αγάπη και τον μεγάλο σεβασμό που τρέφει προς την Αειπάρθενο, τής έχει προσδώσει πλήθος τιμητικών ονομάτων και επιθέτων. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Άγιος Νεκτάριος, ο οποίος αφιέρωσε προς τιμή της Παναγίας πέντε χιλιάδες ποιητικούς στίχους, που αποτέλεσαν το «Θεοτοκάριό» του.

Από τα Ευαγγέλια της Κ.Δ. πληροφορούμαστε ότι η Κόρη της Ναζαρέτ, δέχθηκε τον Ευαγγελισμό της από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, επισκέφθηκε την εξαδέλφη της Ελισάβετ, η οποία ήδη κυοφορούσε τον Τίμιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, Γέννησε τον Σωτήρα του Κόσμου στη Βηθλεέμ, κατέφυγε στην Αίγυπτο, για να προστατέψει το Παιδί της από τους επίδοξους δολοφόνους, αναζητούσε τον δωδεκαετή Υιό της στα Ιεροσόλυμα, ενώ Αυτός βρισκόταν μέσα στο Ναό και διαλεγόταν με τους διδακάλους, ήταν παρούσα στο Γάμο της Κανά, όπου και μεσίτευσε προς τον Υιό της, συμπορεύτηκε με τον Κύριο έως τον Γολγοθά, και έζησε τα θεία γεγονότα της Σταύρωσης, της θεοσώμου ταφής και της ένδοξης Ανάστασης του Κυρίου, και κατόπιν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος που έγινε στο Υπερώον κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.
Για τη ζωή της Παναγίας μας μαθαίνουμε και από την Πατερική Παράδοση, η οποία είναι τό ίδιο έγκυρη πηγή με την Αποστολική Παράδοση, της οποίας αποτελεί τη φυσική συνέχεια, βασιζόμενη στην αγιοπνευματική εμπειρία και καθοδήγηση.
Το σύγγραμμα Περί Θείων Ονομάτων του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, τα Εγκώμια της Κοιμήσεως της Παναγίας που έγραψαν διάφοροι Άγιοι της Εκκλησίας, όπως ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Ανδρέας Κρήτης, η Υμνολογία και η Εικονογραφία της Εκκλησίας είναι οι βασικές πηγές. Πληροφορίες βρίσκουμε, επίσης, στην Απόκρυφη διήγηση του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαρίας.

Η μακαρία Κοίμηση της Θεοτόκου, λοιπόν, έγινε το 47 μ.Χ. σε ηλικία 59 ετών ή σε ηλικία 70 περίπου ετών, δηλαδή 24 χρόνια μετά την Ανάληψη του Κυρίου. Όπως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ τη διακόνησε καθ’ όλα τα προηγούμενα χρόνια, έτσι, και τότε, της έφερε το μήνυμα ότι σε τρεις ημέρες ο Υιός της πρόκειται να παραλάβει την πάναγνη ψυχή της.
Μετά το θείο μήνυμα, η Κυρία Θεοτόκος, ανέβηκε στο Όρος των Ελαιών, όπου προσευχήθηκε προς τον Υιό και Θεό της. Κατόπιν κοινοποίησε στην Εκκλησία το αναμενόμενο γεγονός και άρχισε τις σχετικές προετοιμασίες.
Την ημέρα της Κοιμήσεώς της η Χάρη του Κυρίου, υπό μορφή νεφέλης, μετέφερε τους Αποστόλους, που βρίσκονταν μακριά, στην οικία του Ευαγγελιστού Ιωάννου, στη Γεσθημανή, προκειμένου να λάβουν την ευλογία της και να ζήσουν την μακαρία Κοίμησή της.
Ο Απόστολος Παύλος, ο Απόστολος Τιμόθεος, ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, καθώς και άλλοι Άγιοι και Αγίες, ήσαν επίσης παρόντες. Η Παναγία παρηγορούσε και συμβούλευε τους Αποστόλους και προσευχόταν για την σωτηρία του σύμπαντος κόσμου, έως και το πρωὶ, οπότε ο ίδιος ο Υιός της παρέλαβε το πνεύμα της.

