Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Οι εξήντα ιερομάρτυρες του Ιρκούτσκ...

 
 

Κατα τα έτη 1930, 1931 και 1932 ταξίδεψα σ' ολόκληρη την Σιβηρία με μία επιστημονική αποστολή*. 

Τό 1933 τα τα­ξίδια μας οδήγησαν στο Ιρκούτσκ, στο Νίζνιε-Ουντίνσκ και μετά στο Μπαλαγκάνσκ. Η πόλι Κατσούγκ βρίσκεται στις όχθες του ποταμού Λένα, 140 μίλια από το Ιρκούτσκ. 

Από την Κατσούγκ υπήρχε δρόμος για το Νίζνιε-Ουντινσκ και το Μπαλαγ­κάνσκ, που περνούσε εξ ολοκλήρου μέσα α­πό την τάϊγκα (ζώνη των δασών). Δεν υπήρχαν κάτοικοι· μόνο κρατούμενοι, που δούλευαν στην κα­τασκευή κάποιου έργου. 


Στους καταυλισμούς γύρω από την Κατσούγκ κυριαρχούσε τότε ανήκουστη βαναυσότητα. Χωρίς κανέ­ναν απολύτως λόγο πυροβολούσαν, χτυ­πούσαν και μαστίγωναν τους ανθρώπους. Οι συνθήκες διαβιώσεως ήταν φρικτές. Εξήντα έως ογδόντα άνθρωποι στοιβάζονταν σ' ένα κοιτώνα, με δύο σειρές σανίδες για κρεβάτια. 

Σε περίπτωση που κάποιος από τους κρατουμένους δεν ολοκλήρωνε την ημερήσια εργασία που του ανετίθετο, οι φύλακες του καταυλισμού είχαν το δικαίωμα να του κάνουν ό,τι ήθελαν. Άφηναν τους κρατουμένους για τιμωρία μία εβδομάδα στο ύπαιθρο. Οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα και το κρύο.


Ταξιδέψαμε από το Ιρκούτσκ ως το Νίζνιε-Ούντινσκ με το ατμόπλοιο Μπουριάτ. Από το Νίζνιε-Ουντίνσκ προχωρήσαμε με άμαξες κατά μήκος του δρόμου της Κατσούγκ, ακολουθώντας για περισσότερο από εβδομήντα μίλια την δεξιά όχθη του ποταμού Άγκερ προς την κατεύθυνση του Κατσούγκ. Την περίοδο εκείνη δούλευα ως υδρομετρικός παρατηρητής.

Από τις 8 ως τις 22 Ιουλίου 1933 η επιστημονική μας ομάδα σταμάτησε για μερικές μέρες κοντά σ’ ένα στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Στην περιοχή εκείνη το έδαφος ήταν καταλληλότερο για την γεωργία και υπήρχαν ήδη σχέδια για ένα κρατικό συλλογικό αγρόκτημα (κολεκτίβα) εκεί. 


Ο καιρός είχε γίνει αρκετά ευχάριστος. Μετά το δείπνο, καθίσαμε μέχρι αργά το βράδυ κοντά στη φωτιά. Κάθε τόσο ακούγαμε κάποιες κραυγές, που αντηχούσαν στην τάϊγκα. Δεν ξέραμε ακόμη τι είδους κραυγές ήταν αυτές. Ήταν μία ξάστερη και ήσυχη νύχτα. Ο καθαρός αέρας της Σιβηρίας ανέδιδε το γλυκό άρωμα των λου­λουδιών της τάϊγκα μέσα στην κοιλάδα. 

Όσο ζω δεν θα ξεχάσω εκείνη την κοιλάδα· θα την θυμάμαι παντοτινά! Ο γλυκός πρωινός μας ύπνος διακόπηκε από ένα πένθιμο ανθρώπινο βογκητό. Σηκωθήκαμε γρήγορα. Ο επικεφαλής της ομάδας μας, ντόπιος από το Ιρκούτσκ, πήρε γρήγορα ένα ζευγάρι κιάλια και οι άλλοι στήσαμε δυο τοπογραφικά όργανα και ασχολού­μασταν με την εργασία μας, όταν παρατη­ρήσαμε ένα πλήθος να έρχεται προς την κατεύθυνσή μας. Εξ αιτίας των θάμνων ήταν δύσκολο να καταλάβουμε τι συνέβαινε.

