Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2013

Γιά τόν Καζαντζάκη… (π. Ἐπιφάνιος Θεοδωρόπουλος)

hristospanagia5
Νόστιμο φαγητό με λίγο … υδροκυάνιο!
 Γέροντα, ο Καζαντζάκης εκτός από τα τόσα στραβά που λέει, έχει και κάποια καλά. Γιατί τον πετάμε εξ ολο­κλήρου και δεν τον αξιολογούμε, να πούμε αυτό είναι καλό, εκείνο κακό;
- Αν κάποιος φτιάξη ένα ωραίο φαγητό με ακριβά υλικά και πολλή τέχνη και το κάνη πεντανόστιμο, αλλ’ ύστερα ρίξη καμμιά δεκαπενταριά σταγόνες υδροκυανί­ου, θα φάη κανείς αυτό το φαγητό; Σάς ερωτώ. Μα είναι νόστιμο, μα έχει καλά υλικά, μα… Ναι, αλλά έπεσε δηλη­τήριο επάνω. Ποιος θα τολμήση, έστω να δοκιμάση, ένα φαγητό, που έχει μέσα υδροκυάνιο, που όχι άνθρωπο, αλλά ελέφαντα σκοτώνει;
Αυτό έχει κάνει και ο Καζαντζάκης. Κι αν κάπου – κά­που έχη και κάποια σελίδα της προκοπής, λίγο πιο πέρα, στην άλλη, ρίχνει υδροκυάνιο μέσα. Γιατί να συστήσου­με να τον διαβάσουν οι νέοι μας; Θα οικοδομηθούν, θα ωφεληθούν; Τι να πάρουν από τον Καζαντζάκη, που κά­θε λίγο και λιγάκι λέγει αθλιότητες και αισχρότητες; Δεν ξέρεις σε ποια σελίδα θα σου πη κάτι καλό και σε ποια σελίδα θα σου πη τις αχρειότητές του.Και επί τέλους γιατί είναι τόσο αναγκαίο να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Χάθηκαν οι άλλοι λογοτέχνες; Ή μή­πως πρόκειται για αναντικατάστατα επιστημονικά συγ­γράμματα; Αν κάποιος μεγάλος εφευρέτης, ένας επι­στήμονας (δεν τα κάνουν αυτά οι εφευρέτες) σ’ ένα βι­βλίο επιστημονικό γράφη και μερικές σελίδες τέτοιες, θα πη κανείς, τι να κάνω, πρέπει να το διαβάσω, διότι έχει μέσα π.χ. ιατρικά θέματα και πρέπει να τα μάθω. Στη λογοτεχνία όμως δεν ισχύει αυτό. Γιατί, λοιπόν να διαβάσω τον Καζαντζάκη; Για να αντιμετωπίζω σε κάθε σελίδα την κόπρο που προσφέρει;

Στο «Φτωχούλη του Θεού» λέει ο Καζαντζάκης, ότι το καλλίτερο κήρυγμα περί Θεού το βρήκε στην άνθησι της αμυγδαλιάς. Και μέσα στο ίδιο βιβλίο έχει σελίδες παν­άθλιες και υβριστικές. Και μετά απ’ όλα αυτά δεν έχει «την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», όπως έλεγαν για την αρχαία ελληνική τραγωδία.

Καζαντζάκης και Μέγας Βασίλειος

-Γέροντα, κάτι ανάλογο δεν μπορούμε να πούμε για τον Καζαντζάκη, όπως ο Μ. Βασίλειος για τους αρχαίους συγγραφείς; Δηλαδή να παίρνουμε το τριαντάφυλ­λο και να παραμερίζουμε τα αγκάθια;

-Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Ο Μέγας Βασίλειος δεν παρώτρυνε στη μελέτη των ειδωλολατρών συγγραφέων. Τι έκανε; Έγραψε την πραγματεία «Προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων» για τους ανεψι­ούς του, οι οποίοι θα ήρχοντο στην Αθήνα να σπουδά­σουν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Και τους λέγει: «Προσέξτε, οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι έχουν και με­ρικά σημεία σωστά, αλλά έχουν και πολλά στραβά κι ανάποδα. Ό,τι, λοιπόν, κάνετε με το τριαντάφυλλο που κό­βετε το λουλούδι και αφήνετε τα αγκάθια να μη σάς κεν­τήσουν, μη σάς τρυπήσουν και σάς ματώσουν, έτσι να κά­νετε και με τους αρχαίους. Ό,τι καλό βρήτε στους αρχαί­ους, πάρτε το, προσέξτε, όμως, μη παρασυρθήτε από τα κακά».

Άλλο είναι να πης σ’ ένα νέο, που πάει να σπουδάση ελληνική φιλοσοφία, «Κοίτα, παιδί μου, μη παρασυρθής από τα στραβά και τ’ ανάποδα, αλλά να δεχθής τα ωφέ­λιμα», και άλλο να του λες, «Παιδί μου, θα ωφεληθής πολύ, πάρα πολύ, είναι απαραίτητο να διαβάσης την αρχαία ελληνική φιλοσοφία». Δεν είπε τέτοια πράγματα ο Μέγας Βασίλειος.

Και όχι μόνο δεν είπε κάτι τέτοιο, αλλά σε επιστολή του προς τον Ευστάθιον Σεβαστείας εξομολογούμενος λέγει: «Εγώ πολύν χρόνον προσαναλώσας τη ματαιότητι και πάσαν σχεδόν την εμαυτού νεότητα εναφανήσας τη ματαιοπονία, ην είχον προσδιατρίβων τη αναλήψει των μαθημάτων της παρά Θεού μωρανθείσης σοφίας, εξ ύπνου βαθέος διαναστάς, απέβλεψα μεν προς το θαυμαστόν φως της αλήθειας του Ευαγγελίου, κατείδον δε το άχρηστον της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων. Πολλά την ελεεινήν μου ζωήν αποκλαύσας, ηυχόμην δοθήναί μοι χειραγωγίαν προς την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας. Και προ γε πάν­των επιμελές ην μοι διόρθωσίν τινα του ήθους ποιήσασθαι πολύν χρόνον εν ταις προς τους φαύλους ομιλίαις διαστραφέντος»[1].

Δηλαδή: Σπατάλησα την ζωή μου στη ματαιότητα (ονομάζει ματαιοπονία τον κόπο, που διέθε­σε για την μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας). Όταν ξύ­πνησα, σαν από βαθύ ύπνο, και απέβλεψα προς το θαυ­μαστό φως της σοφίας του Ευαγγελίου, ευχόμουν, ζήτη­σα από τον Θεό, να μου δώση κάποιον που θα με χειραγωγήση «εις την εισαγωγήν των δογμάτων της ευσεβείας», στη χριστιανική διδασκαλία. Και πριν από όλα ήθε­λα να κάνω κάποια διόρθωσι του ήθους μου, διότι και αυτό είχε διαστραφή, είχε χαλάσει κάπως ο χαρακτήρας μου, από την πολλή επαφή που είχα με τους φαύλους.