Τότε, «το θεοδόχον αυτής σώμα, μετά αγγελικής και αποστολικής υμνωδίας εκκομισθέν και κηδευθέν, εν σορώ τη εν Γεσθημανή κατετέθη», παρόλο που οι Ιουδαίοι παρεμπόδιζαν την αγία τελετή. Αναφέρεται δε ότι κάποιος Ιουδαίος, ο Ιεφονίας, προσπάθησε να ανακόψει τον ενταφιασμό της, με αποτέλεσμα να αποκοπούν τα χέρια του από αόρατη δύναμη. Ευτυχώς δε, ο Ιεφονίας μετανόησε και αμέσως θεραπεύτηκε. Παρόμοια τύχη είχαν όσοι προσέγγιζαν με ασέβεια την Παναγία· τυφλώνονταν, αλλά όταν μετανοούσαν ξαναέβρισκαν το φως τους.
Οι Άγιοι Απόστολοι ενταφίασαν, τελικά, το πανάγιο σκήνωμα της Θεοτόκου και παρέμειναν εκεί για τρεις μέρες, ενώ «η των αγγέλων χοροστασία και υμνωδία διέμεινεν άπαυστος». «Μετά δε την τρίτην ημέραν της αγγελικής υμνωδίας παυσαμένης, παρόντες οι απόστολοι, ενός αυτοίς απολειφθέντος και μετά την τρίτην ελθόντος και το θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντος, ήνοιξαν την σορόν. Και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες και της εξ αυτών αφάτου ευωδίας εμφορηθέντες», αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο Εγκώμιόν του εις την πάνσεπτη Κοίμηση της Θεομήτορος.
Ο Απόστολος που απουσίαζε ανήμερα της Κοιμήσεως ήταν, κατά την Παράδοση, ο Θωμάς. Έτσι, την τρίτη ημέρα απὸ την Κοίμησή της Θεοτόκου, κατά την οποία η Παναγία έμελλε να μεταστεί σωματικώς προς τον Υιό της, ο Απόστολος Θωμάς μεταφέρθηκε από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος στη Γεθσημανή, όπου είδε την Θεοτόκο να αναλαμβάνεται στους ουρανοὺς. Τότε, η Παναγία τού παρέδωσε την Αγία Ζώνη της, η οποία φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού στην Ιερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου.

Οι παρακλητικοί Κανόνες της Θεοτόκου

Η ημέρα της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι λαμπρότατη. Στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας το Απολυτίκιον της εορτής και το Κοντάκιον διερμηνεύουν το γιατί. «Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἓν τὴ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὗ κατέλιπες Θεοτόκε, Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταὶς πρεσβείαις ταὶς σαὶς λυτρουμένη, ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν». «Τὴν ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητον Θεοτόκον, καὶ προστασίαις ἀμετάθετον ἐλπίδα, τάφος καὶ νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν, ὡς γὰρ ζωῆς Μητέρα, πρὸς τὴν ζωὴν μετέστησεν, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον».

Η εορτή αυτή της Παναγίας στην αρχή ήταν κινητή, αλλά στη συνέχεια, με εντολή του Αυτοκράτορα Μαυρίκιου καθιερώθηκε να τελείται στις 15 Αυγούστου.
Σήμερα, της εορτής προηγείται κατανυκτική περίοδος δύο εβδομάδων, κατά τις οποίες τα απογεύματα εμείς οι Χριστιανοί συναγόμαστε στις εκκλησίες, προκειμένου να ψάλλουμε τον Παρακλητικό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο.
Προστρέχουμε στην Παναγία, και ψάλλουμε τις Παρακλήσεις, γιατί πιστεύουμε ακράδαντα, μαζί με τον ποιητή της Παρακλήσεως, ότι «ουδείς προστρέχων επι σοι κατησχημένος από σου εκπορεύεται Παρθένε Θεοτόκε, αλλά αιτείται τη χάριν και λαμβάνει το δώρημα προς το συμφέρον της αιτήσεως». Η εμπειρία μας από τις απειράριθμες ευεργεσίες που δεχτήκαμε από την Κυρία των Ουρανών δεν μας επιτρέπει να σιωπήσουμε  «ου σιωπήσωμέν ποτε, Θεοτόκε, τα δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι ειμή γαρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων;
Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου  σους γαρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών». «Ου κρύπτω σου τον βυθόν του ελέους και την βρύσιν των απείρων θαυμάτων…αλλά απάσιν ομολογώ και βοώ και κηρύττω και φθέγγομαι».