Ήταν εξήντα κρατούμενοι και όσο πλησίαζαν μπορούσαμε καθαρότερα να δούμε πως ήταν όλοι εξαντλημένοι από την πείνα και την πολλή δουλειά. Τι βλέπαμε; Όλοι κρατούσαν ένα σχοινί στους ώμους τους. Τρα­βούσαν ένα έλκηθρο (ένα έλκηθρο Ιούλιο μήνα!) Πάνω στο έλκηθρο υπήρχε ένα βαρέλι με ανθρώπινα περιττώματα!

Οι φρουροί που τους συνό­δευαν προφανώς δεν γνώριζαν ότι υπήρχε μία επιστημονική αποστολή στην περιοχή του στρατοπέδου συγκεντρώσεως. Ακούσαμε ακριβώς τις λέξεις της διαταγής των φρουρών: «Ξαπλώστε κάτω και μη κινήστε». Ένας φρουρός έτρεξε πίσω στο στρατόπεδο -προφανώς μας θεώρησαν υπόπτους. 


Κάποιος από την ομάδα μας εκτίμησε κάπως γρήγορα την κατάσταση των κρατουμένων και είπε: «Παρατείναμε την ζωή τους για λίγα ακόμη λεπτά». Κατ' αρχάς δεν καταλάβαμε αυτά του τα λόγια. Σε 15 όμως με 20 λεπτά είχαμε περικυκλωθεί από μία διμοιρία φρουρών του στρατοπέδου, που μας πλησίασαν κρατώντας τουφέκια έτοιμα για μά­χη, σαν να επρόκειτο να επιτεθούν με τις ξιφολόγχες. 

Ο επικεφαλής της διμοιρίας και ο πολιτικός κομισάριος μας πλησίασαν και ζήτησαν τα χαρτιά μας. Όταν τα εξέ­τασαν μας εξήγησαν πώς αυτοί οι εξήντα άνδρες είχαν καταδικαστεί να εκτελεστούν, ως στοιχείο αλλότριο προς τη σοβιετική εξουσία.

Ένα χαντάκι είχε ήδη ετοιμασθεί για τους εξήντα. Ο πολιτικός κομισάριος μας ζήτησε να μπούμε στις σκηνές μας, πράγμα που κάναμε. Οι εξήντα μάρτυρες ήταν Ιε­ρείς. Στο ήσυχο πρωινό του Ιουλίου οι αδύ­ναμες φωνές πολλών Ιερέων ακουγόταν ξεκάθαρα. 


Ένας απ' τους δημίους ρωτούσε έναν-έναν τους Ιερείς, που τώρα στεκόταν κοντά στο χαντάκι: «Είναι η τελευταία σου πνοή· πες μας, υπάρχει Θεός η όχι;» Η απάντηση των αγίων μαρτύρων ήταν σταθερή και σίγουρη: «Ναι, υ­πάρχει Θεός!» Ακούστηκε ο πρώτος πυροβολισμός. Καθό­μασταν στις σκη­νές και η καρ­διά μας πήγαι­νε να σπάσει... 

Ένας δεύτερος πυροβολισμός αντήχησε, ένας τρίτος και μετά περισσότεροι. Οι ιερείς οδηγούντο ο ένας μετά τον άλλο μπροστά στο χαντάκι -οι δήμιοι, στο χείλος του χαντα­κιού, ρωτούσαν κάθε Ιερέα: «Υπάρχει Θεός;» Η απάντηση ήταν η ίδια: «Ναι, υπάρχει Θεός!».

Είμαστε αυτόπτες μάρτυρες, είδαμε με τα μάτια μας και ακούσαμε με τα αυτιά μας πώς τόσοι άνθρωποι μπροστά στον θάνατο ομολόγησαν την πίστη τους στον Θεό.

Ίσως περάσουν ακόμη χρόνια, δεκαετίες. Όμως αυτός ο τάφος πάνω στον δρόμο Κατσούγκ-Νίζνιε-Οϋντίνσκ πρέπει να βρεθεί. Κανείς Ορθόδοξος Χριστιανός, πουθενά, δεν πρέπει να ξεχάσει αυτούς τους αγίους μάρτυρες, που έδωσαν την ζωή τους για την πίστη τους.

* Πρόκειται για αυθεντική μαρτυρία γραμμένη από αυτόπτη μάρτυρα και δημοσιευμένη στο βι­βλίο του πρωθιερέως Μιχαήλ Πόλσκυ (Archpriest Michael Polsky) “The New Martyrs of Russia”, Jordanvllle, N.Y., τόμ. 2, σελ. 214-6.

Δημοσιεύθηκε στην Αγιορείτικη Μαρτυρία, τριμηνιαία έκδοση Ιεράς Μονής Ξηροποτάμου, τεύχος 1


πηγή