Δεν είχε πορνεύσει ο Μέγας Βασίλειος, δεν είχε μοιχεύσει, δεν είχε ψευδορκήσει, δεν είχε πλαστογραφήσει. τους αρχαίους Έλληνες διάβαζε, και αποκλαίει την ζωή του και την ονομάζει ελεεινή· τόσο πολύ οικτείρει τον εαυτό του διότι έχασε χρόνο πολύτιμο μελετώντας την ελληνική φιλοσοφία. Σκεφθήτε, τι θα πούμε εμείς τώρα για τους νέους μας; Να τους παραπέμψουμε  να διαβά­σουν ένα «χριστιανό» βαπτισμένο (τον Καζαντζάκη), που καθυβρίζει καπηλικώτατα τον Κύριο; Πόσο θα βλαβή το ήθος τους από την σχέσι μ’ αυτό τον άνθρωπο;

Παλαιά τα φαρμακεία δεν είχαν όλα τα φάρμακα έτοι­μα, όπως τα έχουν τώρα. Είχαν γουδί, και κατασκεύαζαν το φάρμακο. Τότε, λοιπόν, είχαν και μερικά μπουκαλάκια, που έγραφαν απ’ έξω poison, δηλαδή δηλητήριο. Αυτό κάνει ο Μ. Βασίλειος με το παραπάνω έργο του. Λέει poison, παιδιά μου! Προσέξτε. υπάρχει και δηλητή­ριο στην ελληνική φιλοσοφία, μη το πάρετε. Ο Πλάτων μιλάει για κοινοκτημοσύνη γυναικών, ο Αριστοτέλης λέγει, ότι οι άνθρωποι διακρίνονται εκ φύσεως σε δού­λους και ελευθέρους κ.λπ. (δεν τα αναπτύσσει αυτά ο Μ. Βασίλειος εγώ τα προσθέτω). μη πάρετε τέτοια πράγμα­τα. Μακρυά! Μερικά άλλα που είναι καλά, αυτά πάρτε τα. Εφιστά την προσοχή να μη βλαβούν μια και τα διά­βαζαν. Δεν τους προτρέπει.

Τι σχέσι έχουν αυτά με τον Καζαντζάκη, ο οποίος αξιώθηκε να γνωρίση το Ευαγγέλιο, να γεννηθή στην Ορ­θόδοξη Εκκλησία, ν’ ακούση την διδασκαλία την χρι­στιανική, και μετά όχι απλώς την απέπτυσε, αλλά και την κύλησε στο βόρβορο;

«Θρησκεύον ον»

Λένε μερικοί: «Θρησκεύον ον ο Καζαντζάκης. Είχε πνευματικές ανησυχίες και αναζητήσεις».

Και τι μ’ αυτό; Που κατέληξε; Ξέρετε τι ζήτησε ο ίδιος να γραφή στον τάφο του; «Δεν ελπίζω τίποτα· δε φο­βούμαι τίποτα· είμαι ελεύθερος». Και εγράφη βεβαίως. Πηγαίνετε στα κοιμητήρια να διαβάσετε επιγραφές πά­νω στους τάφους πιστών ανθρώπων. «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών» ή «Αναστήσονται οι νεκροί και εγερθήσονται οι εν τοις μνημείοις»[2] ή «Χριστός εγήγερται εκ νεκρών, απαρχή των κεκοιμημένων»[3] και άλλα.

Γνωρίζετε ποια ήταν η τελευταία λέξις του Καζαντζά­κη; «Διψώ». Και έγραψε πολύ ευστόχως και ευφυώς ο π. Θεόκλητος ο Διονυσιάτης σ’ ένα άρθρο του: «Άραγε πριν ακόμη βγη η ψυχή του να προγευόταν την βασανι­στική φλόγα της καμίνου του πυρός του εξωτέρου σαν τον πλούσιο που ωδυνάτο εν τη φλογί εκείνη και ήθελε κάποιον να του αναψύξη την γλώσσα;».

 Πνεύμα δειλίας ή δυνάμεως;

-Ποια η στάσις της επισήμου Εκκλησίας, όταν άρχι­σαν να κυκλοφορούν τα βιβλία του Καζαντζάκη;

-Η Εκκλησία, η Ιερά Σύνοδος, τα καταδίκασε με επί­σημη ανακοίνωσί της.

-Είναι αφωρισμένος ο Καζαντζάκης;

-Όχι. Δεν είναι αφωρισμένος. Κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να αφορισθή. Εν πάση περιπτώσει, δεν αφωρίσθηκε. Ετάφη, δυστυχώς, μεγαλοπρεπώς. Αφού δεν είχε αφορισθή, θα έπρεπε να ταφή εκκλησιαστικώς. Αλλ’ αντί να στείλη η Εκκλησία της Κρήτης στην κηδεία ένα παπά να του ψάλη το «Άμωμοι εν οδώ αλληλούια» και το «Ανάπαυσον ο Θεός τον δούλον σου», πήγε μεγαλο­πρεπώς ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος, ο Μητροπολίτης, όπως τότε λεγόταν, Κρήτης. Πιέσθηκε ή όχι, δεν έχει καμμία σημασία. «Ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δει­λίας, αλλά δυνάμεως»[4]. Δυστυχώς παρέστη και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης!
 PG 32,824.
  1. Ησ. 26,19.
  2. Α’ Κορ. 15,20.
  3. Β’ Τιμ. 1,7.

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ

[Από το βιβλίο: "ΧΡΙΣΤΩ ΤΩ ΘΕΩ ΠΑΡΑΘΩΜΕΘΑ" A΄ Έκδοσις Οκτώβριος 2003 (σελ: 115-120), Ιερόν Ησυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος 180 20 Τροιζήνα, τηλ. 22980-35320 & 210-8220542]


(Πηγή ηλ. κειμένου: egolpion.com
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=2885

Περί προσευχῆς (Γέρων Θαδδαῖος τῆς Βιτόβνιτσα)



« ὁ δέ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ ·
 ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου
ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καί ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου
αὔτη ἐστί πρώτη καί μεγάλη ἐντολή»