Ομολογούμε έμπροσθεν της Κυρίας Θεοτόκου την αμαρτωλότητά μας, εκφράζουμε προς Αυτήν την κραυγή αγωνίας, τον ψυχικό και σωματικό μας πόνο και τη θλίψη, που μας κάνουν να αισθανόμαστε πως «η ζωή μας τω Άδη προσήγγισε».
Βεβαίως, όμως, δεν απελπιζόμαστε και δεν μοιρολογούμε, ως οι μη έχοντες ελπίδα, αλλά εκ βάθους καρδίας ψάλλουμε «χαράς μου την καρδίαν πλήρωσον Παρθένε… της αμαρτίας την λύπη εξαφανίσασα». Εναποθέτουμε όλες μας τις ελπίδες σε Αυτή, γιατί γνωρίζουμε, εκ πείρας, ότι πραγματικά είναι φιλεύσπλαχνη και ότι ως Μητέρα του Θεού είναι πηγή ελέους, το μόνο καταφύγιο του κόσμου και «μεσιτεία προς τον Ποιητή αμετάθετος».
Επιπλέον, την παρακαλούμε να κυβερνήσει τη ζωή μας, και ως «άρρηκτον τείχος και προστασία» και «φρουρά ασφαλεστάτη» που είναι να μας διαφυλάξει από «των δαιμόνων τα τοξεύματα», που μας περικυκλώνουν, και τα οποία δεν μπορούμε από μόνοι μας να αντιμετωπίσουμε. Έτσι εμείς οι Χριστιανοί ζούμε αληθινά το Πάσχα του καλοκαιριού.

Τις μέρες αυτές, λοιπόν, ψάλλονται εναλλάξ μέχρι και το απόγευμα της 13ης Αυγούστου, εκτός των Εσπερινών των Σαββάτων και της Εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, ο Μικρός Παρακλητικός Κανόνας, που είναι έργο-ποίημα ενός υμνογράφου με το όνομα Θεοστήρικτος Μοναχός, κατά κόσμο Θεοφάνης, και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας, που είναι ποίημα του Θεοδώρου Β΄ του Λασκάρεως, Αυτοκράτορα της Νικαίας, ο οποίος έζησε τον 13ο αιώνα.
Για τον υμνογράφο του Μικρού Παρακλητικού, μοναχό Θεοστήρικτο, δεν έχουμε άλλα στοιχεία ταυτότητας. Για τον ποιητή του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα, Θεόδωρο Β΄ γνωρίζουμε πως ήταν παιδί του Αγίου Ιωάννη Βατάτζη και της Ειρήνης Λάσκαρη. Αναφέρεται ότι ο Αυτοκράτορας Θεόδωρος είχε μία πάθηση, η οποία του προκαλούσε βαριά κατάθλιψη, και από την οποία προσευχόταν να απαλλαγεί.
Μάλιστα, φαίνεται ότι κάποτε είχε παραμελήσει τον πνευματικό του αγώνα, γι\’ αυτό και επαναλάμβανε συνεχώς τη φράση «εγκατέλιπόν σε Χριστέ». Οι προσευχές του, λοιπόν, έλαβαν τη μορφή Παρακλήσεως προς την Παναγία όταν γνώρισε τη Βασίλισσα της Ηπείρου, Αγία Θεοδώρα, η οποία ευλαβείτο πολύ την Θεοτόκο.
Απ’ αυτήν έμαθε στις δύσκολες στιγμές, και ιδίως όταν τον κατέβαλλε η θλίψη, να απευθύνεται προς την Παναγία και να την παρακαλεί να του καταπραϋνει το άλγος και να του μεταδώσει τη θεία χαρά και παρηγοριά.
Στον Παρακλητικό αυτό Κανόνα «διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής…, όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς, όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει ΄΄νέφη΄΄», σημειώνει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.
Η Παράκληση του Θεοδώρου Β’ διαδόθηκε στις Ιερές Μονές της περιοχής, όπου καταρτίστηκε ως ακολουθία, και από εκεί εξαπλώθηκε σε όλο το Βυζάντιο ως ο Μέγας Παρακλητικός Κανόνας.

