Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Πῶς μπορεῖ ὁ προσευχόμενος νὰ ἀρχίσει καὶ νὰ συνηθίσει τὴν εὐχὴ

Τοῦ πατρὸς Στεφάνου Ἀναγνωστοπούλου
Ε, εἶναι εὐκολότερο, ἐδῶ λίγο, λίγο νὰ δώσομε ἔτσι αὐτὴ τὴν ἔννοια, αὐτὴ τὴν διάσταση, πῶς ὁ ἐργαζόμενος στὸ γραφεῖο, ὁ καθηγητής, ὁ δάσκαλος, στὸ γιαπὶ ὁ ἐργαζόμενος, στὸ μόχθο καὶ λοιπά, μπορεῖ νὰ λέει τὴν εὐχή;
Μπορεῖ νὰ τὴ λέει τὴν εὐχὴ ἀρκεῖ νὰ κάνει, πῶς νὰ τὸ πεῖ κανείς... καὶ μία προπαίδεια. Ὅπως προετοιμάζεται ὁ καθηγητὴς καὶ ὁ δάσκαλος γιὰ τὸ μάθημα, καὶ κάθε ἄλλος ἐπαγγελματίας καὶ τεχνίτης, ὅπως σπουδάζει αὐτὸς ποὺ θὰ γίνει γιατρὸς καὶ ὁ ἄλλος ποὺ θὰ γίνει δικηγόρος, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ὑπάρχει μία περίοδος ἂς τὸ ποῦμε τρόπον τινά, κατὰ τὴν ὁποίαν προσπαθεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐγκολπωθεῖ ἐσωτερικὰ μέσα του ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο αὐτὴ τὴν εὐχή.
Ἄν, λοιπόν, καθιερώσει κάποια στιγμὴ τοῦ χρόνου, ἰδίως τὶς βραδινὲς ὧρες, παρὰ τοὺς θορύβους ποὺ ἔχουν τοὺς ἐξωτερικούς, καὶ τοὺς περισπασμούς, νὰ ἀφιερώσει δέκα λεπτά, καὶ τὰ δέκα νὰ γίνουν δεκαπέντε καὶ νὰ γίνουν εἴκοσι, αὐτὸς ἀρχίζει καὶ συνηθίζει, νὰ λέγει τὴν εὐχή, καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς καὶ στὰ διαλλείματα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, ὅποτε βρίσκει εὐκαιρία, μπορεῖ νὰ λέγει τὴν εὐχή, ἀρχίζει δηλαδὴ ἀπὸ μέσα, ἡ ἴδια ἡ ψυχή, νὰ λαχταρᾶ γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τοῦ γίνεται δηλαδὴ ἕνα εἶδος δίψας καὶ...
πείνας. Καὶ «μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται». Εἶναι σὰν τὸ μέλι, ποὺ κανένας τὸ γεύεται καὶ θέλει ξανὰ νὰ τὸ γευτεῖ, καὶ ξανὰ καὶ ξανά. Παρὰ τὶς ὁποιεσδήποτε ἀσχολίες μπορεῖ νὰ ἔχει. Εἶναι δυνατόν, νὰ μπορεῖ νὰ λέγει ἀπὸ μέσα του τὴν εὐχή, νὰ τρώει, νὰ συζητᾶ, νὰ μελετᾶ, νὰ προσέχει, νὰ κάνει ὁτιδήποτε, γιατί αὐτὴ ἡ ἐργασία ποὺ γίνεται συνειδητά, ἀρχίζει κατόπιν καὶ ἀναλαμβάνει μία πρωτοβουλία. Ἡ ἴδια ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Θεοῦ, καὶ κάνει αὐτὸ ποὺ θέλομε ἐμεῖς νὰ κάνομε. Ἀντὶ γιά μας. Γι’ αὐτὸ καὶ μπορεῖ ἀνὰ πάσα στιγμὴ νὰ λέει καὶ νὰ καλλιεργεῖ τὴν εὐχή.

Ἡ εὐχὴ γέροντα ἔχει κάποιο μυστικό; Δηλαδὴ ... ἔχετε ζήσει καὶ κοντὰ στὸ γέροντα Ἐφραὶμ τὸ Φιλοθεΐτη.
Ναί.
Πού καλλιεργεῖ πάρα πολὺ τὴν διδασκαλίαν τῆς εὐχῆς. Δηλαδή, πῶς ἀρχίζει κάποιος νὰ λέει τὴν εὐχή. Μὰ θὰ μᾶς ἀκούσουν τώρα κάποιοι ἀδελφοί μας, ἐδῶ στὸν κόσμο, στὴν Ἀμερική, στὴ Γερμανία, ὅσοι μποῦν μέσα στὴν ἰστοσελίδα μας, καὶ θὰ ποῦν τί λένε αὐτοὶ οἱ γέροντες ἐκεῖ πέρα, τί λέει κεῖ ὁ παπα-Στέφανος, πῶς ἀρχίζει κανείς, νὰ μπαίνει μέσα στὴ νοοτροπία τῆς εὐχῆς, νὰ γλυκαίνεται ἡ καρδιά του, νὰ ἐξαγνίζεται ὁ νοῦς του, καὶ νὰ προχωράει στὴν εὐχή;

Ὅπως ἀκριβῶς ἔχει τὴν ἴδια λαχτάρα γιὰ νὰ κάνει προσευχή, νὰ κάνει τὸ ἀπόδειπνο, νὰ πεῖ τὸ «Ἄσπιλε καὶ ἀμόλυντε», ἢ νὰ πεῖ τὸ «Δὸς ἠμὶν Δέσποτα», ἢ νὰ διαβάσει τὴν Παράκληση, ἢ νὰ πεῖ τοὺς Χαιρετισμοὺς ἀπξω καὶ ἀπὸ μνήμης. Ἀρχίζει μία προσπάθεια ὅλος ὁ ἄνθρωπος, διότι ἡ εὐχὴ δὲν εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπ’ τὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας. Εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία. Εἶναι μέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας χριστιανικῆς ζωῆς καὶ ἡ εὐχή, ὅπως καὶ οἱ ἄλλες προσευχὲς ποὺ ἔχουν καθιερωθεῖ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία μας.