Ματθ. κβ΄: 37 – 38

« δευτέρα δέ ὁμοία αὐτῇ·
ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν »
Ματθ. κβ΄ : 39
1. Ο Κύριος ειναι πανταχού παρών. Ζει στις καρδιές μας. Γι᾿ αυτό και είπε ότι πρέπει να αγαπάμε εξ όλης της καρδίας 1 και να κάνουμε καθετί ολοπρόθυμα. Όταν αναζητούμε τον Κύριο με την καρδιά μας. Εκείνος είναι παρών! Είναι ο Πατέρας μας. Οι κατά σάρκα γονείς μας επιζητούν την προσοχή μας· θέλουν να τους ανταποδώσουμε την αγάπη που μας έδωσαν. Αλλά τι συμβαίνει; Πολύ συχνά τους στενοχωρούμε. Οπότε, όταν αναζητάμε τον Θεό, πρέπει να ενεργούμε έτσι με την καρδιά μας. Όταν πασχίζουμε να κάνουμε τα πάντα με την καρδιά μας, τότε ἔχουμε ειλικρινή και θερμή προσευχή, έχουμε αγάπη για τους γονείς και τους πλησίον μας, και ο Κύριος είναι μαζί μας. Κάθε έργο που εκτελούμε είναι συνάμα και μια προσευχή. Οι λογισμοί μας είναι εστιασμένοι στη δουλειά και όταν την εκτελούμε με την καρδιά μας, αυτό σημαίνει ότι την κάνουμε για τον Θεό. Αν νομίζουμε ότι την κάνουμε για οποιονδήποτε άλλο, κάνουμε λάθος.
«Προσευχόμενοι δέ μή βαττολογήσητε ὥσπερ οἱ ἐθνικοί·
δοκοῦσι γάρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται »
Ματθ. στ΄ : 7
Η προσευχή εκ καρδίας είναι ειλικρινής προσευχή. Πάντοτε να προσεύχεστε στον Κύριο με την καρδιά σας. Ο Κύριος δεν απαιτεί από μας φιλοσοφίες. Πρέπει να προσευχόμαστε με την καρδιά μας, όπως αρμόζει προς τον Πατέρα μας: «Ω Κύριε, βοήθα κάθε ψυχή και μη λησμονείς κι εμένα. Βοήθα καθένα να βρεί ειρήνη και να Σε αγαπά, όπως σε αγαπούν οι άγγελοι, δώσε και σε μας δύναμη να Σε αγαπάμε, όπως η Υπεραγία σου Μητέρα Σε αγαπά και οι άγιοι άγγελοί σου. Δωσε και σε μένα τη δύναμη να σε αγαπῶ απεριόριστα!».
« ἀλλ᾿ ἔρχεται ὥρα, καί νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί
προσκυνήσουσι τῷ πατρί ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ·
καί γάρ ὁ πατήρ τοιούτους ζητεῖ τούς προσκυνοῦντας αὐτόν »
Ιωάν. 4 : 23
« πνεῦμα ὁ Θεός, καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν
ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν »
Ιωάν. 4 : 24.
2. Η αλήθεια είναι ότι όταν εμείς οι άθρωποι προσευχόμαστε, διαβάζουμε τον προσευχητικό μας κανόνα χωρίς τη συμμετοχή ολόκληρου του είναι μας. Με τα χείλη μας μονάχα κάνουμε το χρέος μας απέναντι στόν προσευχητικό μας κανόνα. Είμαστε γεμάτοι περισπασμό, και ασφαλώς αυτό σημαίνει ότι δεν προσευχόμαστε εν πνεύματι και αληθεία2. Προσευχόμαστε μονάχα με τα σώματά μας και προφέρουμε τα λόγια με τα χείλη μας, ενώ η ύπαρξή μας είναι πραγματικά κάπου αλλού. Η προσοχή μας είναι αλλού εστιασμένη, όχι στις λέξεις της προσευχής. Αυτός είναι και ο λόγος που οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι η επαγρύπνηση και η προσοχή πρέπει πάντοτε να προηγούνται της προσευχής. Όταν προσευχόμαστε χωρίς προσοχή, δεν προσευχόμαστε εν πνεύματι και αληθεία, ή εν τοις λογισμοίς. Ωστόσο, όταν είμαστε προσεκτικοί όσον αφορά στο τι ζητάμε στην προσευχή μας, επικεντρωνόμαστε στις λέξεις που λέμε και σ᾿ αυτό που ζητάμε.
« οἶδε γάρ ὁ πατήρ ὑμῶν ὥν χρείαν ἔχετε
πρό τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν »
Ματθ. στ΄: 8

Όταν ζητάμε βοήθεια από κάποιον που ξέρουμε ότι μπορεί να μας βοηθήσει, στρεφόμαστε προς εκείνον σοβαρά και τον ικετεύουμε με ολόκληρη την ύπαρξή μας: «Κάνε σε παρακαλώ το τάδε για μένα. Ξέρω ότι μπορείς να το κάνεις». Αυτό σημαίνει ότι είμαστε πεπεισμένοι ότι μπορεί να μας βοηθήσει, οπότε του ζητάμε τη βοήθειά του. Συχνά όμως προσευχόμαστε στον Θεό χωρίς προσοχή, μηχανικά, και το λογίζουμε αυτό για προσευχή, τη στιγμή που το μυαλό και η καρδιά μας δεν συμμετέχουν. Ο νους μας βρίσκεται αλλού – είτε σε κάτι που σχεδιάζουμε να κάνουμε είτε σε κάποια προσβολή που μας έγινε… Ο νους μας εστιάζει σε πολλά πράγματα εκτός από την προσευχή. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος είπε ότι ο Θεός είναι πνεύμα και ότι πρέπει να προσευχόμαστε εν πνεύματι και αληθεία. Αυτό σημαίνει ότι το πνεύμα μας πρέπει να είναι παρόν κατά την ώρα της προσευχής.
« Μή οὕν μεριμνήσητε εἰς τήν αὔριον· ἡ γάρ αὔριον
μεριμνήσει τά ἑαυτῆς· ἀρκετόν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς »

Ματθ. στ΄ : 34.

«ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί
τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν»
Ματθ. στ΄: 33
3. Ο Κύριος είναι ο Μόνος που σηκώνει τα βάρη και της μέριμνές μας, όλα τα ασθενήματα και τις φροντίδες, τόσο τις σωματικές όσο και τις πνευματικές. Μπορεί να σηκώνει τα πάντα, διότι είναι παντοδύναμος. Πρέπει να εναποθέτουμε πάνω Του όλα μας τα ασθενήματα και αυτά των πλησίον μας, δια της προσευχής. Αυτός είναι και ο σκοπός της προσεχής. Πρέπει να είμαστε ένα με τον Κύριο και δεν πρέπει να ανησυχούμε για το αύριο, διότι όπως λέει κι Εκείνος, «Ἀρκετόν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς»3. Αυτό μάς διδάσκει να μην ανησυχούμε για το αύριο. Αλλά εμείς το κάνουμε: ανησυχούμε όχι μόνο για το αύριο αλλά κι ακόμα παραπέρα από αυτό, πράγμα ιδιαίτερα αγχωτικό για μας. Είμαστε λογικά όντα, πλασμένα για μία ημέρα άγχους κέθε φορά. Κι ωστόσο, εμείς βασανίζουμε τον εαυτό μας πολύ περισσότερο από αυτό και γι᾿ αυτό υποφέρουμε. Δεν κάνουμε υπακοή στον Θεό, ο οποίος μάς λέει να μην βαραίνουμε την καρδιά μας με τροφή και ποτό και με τις μέριμνες του κόσμου τούτου. Βαραίνουμε το σώμα και την ψυχή μας. Η τροφή και το ποτό βαραίνουν το σώμα, όταν τρώμε και πίνουμε περισσότερο απ᾿ όσο χρειαζόμαστε. Τα σώματά μας πρέπει να εργάζονται σκληρά για να χωνεύουν όλη αυτή την τροφή, και έτσι επιβαρύνονται. Κι αν εμείς επιβαρύνουμε επίσης τον εαυτό μας με λογισμούς, το άγχος μας διπλασιάζεται και το ίδιο κάνουν και τα βάσανά μας. Γι᾿ αυτό και πρέπει πάντοτε να προσευχόμαστε.
«ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται,
οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσι
Ματθ. κδ΄ : 35
4. Από τη στιγμή που παραβαίνουμε τον νόμο του Θεού, η συνείδησή μας αρχίζει να μας τύπτει. Δεν μας αφήνει σε ησυχία. Κι έτσι πρέπει να εκλιπαρήσουμε τον Κύριο με την προσευχή μας, να μας διδάξει την πιστότητα στο πρόσωπό Του με όλη μας την καρδιά και την ψυχή. Ξεχνάμε συχνά ότι δεν είμαστε παρά εφήμεροι επισκέπτες σ᾿ αυτή τη ζωή και πρέπει κατά συνέπεια να κατοικούμε μέσα στην προσευχή αδιάκοπα, διότι η προσευχή είναι η ανάσα της ψυχής μας. Η προσευχή προσελκύει ενέργεια από την πηγή της Ζωής, τον Κύριο, ο οποίος περιφρουρεί, διαφυλάττει και τρέφει όλα τα όντα.
« γρηγορεῖτε οὕν, ὅτι οὐκ οἴδατε ποίᾳ ὥρᾳ
ὁ Κύριος ὑμῶν ἔρχεται »
Ματθ.  κδ΄ : 42
Κανείς άλλος πέρα από τον Θεό δεν γνωρίζει το επίπεδο της προσευχής που έχει επιτύχει ένας άνθρωπος, διότι αν ήταν δυνατό να δει κανείς πόση Χάρη έχει ο διπλανός του, κάποιοι θα καταθλίβονταν [που δεν έχουν φτάσει σε τέτοιες καταστάσεις].
« γίνεσθε ἕτοιμοι, ὅτι ᾕ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε
ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται »
Ματθ. κδ΄ :44
Είναι επιζήμιο για όσους ζουν σε απομόνωση και ηρεμία να ατενίζουν πρόσωπα άλλων ανθρώπων και να συζητούν μαζί τους. Είναι σαν το χαλάζι που πέφτει πάνω στους τρυφερούς καρπούς των δέντρων και τους αναγκάζει να μαραίνονται ή να πέφτουν. Κατά τον ίδιο τρόπο και τα συναπαντήματα με τους ανθρώπους, οσοδήποτε σύντομα κι αν είναι και όποια κι αν είναι η αιτία τους, εμποδίζουν την αποκομιδή των καρπών της αρετής που άνθισε σε συνθήκες σιωπής και ηρεμίας. Ακριβώς όπως ο πάγος καίει τα τρυφερά βλαστάρια των λουλουδιών που ξεπετάχτηκαν από τη γη στην πρώιμη άνοιξη, έτσι και τα συναπαντήματα με τους ανθρώπους καίνε τον καρπό του νου, που ξεκίνησε να βλασταίνει αρετή.

« ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα, ὁ μένων ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν αὐτῷ,
οὕτος φέρει καρπόν πολύν, ὅτι χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»
Ιωάν. 15:5.
« μακάριος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ὅν ἐλθών ὁ κύριος
αὐτοῦ εὑρήσει ποιοῦντα οὕτως
ἀμήν λέγω ὑμίν ὅτι ἐπί πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ
καταστήσει αὐτόν »
Ματθ. κδ΄ : 46 – 47
5. Υπάρχουν πολύ λιγοι άνθρωποι που έρχονται στα συγκαλά τους, πολύ λίγοι που κατανοούν τη ζωή. Προσευχόμαστε με τα χείλη μας μόνο και βιαζόμαστε να ξεφορτωθούμε τον κανόνα της προσευχής μας, κι έπειτα χάνουμε την ειρήνη μας. Η νηστεία και η προσευχή είναι μέσα διακόσμησης της ψυχής μας και επαναφοράς της στήν αυθεντική της κατάσταση. Πρέπει να παλέψουμε, με τη βοήθεια του Θεού, να αποκτήσουμε τα ιδιώματα του Χριστού Σωτήρα. Γνωρίζουμε ότι ήταν πράος, ταπεινός και αγαθός, και πρέπει να προσπαθήσουμε να Τον μιμηθούμε. Δεν έχουμε όμως τη δύναμη να το κάνουμε αυτό από μόνοι μας – γι᾿ αυτό και πρέπει να ζητήσουμε από τον Κύριο βοήθεια. Είναι αδύνατο να μας δώσει ο γλόμπος φως δίχως το ηλεκτρικό ρεύμα, και είναι αδύνατο για μας να ζήσουμε χωρίς Θεό· όπως είπε και ο Ίδιος: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»4.
6. Όταν βλέπουμε ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, θέλουμε συχνά να το αποκτήσουμε, αλλά από τη στιγμή που το κάνουμε, χάνουμε γρήγορα το ενδιαφέρον μας γι᾿ αυτό. Από τη στιγμή που βλέπουμε κάτι άλλο, το επιθυμούμε, και η κατάσταση έτσι πηγαίνει ασταμάτητα. Είμαστε εξαιρετικά άστατοι. Αυτός είναι ο λόγος που ο Κύριος ήρθε να ενοικήσει ανάμεσά μας: για να μας συνάξει και να μας ενώσει μαζί, έτσι ώστε να είμαστε μία ποίμνη κάτω από ένα Ποιμένα. Όταν Εκείνος μας εγκολπώνεται όλα είναι εύκολα. Τώρα οι λογισμοί μας περισπώνται. Δεν εστιάζουν σε αυτό που κάνουμε. Το μόνο αντίδοτο σ᾿ αυτό είναι η προσευχή. Κάθε έργο απαιτεί μια αυτοσυγκέντρωση του νου, ιδιαίτερα η προσευχή.
«σύ δέ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τό ταμιεῖόν σου,
καί κλείσας τήν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου
τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καί ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν
τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ ».
Ματθ. στ΄ : 6
« Αἰτεῖτε καί δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε, καί εὑρήσετε,
κρούετε, καί ἀνοιγήσεται ὑμῖν »
Ματθ. ζ : 7
7. Οι Άγιοι Πατέρες κάνουν λόγο για προσευχή του νοός, την προσευχή του Ιησού. Υπάρχει μια σειρά από κανόνες σχετικά με το πώς μπορεί κανείς να επιδοθείστην προσευχή του Ιησού, και να κάνει τον νου του να κατέλθει στην καρδιά, αλλά είναι απαραίτητο να έχει κανείς έναν έμπειρο πνευματικό οδηγό, προκειμένου να μάθει σωστά την προσευχή του Ιησού.
«προσεύχεσθε δέ ἵνα μή γένηται ἡ φυγή ὑμῶν
χειμῶνος μηδέ σαββάτῳ »
Ματθ. κδ΄ : 20
Πρέπει να εξασκούμαστε στην προσευχή συνεχώς. Κάθε κίνηση της καρδιάς πρέπει να είναι προσευχητική. Οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι όπως ακριβώς ο παραμικρός κόκκος σκόνης μάς εμποδίζει να δούμε, έτσι και η παραμικρή μέριμνα μας εμποδίζει να προσευχηθούμε. Για την αγνή προσευχή είναι απαραίτητη μια αμέριμνη ζωή.
« δέ Ἰησοῦς εἵπεν·
ἄφετε τά παιδία καί μή κωλύετε αὐτά ἐλθεῖν πρός με·
τῶν γάρ τοιούτων ἐστίν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν »
Ματθ. ιθ΄ : 14
Τέλος και τῷ Θεῷ δόξα!