Η εναλλακτική τέλεση των δύο ιερών Παρακλήσεων οφείλεται, μάλλον, στις ιστορικές συγκυρίες που σημάδεψαν το Βυζάντιο το έτος 1261. Εκείνη τη χρονιά, λοιπόν, επί Αυτοκρατορίας του Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου, έγινε ανακατάληψη της Βασιλεύουσας χωρίς αιματοχυσίες και το γεγονός αυτό αποδόθηκε στην θαυματουργική παρέμβαση της Θεοτόκου.
Τότε, ο Μιχαήλ θέλησε να εισέλθει στην Πόλη εν πομπή και να αναπέμψει ευχαριστίες προς την Παναγία. Ωστόσο, επειδή εκείνη την περίοδο ψαλλόταν στις εκκλησίες ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας του Θεοδώρου Β΄, έπρεπε να εξεβρεθεί μία ενδιάμεση λύση. Τότε προτάθηκε να χρησιμοποιείται και ο αρχαιότερος Μικρός Παρακλητικός Κανόνας προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Από τότε, λοιπόν, η χρήση του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα γίνεται μόνο κατά την Νηστεία του Δεκαπενταυγούστου.

Η τέλεση, λοιπόν, των Παρακλητικών Κανόνων, που, σημειωτέον, εντάσσεται μεταξύ των δύο μεγάλων εορτών της Εκκλησίας, της Αναστάσεως και των Χριστουγέννων, γίνεται προκειμένου να αναπέμψουμε δεήσεις και ικεσίες προς την Παναγία, την μόνη μας μεσίτρια προς τον Φιλάνθρωπο Θεό, ώστε να μας δοθεί έλεος και δύναμη να ανεβούμε το Γολγοθά μας, όπου και βιώνεται η ανείπωτη Χαρά της Αναστάσεως. Γιατί η Ανάσταση δεν υπάρχει πέρα από τον Σταυρό, αλλά χαρίζεται εκεί πάνω, στον Σταυρό.
Ας αποδώσουμε τις πρέπουσες τιμές και ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, και εμείς, όπως ο σπουδαιότατος κήρυκας Ηλίας Μηνιάτης (1669-1714) την Κυρία Θεοτόκο: «Κεχαριτωμένη, Δεδοξασμένη, Παντάνασσα, από την άφθονον εκείνην ηλιοβολίαν του θείου φωτός οπού χαίρεσαι, παρισταμένη εκ δεξιών του μονογενούς σου Υιού, πέμψον εδώ κάτω και εις ημάς τους ευλαβείς δούλους σου μίαν μακαρίαν ακτίνα, οπού να είναι και φως εις τον εσκοτισμένον μας νουν και φλόγα εις την ψυχραμένην μας θέλησιν, διά να βλέπωμεν να περιπατούμεν σπουδαίοι εις την οδόν των θείων δικαιωμάτων.
Ημείς, μετά Θεόν, εις εσέ του Θεού την Μητέρα και Μητέρα ημών έχομεν την ελπίδα της σωτηρίας μας από σε ελπίζομεν τας νίκας της γαληνοτάτης Αυθεντίας, τα τρόπαια των Ευσεβών Βασιλέων• την στερέωσιν της Εκκλησίας την αντίληψιν του Ορθοδόξου γένους την σκέπην της ευλαβούς του ταύτης πολιτείας, οπού είναι αφιερωμένη εις την άμαχόν σου βοήθειαν.
Ναι, Παναγία Παρθένε, ναι, Μαρία, όνομα οπού είναι η χαρά, η παρηγορία, το καύχημα των Χριστιανών δέξου την νηστείαν και παράκλησιν των αγίων τούτων ημερών, οπού εκάμαμε εις τιμήν σου, ως θυμίαμα ευπρόσδεκτον και αξίωσόν μας, καθώς εδώ εις την Εκκλησίαν ευλαβώς ασπαζόμεθα την αγίαν και θαυματουργόν ταύτην εικόνα, έτσι και εκεί εις τον Παράδεισον να ιδούμεν αυτό το μακάριόν σου πρόσωπον, το οποίον να προσκυνούμεν συν τω Πατρί και τω Υιώ και τω αγίω Πνεύματι, εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν».

churchofcyprus.org.cy

Ὄχι στήν αὐτοκτονία!Ναί στήν μετάνοια καί στήν ἐξομολόγηση!


ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ!
ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ!

«ν τ κόσμθλψιν ξετε· λλθαρσετε, γ νενίκηκα τν κόσμον».1

Ρωτήσανε τόν Γέροντα Παΐσιο, γιατί κάποιοι πού συναντοῦν δυσκολίες αὐτοκτονοῦν. Καί ὁ Γέροντας ἀπάντησε, ὅτι αἰτία εἶναι ὁ ἐγωισμός, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ στήν ἀπελπισία.2 Ὁ διάβολος ψιθυρίζει στό αὐτί τοῦ ἀνθρώπου «ἐν καιρῷ θλίψεως» ὅτι ὅλα τελείωσαν κι ὅτι δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε πιά γιά τό πρόβλημά του. Αὐτό ὅμως εἶναι ἕνα μεγάλο ψέμμα τοῦ διαβόλου, πού μᾶς πολεμᾶ μέ τό ἰσχυρότερο ὅπλο του, τήν ἀπελπισία! Κι ἄν ὁ ἄνθρωπος δέ μπορεῖ νά κάνει τίποτε, μπορεῖ ὅμως ὁ Παντοδύναμος Θεός, πού μᾶς διαβεβαίωσε ὅτι «ἄνευ ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»3. Ἀρκεῖ, νά στραφοῦμε σ’ Αὐτόν καί θά μᾶς δώσει ὅ,τι ἀκριβῶς μᾶς χρειάζεται.
Μᾶς καλεῖ: «δετε πρός με πάντες ο κοπιντες κα πεφορτισμένοι, κγναπαύσω μς»!4 Αὐτή εἶναι μία ἁπλή, εὔκολη καί συγχρόνως σωτήρια κίνηση πού μᾶς σώζει καί σ’ αὐτήν καί στήν ἄλλη ζωή. Μ’ Αὐτόν μποροῦμε τά πάντα ὅπως διακήρυσσε ὁ μέγας Ἀπόστολος Παῦλος: «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμούντι με Χριστῷ»!5
Ἡ ἐπίγεια κοσμική κοινωνία τῆς λατρείας τοῦ Μαμωνᾶ στήν ὁποία ζοῦμε, ἐπιχειρεῖ συνεχῶς νά ἀπομακρύνει μέ κάθε τρόπο καί μέσο τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Ἐπουράνιο Θεό καί νά τόν στρέφει πρός τόν ἐπίγειο ἄρχοντά της τόν διάβολο. Τόν χειραγωγεῖ,  ὥστε νά γίνει αὐτάρκης-αὐτείδωλο, ὅπως ἔγινε ὁ Ἑωσφόρος ἀπό ἔπαρση, ἀποστατώντας ἀπό τόν Δημιουργό του, θεωρώντας τόν ἑαυτό του Θεό καί χάνοντας τόν Παράδεισο. Τόν στρέφει σέ πρόσκαιρα καί ὑλικά-φθαρτά πράγματα ἀπό τά ὁποῖα νομίζει ὅτι θά ἀντλήσει δύναμη καί δόξα-ἀπόλαυση-χαρά. Κατά τόν ἴδιο τρόπο ὁ διάβολος παρέσυρε τούς Πρωτόπλαστους γιά τήν ἐπιθυμία μιᾶς θέωσης χωρίς Θεό, νά χάσουν τήν Ἐδέμ, τήν ἀθανασία καί τήν μακαρία κοινωνία τους μέ τόν Θεό. Ὁ διάβολος καί ἡ δαιμονοκρατούμενη σύγχρονη κοινωνία θέλει τόν ἄνθρωπο ἀνεξάρτητο (ἀπό ὅ,τι σωτήριο καί πνευματικό), ἀλλά οὐσιαστικά ἐξαρτώμενο ἀπό μύρια δεσμά (ἀνάγκες, ἐπιθυμίες, μέριμνες, φοβίες, πάθη κλπ).