«λέγω δέ ὑμῖν ὅτι οὐδέ Σολομών ἐν πάσῃ
τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἕν τούτων»
Ματθ. στ΄: 29
Ἀπό τό βιβλίο: «Οἱ λογισμοί καθορίζουν τή ζωή μᾶς».
Ἐκδόσεις » Ἐν πλῷ «

1Βλ. Ματθ. 22:37.

2Βλ. Ιωάν. 4:23-24.

3Ματθ. 6:34.

4Ιωάν. 15:5.

Ἡ τελευταία Ἐξομολόγηση, Ἄγνωστος συγγραφεύς



 


(Ἀληθινὴ ἱστορία)

Τὸ παρακάτω κείμενο εἶναι μία ἀληθινὴ ἱστορία μεταφρασμένη ἀπὸ τὸ παράνομο ρωσικὸ θρησκευτικὸ περιοδικὸ Ἐλπίδα («Ναντιέζντα») ἀρ. 9. Ἀποτελεῖ κεφάλαιο ἑνὸς βιβλίου ποὺ περιγράφει τὴν ζωὴ τοῦ π. Ἀρσενίου, ἑνὸς ἁγίου ἱερέως ποὺ ἔδρασε μέσα στὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως.

***
Ἡ ἐπιθεώρησις τελείωσε. Οἱ κρατούμενοι ὠδηγήθηκαν μὲ φωνὲς καὶ βία πίσω στοὺς θαλάμους τους, ὁ καθένας σύμφωνα μὲ τὸν ἀριθμό του, καὶ ἡ πόρτα κλειδώθηκε. Ὑπῆρχε ἀκόμη χρόνος πρὶν ἀπὸ τὸν ὕπνο γιὰ νὰ κουβεντιάσουν μεταξύ τους, ν’ ἀνταλλάξουν ἐντυπώσεις ἀπὸ τὸ στρατόπεδο, νὰ ποῦν τὰ νέα τῆς ἡμέρας, νὰ νικήσουν κάποιον στὸ ντόμινο ἢ νὰ ξαπλώσουν στὶς σανίδες τῆς κουκέτας τους καὶ ν’ ἀναπολήσουν τὸ παρελθόν. Δύο ὧρες ἀργότερα ὁ ἦχος τῶν συνομιλιῶν ἀκουγόταν ἀκόμη, ὅμως σιγὰ-σιγὰ ὑποχώρησε καὶ βασίλεψε ἡ σιωπή, καθὼς οἱ κρατούμενοι παραδόθηκαν στὸν ὕπνο.
Ἀρκετὴ ὥρα μετὰ τὸ κλείδωμα τοῦ θαλάμου ὁ π. Ἀρσένιος στάθηκε πλάι στὰ ξύλινα κρεβάτια καὶ προσευχήθηκε· ἔπειτα ξάπλωσε κι αὐτὸς καὶ συνεχίζοντας τὴν προσευχὴ ἀποκοιμήθηκε.
Ὡς συνήθως, ἦταν ἕνας ὕπνος ἀνήσυχος. Γύρω στὴ μία μετὰ τὰ μεσάνυχτα ἔνιωσε κάποιον νὰ τὸν σκουντάη. Ἀνακάθισε καὶ ἀντίκρυσε τὴν ἀνήσυχη σιλουέτα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ψιθύριζε:
“Πάμε γρήγορα! Ὁ διπλανός μου πεθαίνει καὶ σὲ ζητάει!”.
Βρῆκαν τὸν ἑτοιμοθάνατο στὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ θαλάμου. Ἦταν ξαπλωμένος ἀνάσκελα· ἡ ἀναπνοὴ του ἦταν βαρειὰ καὶ ἀκανόνιστη, τὰ μάτια του διάπλατα ἀνοιχτὰ κατὰ τρόπο ἀφύσικο.
“Με συγχωρεῖς… Σὲ χρειάζομαι… Πεθαίνω…”. Κοίταξε τὸν π. Ἀρσένιο καὶ πρόσθεσε σταθερά: “Κάθησε”.
Ὁ π. Ἀρσένιος κάθησε στὴν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ. Τὸ φῶς ἀπὸ τὸν διάδρομο παίρνοντας σχῆμα ἀνάμεσα ἀπὸ τὶς κουκέτες φώτιζε ἀδύναμα τὸ πρόσωπο τοῦ ἑτοιμοθανάτου κρατουμένου, ποὺ καλυπτόταν ἀπὸ χονδρὲς σταγόνες ἱδρῶτος. Τὰ μαλλιὰ του ἦταν ἀνακατωμένα, τὰ χείλη του σφιγμένα ἀπὸ τὸν πόνο. Ἦταν ἐξαντλημένος καὶ τὸ πρόσωπό του εἶχε μία νεκρικὴ χλωμάδα. Τὰ μάτια του ὅμως ἦταν διάπλατα ἀνοιχτὰ καὶ κοιτοῦσαν τὸν π. Ἀρσένιο σὰν δύο ἀναμμένοι πυρσοί. Σ’ αὐτὰ τὰ δύο μάτια ἀντικατοπτριζόταν τώρα ὅλη ἡ πορεία τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Πέθαινε. Ἄφηνε αὐτὴ τὴ ζωὴ κουρασμένος καὶ γεμάτος πόνο. Ἀλλὰ κρατιόταν ἀκόμα ἀπὸ μία τελευταία ἐπιθυμία: νὰ δώση λόγο γιὰ ὅλα στὸν Θεό.
“Εξομολόγησέ μέ, συγχώρησε τὶς ἁμαρτίες μου. Εἶμαι μοναχὸς μὲ μυστικὴ κουρά”.
Οἱ διπλανοί του κρατούμενοι πῆγαν νὰ κοιμηθοῦν ἀλλοῦ. Ὅλοι ἔβλεπαν ὅτι ὁ θάνατος εἶχε φθάσει. Ἀκόμη καὶ σ’ ἕνα θάλαμο στρατοπέδου κρατουμένων ὑπῆρχε εὐσπλαχνία καὶ συμπάθεια γιὰ τὸν ἑτοιμοθάνατο.
Πλησιάζοντας πιὸ κοντὰ στὸν μοναχὸ καὶ χαϊδεύοντας τὰ κοντά, ἀνακατωμένα μαλλιὰ του ὁ π. Ἀρσένιος ἔσιαξε τὴν τριμμένη κουβέρτα. Μὲ τὸ χέρι του πάνω στὸ κεφάλι τοῦ μοναχοῦ διάβασε ψιθυριστὰ τὶς εὐχὲς καὶ συγκεντρώνοντας τὴν προσοχὴ του ἑτοιμάστηκε ν’ ἀκούση τὴν ἐξομολόγησι.
“Η καρδιά μου… Δὲν χτυπάει καλά…” ψιθύρισε ὁ ἑτοιμοθάνατος μοναχὸς καὶ λέγοντας τὸ μοναχικό του ὄνομα, «Μιχαήλ», ἄρχισε τὴν ἐξομολόγησί του.