Ἡ ζωή εἶναι δῶρο θεόσδοτο καί πολύτιμο. Ὅσες δυσκολίες καί ἄν συνεπάγεται, ἐμπεριέχει ἀνεκτίμητο χρόνο μετανοίας ὁ ὁποῖος ὅταν ἀξιοποιηθεῖ σωστά ὁδηγεῖ στήν αἰώνια σωτηρία καί μακαριότητα! «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;»;6
Κι ἄν ὅλα σοῦ πηγαίνουν ἀντίθετα, τί πτοεῖσαι; Τήν ψυχή σου προφύλαξε! Αὐτήν δέν τήν χάνεις ποτέ κι ἀπό κανέναν, παρά μόνο ἄν τήν παραδώσεις μόνος σου στήν ἀπώλεια!
Ὅλα ἔχουν ἡμερομηνία λήξης καί τά δυσάρεστα καί τά εὐχάριστα. Ἡ ψυχή μονάχα εἶναι αἰώνια!
Ζοῦμε στήν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος ὅπως λέγει ἡ Ἁγία Γραφή. Διά πολλῶν θλίψεων θά περάσουμε στήν αἰώνιο ζωή. Ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε ὅτι: «στενή ἡ πύλη καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ζωήν»7. Κι αὐτό, ὄχι γιατί ὁ Θεός εἶναι τιμωρός, ἀλλά ἀντίθετα, γιατί εἶναι Μέγας Εὐεργέτης. «Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε»8 μᾶς ἀποκάλυψε. Ἡ δική μας ἁμαρτωλότητα καί χοϊκότητα εἶναι οἱ αἰτίες τῶν δυσκολιῶν μας. Τά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζουμε ἀποτελοῦν ὑψίστης ἀγάπης παραχώρηση Θεοῦ, ὥστε:α)νά καθαρισθεῖ κάθε ρύπος τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός μας καί β)νά ἀποκατασταθεῖ ὁ χιτών μας καί πάλι στήν ἀρχική ἁγνή λευκότητά του, νά γίνει κατάλληλο ἔνδυμα τοῦ γάμου μας μέ τόν Χριστό, ὥστε νά ἔχουμε πρόσωπο νά εἰσέλθουμε εἰς τόν Νυμφῶνα Του καί νά εἴμαστε γιά πάντα μαζί Του!
Ὁ χρυσός περνᾶ ἀπό καυτερό καμίνι γιά νά ἀποδειχθεῖ ἡ γνησιότητά του καί ἡ ἀξία του. Κι ὅταν βγεῖ ἀπό αὐτό, ἔχει καθαρισθεῖ κι ἀστράφτει περισσότερο ἀπό πρίν.
Τό ἴδιο καί ὁ κάθε ἄνθρωπος. Ἡ πίστη μας καί ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Πλάστη μας, θά δοκιμασθοῦν στό καμίνι τῶν θλίψεων γιά νά ἀποδείξουν τήν γνησιότητά τους.
Μέ προσευχή, μετάνοια, ἐξομολόγηση καί τακτικό ἐκκλησιασμό, τό ἀρχικῶς δύσκολο πέρασμα ἀπό τό καμίνι τῶν θλίψεων, μετατρέπεται ἀπό «ἀδύνατον παρ’ ἀνθρώποις», σέ εὐάρεστη θυσία αἰνέσεως πρός τόν Θεό, ἀφοῦ «τά δύνατα παρ' νθρώποις δυνατά παρά τ Θεστί»9.