Σκύβοντας πάνω ἀπὸ τὴν ξαπλωμένη σιλουέττα ὁ π. Ἀρσένιος παρακολουθοῦσε μὲ προσοχὴ τὴν φωνὴ ποὺ μόλις ἀκουγόταν, ἐνῶ ἄθελά του κοίταζε μέσα στὰ μάτια τοῦ Μιχαήλ. Μερικὲς φορὲς ὁ ψίθυρος σταματοῦσε καὶ τὸ μόνο ποὺ ἀκουγόταν ἦταν τὸ σφύριγμα ἀπὸ τὸ στῆθος του. Ὁ Μιχαὴλ ἔπαιρνε ἀπεγνωσμένα ἀέρα ἀπὸ τὸ στόμα του. Ἄλλοτε πάλι σώπαινε ἐντελῶς καὶ φαινόταν σὰν νὰ εἶχε ἔρθει ὁ θάνατος. Τὰ μάτια του ὅμως συνέχιζαν νὰ κινοῦνται καὶ κοιτάζοντας μέσα σ’ αὐτὰ ὁ π. Ἀρσένιος διάβαζε ὅλα ὅσα ὁ ψίθυρος προσπαθοῦσε νὰ ἐκφράση.
Ὁ π. Ἀρσένιος εἶχε ἐξομολογήσει πολλοὺς στὰ τελευταῖα τους καὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἐξομολογήσεις ἦταν πάντα κάτι τὸ βαθειὰ συγκινητικό. Τώρα ὅμως, ἀκούγοντας τὴν ἐξομολόγησι τοῦ Μιχαήλ, ὁ π. Ἀρσένιος ἔβλεπε ξεκάθαρα ὅτι μπροστά του βρισκόταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε φτάσει σὲ σπάνια ἐπίπεδα πνευματικῆς τελειώσεως.
Ἕνας ἄνθρωπος δίκαιος πέθαινε, ἕνας ἄνθρωπος προσευχῆς, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἀφιερώσει τὴ ζωή του στὸν Θεὸ καὶ στὸν συνάνθρωπο μέχρι τελευταίας πνοῆς.
Ἕνας ἄνθρωπος δίκαιος πέθαινε καὶ ὁ π. Ἀρσένιος ἄρχισε νὰ συνειδητοποιεῖ ὅτι ὁ ἱερεὺς Ἀρσένιος ἦταν μικρὸς καὶ ἀσήμαντος μπροστά του, ὅτι δὲν ἦταν κἄν ἄξιος νὰ φιλήση τὴν ἄκρη τῶν ἐνδυμάτων του.
Ὁ ψίθυρος διακοβόταν ὅλο καὶ πιὸ συχνά, ἀλλὰ τὰ μάτια ἔλαμπαν ἀπὸ ζωὴ καὶ μέσα τους, μέσα σ’ αὐτὰ τὰ δύο μάτια, ὁ π. Ἀρσένιος, ὅπως καὶ πρίν, τὰ διάβαζε ὅλα. ὅλα ὅσα ὁ ἑτοιμοθάνατος λαχταροῦσε νὰ ἐκφράσει.
Στὴν ἐξομολόγησί του ὁ Μιχαὴλ ἔγινε δικαστὴς τοῦ ἑαυτοῦ του· καὶ τὸν δίκασε αὐστηρά, χωρὶς ἔλεος. Μερικὲς φορὲς ἔμοιαζε σὰν νὰ ἀπομακρυνόταν ἀπ’ τὸν ἑαυτό του, σὰν νὰ ‘βλέπε κάποιον ἄλλον νὰ πεθαίνη. Κι ἦταν ἐκεῖνον τὸν ἄλλον ποὺ δίκαζαν τώρα μαζὶ μὲ τὸν π. Ἀρσένιο.
Ὁ π. Ἀρσένιος ἔβλεπε τὴν ἐπίγεια ζωὴ τοῦ Μιχαὴλ σὰν ἕνα καράβι βαρυφορτωμένο μὲ βάσανα καὶ θλίψεις —παλιὲς καὶ τωρινές— νὰ ἀπομακρύνεται πιὰ ἀπ’ αὐτὸν καὶ νὰ κατευθύνεται πρὸς τὴ μακρυνὴ χώρα τῆς λησμοσύνης. Τώρα ἔμενε μόνο νὰ πετάξη ἔξω ὅλα τὰ ἄχρηστα, ὅλα τὰ περιττὰ καὶ ἐπουσιώδη καὶ νὰ παραδώση τὰ χρήσιμα στὰ χέρια τοῦ ἱερέως, ποὺ ἐνδεδυμένος μὲ τὴν δύναμι τοῦ Θεοῦ θὰ τοῦ ἔδινε τὴν συγχώρησι καὶ τὴν ἄφεσι ὅλων ὅσων εἶχε διαπράξει.
Στὰ λίγα λεπτὰ ζωῆς ποὺ τοῦ ἔμεναν ὁ μοναχὸς Μιχαὴλ ἔπρεπε νὰ τὰ παραδώση ὅλα στὸν π. Ἀρσένιο, νὰ τὰ ἁπλώση ὅλα ἀνοιχτὰ μπροστὰ στὸν Θεό, νὰ ἀναγνωρίση τὶς ἁμαρτίες του καὶ ἔχοντας καθαρίσει τὸν ἑαυτό του στὸ δικαστήριο τῆς δικῆς του συνειδήσεως, νὰ σταθῆ κατόπιν μπροστὰ στὸ Κριτήριο τοῦ Θεοῦ.
Ἕνας κρατούμενος πέθαινε, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τόσοι ἄλλοι εἶχαν πεθάνει μπροστὰ στὰ μάτια τοῦ π. Ἀρσενίου. Τοῦτος ὁ θάνατος ὅμως τὸν ἐπηρέασε ὅσο ποτὲ κανένας ἄλλος. Ἔτρεμε καθὼς συνειδητοποιοῦσε ὅτι ὁ Κύριος μὲ τὸ πολὺ ἔλεός Του τὸν εἶχε ἀξιώσει νὰ ἐξομολογήση κάποιον ποὺ ἀνῆκε στὴ χορεία τῶν δικαίων.
Τούτη τὴ φορὰ ὁ Κύριος ἀπεκάλυπτε ἕναν μεγάλο Του θησαυρό, ποὺ τόσο καιρὸ καὶ μὲ τόση ἀγάπη εἶχε καλλιεργήσει. Ἔδειχνε σὲ ποιὰ ὕψη πνευματικῆς τελειότητος μποροῦν νὰ φθάσουν ὅσοι ἀγαποῦν τὸν Θεὸ μὲ ἀγάπη ἀνεξάντλητη, ὅσοι σηκώνουν τὸν ζυγὸ καὶ τὸ φορτίο τοῦ Χριστοῦ καὶ τὰ βαστάζουν μέχρι τέλους. Ὅλα αὐτὰ ὁ π. Ἀρσένιος τὰ ἔβλεπε καὶ τὰ καταλάβαινε.
Οἱ ἀπίστευτα πολύπλοκες περιστάσεις τῆς σύγχρονης ζωῆς μόνο ἐμπόδια καὶ προσκόμματα θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν προσφέρει στὴν κατὰ Θεὸν πορεία κάποιου: ἐπαναστατικὲς ζυμώσεις, προσωπολατρεῖες, πολύπλοκες ἀνθρώπινες σχέσεις, ἐπίσημη ἀθεΐα τοῦ κράτους, ποδοπάτημα τῆς πίστεως, ἠθικὴ κατάπτωσις, διαρκὴς ἀστυνόμευσις καὶ καταδόσεις, ἔλλειψις πνευματικοῦ ὁδηγοῦ. Ἡ ἐξομολόγησις τοῦ ἑτοιμοθανάτου μοναχοῦ ὡστόσο ἔδειχνε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος μὲ βαθειὰ πίστι μπορεῖ ὅλα αὐτά, κάθε τι ποὺ θὰ σταθῆ στὸν δρόμο του, νὰ τὰ ὑπερνίκηση καὶ νὰ εἶναι κοντὰ στὸν Θεό.