Ὁ Κύριος θά στεφανώσει αὐτόν πού δέν γογγύζει ὄντας μέσα στά προβλήματά του ἀλλά ἀντίθετα Τόν εὐχαριστεῖ καί Τόν δοξολογεῖ. Αὐτόν θά τόν θεωρήσει ὡς μάρτυρα τῷ πνεύματι. Ἡ πρόσκαιρη δυσκολία πού ζοῦμε τώρα, δέν εἶναι παρά μία ἀμελητέα σταγόνα σέ ἕναν ἄπειρο ὠκεανό μακαριότητος πού μᾶς ἑτοίμασε ὁ Πανάγαθος Θεός μας γιά πάντα! «Τ γρ παραυτίκα λαφρν τς θλίψεως μν καθ' περβολν ες περβολν αώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται μν»10.
Ἄς θυμόμαστε τόν δίκαιο Ἰώβ καί τήν ἁγία ὑπομονή του πού μακαρίζεται καί θά μακαρίζεται ὡς παράδειγμα πρός μίμησιν, σέ ὅλες τις ἐποχές. Ἄς θυμόμαστε κάθε δεινό πού ὑπέμεινε καί πῶς τελικά ἀνταμείφθηκε ἀπό τόν Θεό ἀκόμη κι ἀπό αὐτήν τή ζωή, μέ πλήρη ἀποκατάσταση ὅλων ὅσων ὑπέστη καί εἶχε χάσει!
Ὁ Ἰούδας πρόδωσε τόν Κύριο, μετεμελήθη ἀλλά δέ μετενόησε. Ἔκρινε μόνος του ἐγωιστικά τόν ἑαυτό του ὡς Θεός κι αὐτοκτόνησε χάνοντας τά πάντα! Ἕνα ταπεινό, ἐκ καρδίας «συγνώμη» πρός τόν Κύριο, θά ἀρκοῦσε νά σβήσει τήν ἀπελπισία του καί τήν ὑπερηφάνεια του, θά ἀρκοῦσε νά τοῦ δώσει κουράγιο καί νά τόν πληρώσει μέ Θεῖο Ἔλεος καί τελικῶς νά σωθεῖ κι αὐτός παραμένοντας μαζί μέ τούς ἄλλους μαθητές τοῦ Χριστοῦ.
Ἄς μή γίνουμε Ἰοῦδες κι ἐμεῖς! Πορευόμενοι ἀνάμεσα στά δίκαια καί ἄδικα πού μᾶς συμβαίνουν, στά εὔκολα καί δύσκολα, στά εὐχάριστα καί δυσάρεστα πού ὅλα ὅμως εἶναι μέσα στό σωτήριο σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά ἐμᾶς καί φροντισμένα ἀπό τά ἴδια Του τά χέρια, ἄς κράζουμε πρός Αὐτόν:
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ κι ἐλέησόν με!
Σέ εὐχαριστῶ Θεέ μου!
Δόξα Σοι ὁ Θεός πάντων ἕνεκεν! Ἀμήν!




1 Ιωάν. 16, 33
2http://www.agioritikovima.gr/%CE%94%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CF%87%CE%AD%CF%82/%CE%93%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CE%A0%CE%B1%CF%8A%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%85/4895-o-geronta-paio-gia-tin-autoktonia
3 ωάννης ιε΄ 5
4 Ματθ. ιθ' 14
5 Φιλιπ. δ´, 12
6 Μαρκ. 8, 36
7 Ματθ. 7, 14
8 Λουκ. 6, 21
9 Λουκ. 18,27
10 Κορινθ. β, 17
  
Ἱερομόναχος Σάββας Ἁγιορείτης