Δὲν ἦταν οὔτε σκήτη οὔτε ἀπομονωμένο μοναστήρι ὁ χῶρος ὅπου ὁ Μιχαὴλ εἶχε διανύσει τὴν κατὰ Θεὸν πορεία του. Ἀντίθετα, ἦταν ὁ θόρυβος τῆς ζωῆς, ἡ βρωμιά της, ἡ σκληρὴ μάχη μὲ τὶς γύρω δυνάμεις τοῦ κακοῦ, τὴν ἄρνησι καὶ τὴν στρατευμένη ἀθεΐα. Εἶχε δεχθῆ πολὺ λίγη πνευματικὴ καθοδήγησι. Ὑπῆρξαν κατὰ διαστήματα κάποιες συναντήσεις μὲ δύο-τρεῖς ἱερεῖς καὶ ἕνας σχεδὸν ὁλόκληρος χρόνος ποὺ τὸν πέρασε χαρούμενα σὲ στενὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν ἐπίσκοπο Θεόδωρο, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν ἔκειρε μοναχό. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ τὰ δύο-τρία σύντομα γράμματα τοῦ ἐπισκόπου ἀπέμεινε μόνο ὁ ἀκλόνητος καὶ φλογερὸς πόθος του νὰ προχωρῆ μπροστά, ὅλο μπροστά, στὸν δρόμο πρὸς τὸν Κύριο.
“Ακολούθησα ἄραγε τὸν δρόμο τῆς πίστεως; Πῆρα σωστὰ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ; Ἢ μήπως ἔχασα τὸν δρόμο; Δὲν ξέρω”, εἶπε ὁ Μιχαήλ. Ὁ π. Ἀρσένιος ὅμως ἔβλεπε ὅτι ὁ Μιχαὴλ ὄχι μόνο δὲν εἶχε παρεκκλίνει καθόλου ἀπὸ τὸν δρόμο ποὺ τοῦ εἶχε δείξει ὁ ἐπίσκοπος Θεόδωρος, ἀλλὰ εἶχε κιόλας προχωρήσει πάρα πολὺ σ’ αὐτόν, ἔχοντας φθάσει καὶ ξεπεράσει τοὺς ὁδηγούς του.
Ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ Μιχαὴλ ἦταν μία μάχη «ἐν πορείᾳ», μία μάχη γιὰ πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ τελείωσι μέσα στὴ βαναυσότητα τῆς σύγχρονης ζωῆς. Καὶ ὁ π. Ἀρσένιος καταλάβαινε ὅτι ὁ Μιχαὴλ εἶχε κερδίσει αὐτὴ τὴ μάχη, τὴ μάχη ποὺ ἔδωσε μόνος ἐναντίον τοῦ κακοῦ ποὺ τὸν περικύκλωνε. Καθὼς ἔζησε μέσα στὸν κόσμο, ἀφιερώθηκε στὴν ἐπιτέλεσι ἀγαθοεργιῶν στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Κράτησε μέσα στὴν καρδιά του σὰν ἀναμμένο πυρσὸ τὰ λόγια τοῦ Ἀποστόλου: «Ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζετε καὶ οὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ».
Ὁ π. Ἀρσένιος συνειδητοποιοῦσε τὸ μεγαλεῖο, τὴν τελειότητα τοῦ πνεύματος τοῦ Μιχαήλ. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀναγνώριζε καὶ τὴ δική του ἀθλιότητα καὶ ἱκέτευε θερμὰ τὸν Κύριο νὰ δώση σ’ αὐτόν, τὸν ἱερέα Του Ἀρσένιο, τὴ δύναμι νὰ ἀνακουφίση τὰ βάσανα τοῦ μονάχου σ’ αὐτὲς τὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ἦταν στιγμὲς ποὺ ὁ π. Ἀρσένιος αἰσθανόταν ἐντελῶς ἀνήμπορος. Τὴν ἴδια ὥρα ὅμως ἔνιωθε νὰ ἐμψυχώνεται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Μιχαήλ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιθανάτια ἐξομολόγησι ἀπεκάλυπτε μπροστά του τὶς θαυμαστὲς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου, διδάσκοντας καὶ ὁδηγώντας τον στὸ δρόμο τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως.
Ἔφτασε καὶ ἡ ὥρα ποὺ ὁ Μιχαὴλ εἶχε πιὰ παραδώσει στὸν ἱερέα —καὶ διὰ μέσου ἐκείνου στὸν Θεὸ— ὅλα ὅσα βάραιναν τὴν καρδιά του. Τὰ μάτια του κοίταζαν ἐρωτηματικὰ τὸν π. Ἀρσένιο. Ὡς ἱερεύς, παίρνοντας ἀπὸ τὸν ἑτοιμοθάνατο μοναχὸ τὸ φορτίο τῶν ἁμαρτιῶν του καὶ κρατώντας το στὰ χέρια του, ὁ π. Ἀρσένιος ἔτρεμε· ἔτρεμε πάλι μὲ τὴν ἐπίγνωσι τῆς ἀναξιότητος καὶ ἀνθρώπινης ἀδυναμίας του. Ἀπαγγέλλοντας τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ στὸν δοῦλο τοῦ Θεοῦ Μιχαὴλ μοναχό, ὁ π. Ἀρσένιος ἀπὸ μέσα του ἔκλαιγε. Κατόπιν, μὴ μπορώντας νὰ κρατηθῆ, ξέσπασε σὲ δάκρυα.
Ὁ Μιχαὴλ σήκωσε τὰ μάτια του καὶ κοίταξε πρὸς τὸν π. Ἀρσένιο. “Ευχαριστώ… Εἰρήνευε… Ἦρθε ἡ ὥρα… Προσεύχου γιὰ μένα ὅσο πατᾶς σ’ αὐτὴ τὴ γῆ· ἔχεις ἀκόμη πολὺ δρόμο μπροστά σου… Σὲ παρακαλῶ, πάρε τὸ κασκέτο μου. Ἐκεῖ μέσα εἶναι ἕνα σημείωμα πρὸς δύο ἀνθρώπους μὲ μεγάλη ψυχὴ καὶ μεγάλη πίστι. Πολὺ μεγάλη. Ὅταν ἀφεθῆς ἐλεύθερος, πήγαινέ τους τὸ σημείωμα αὐτό. Σὲ χρειάζονται καὶ τοὺς χρειάζεσαι… Ράψε πάλι τὸν ἀριθμὸ στὸ κασκέτο. Καὶ προσεύχου στὸν Κύριο γιὰ τὸν μοναχὸ Μιχαήλ”.
Καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐξομολογήσεως ἔμοιαζε σὰν νὰ ἦταν μόνοι τους· σὰν τάχα ὁ θάλαμος καὶ οἱ ἔνοικοί του, ὅλη ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς φυλακῆς, ὅλα νὰ εἶχαν γίνει πολὺ ἀπόμακρα· ὅλα νὰ εἶχαν περιέλθει σ’ ἕνα εἶδος ἀνυπαρξίας. Παρέμενε μόνο ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἡ προσευχὴ τῶν καρδιῶν τους καὶ ἡ σιωπηλὴ πνευματικὴ ἕνωσι ποὺ τοὺς ἔδενε καὶ τοὺς ἔφερνε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου.
Κάθε ἀγωνία καὶ ταραχὴ σταμάτησε· κάθε τι γήινο χάθηκε. Ὑπῆρχε ὁ Θεός. Καὶ τώρα ἡ μία ψυχὴ πήγαινε νὰ Τὸν συναντήση, ἐνῶ ἡ ἄλλη ἀξιωνόταν νὰ παρακολουθήση ἕνα μεγάλο μυστήριο: τὸν θάνατο, τὴν ἀναχώρησι ἀπὸ τὴν ζωή.
Ὁ ἑτοιμοθάνατος μοναχὸς κράτησε σφιχτὰ τὸ χέρι τοῦ π. Ἀρσενίου καὶ προσευχήθηκε. Προσευχήθηκε μὲ τόση αὐτοσυγκέντρωση ὥστε ἀποξενώθηκε ἐντελῶς ἀπὸ τὸ περιβάλλον. Ἐσωτερικὰ ὁ π. Ἀρσένιος πλησίασε ἀκόμα πιὸ πολὺ κοντά του. Μὲ εὐλάβεια καὶ χωρὶς διαλογισμοὺς πάλευε ν’ ἀκολουθήση τὸν μοναχὸ στὴν προσευχή του.
Ἔπειτα ἦρθε ἡ στιγμὴ τοῦ θανάτου. Τὰ μάτια τοῦ ἑτοιμοθάνατου φωτίσθηκαν ἔντονα μὲ μία ἤρεμη ἔκστασι. Τὰ λόγια του μόλις ἀκούγονταν: “Κύριε, μὴ μὲ ἀπόρριψης!”.
Ἀνασηκώνοντας τὸ κορμί του ἀπὸ τὸ κρεβάτι, ὁ Μιχαὴλ ἄνοιξε τὰ χέρια καὶ ἐπανέλαβε δυνατά: “Κύριε! Κύριε!”. Ἄδραξε πάλι μπροστά, ἀλλὰ τὴν ἑπόμενη στιγμὴ ἔπεσε πίσω ἀνάσκελα καὶ τὸ κορμὶ του ἀμέσως χαλάρωσε.
Συγκλονισμένος ὁ π. Ἀρσένιος ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ ἄρχισε νὰ προσεύχεται· ὄχι γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὴν σωτηρία τοῦ κοιμηθέντος μοναχοῦ, ἀλλὰ γιὰ νὰ εὐχαριστήση. Νὰ εὐχαριστήση γιὰ τὸ μεγάλο δῶρο, νὰ ἀξιωθῆ νὰ δῆ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀθέατο στὰ μάτια καὶ ἀκατανόητο στὸν νοῦ, ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τὸ πιὸ κρυφὸ ἀπ’ ὅλα τὰ μυστήρια: τὸν θάνατο τοῦ δικαίου.
Ὅταν σηκώθηκε ὁ π. Ἀρσένιος, ἔσκυψε πάνω στὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ Μιχαήλ. Τὰ μάτια του ἦταν ἀκόμη ἀνοιχτά, ἀκόμη γεμᾶτα φῶς. Ὅμως τὸ φῶς σιγὰ-σιγὰ χλώμιαζε καὶ τὴν θέσι του ἔπαιρνε μία ἀνεπαίσθητη καταχνιά. Τὰ βλέφαρα ἔκλεισαν ἀργά, μία σκιὰ διέτρεξε τὸ πρόσωπο, καὶ στὸ πέρασμά της ἐκεῖνο ἔγινε ἀμέσως ἐπιβλητικό, γαλήνιο, θριαμβευτικό.
Σκυμμένος πάνω στὸ λείψανο ὁ π. Ἀρσένιος προσευχόταν. Ἂν καὶ μόλις εἶχε γίνει μάρτυς τοῦ θανάτου αὐτοῦ τοῦ νέου μοναχοῦ, δὲν ἔνιωθε λύπη. Ἀντίθετα, ἦταν γεμᾶτος ἀπὸ εἰρήνη καὶ ἐσωτερικὴ ἀγαλλίασι. Εἶχε γνωρίσει ἕναν δίκαιο τοῦ Θεοῦ, εἶχε γευθῆ τὸ ἔλεός Του, εἶχε δεῖ τὴν δόξα Του.
Προσεκτικὰ ὁ π. Ἀρσένιος τακτοποίησε τὰ ροῦχα στὸ σῶμα τοῦ νεκροῦ, ἔκανε βαθειὰ ὑπόκλισι μπροστά του καὶ ξαφνικὰ συνειδητοποίησε ὅτι ἦταν ἀκόμη στὸ θάλαμο ἑνὸς στρατοπέδου «μὲ αὐστηρὸ καθεστὼς κρατήσεως». Σὰν ἀστραπὴ πέρασε ἡ σκέψις ἀπὸ τὸ μυαλό του: Αὐτὸ τὸ στρατόπεδο εἶχε μόλις δεχθῆ μίαν ἐπίσκεψι τοῦ Θεοῦ, τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, ποὺ εἶχε ἔρθει νὰ παραλάβη τὴν ψυχὴ τοῦ δικαίου Μιχαήλ.
Μόνο λίγη ὥρα ἀπόμενε μέχρι τὸ ἐγερτήριο. Ὁ π. Ἀρσένιος πῆρε τὸ κασκέτο τοῦ Μιχαήλ, τύπωσε στὴ μνήμη τὸν ἀριθμὸ καὶ πῆγε νὰ ἐνημερώση τὸν θαλαμάρχη γιὰ τὸν θάνατο. Ὁ θαλαμάρχης, ὁ ἀρχαιότερος τῶν καταδίκων, ρώτησε τὸν ἀριθμὸ τοῦ νεκροῦ καὶ ἐξέφρασε τὴν συμπάθειά του.
Οἱ θάλαμοι ξεκλειδώθηκαν. Οἱ κρατούμενοι ἔτρεξαν ἔξω γιὰ τὴν ἐπιθεώρησι καὶ μπῆκαν γρήγορα σὲ σειρές. Ὁ θαλαμάρχης πλησίασε τοὺς ἐπιθεωρητὲς ποὺ στέκονταν στὴν εἴσοδο τοῦ θαλάμου καὶ ἀνέφερε: “Ἔχουμε ἕναν νεκρό, ἀριθμὸς Β 382.
Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιθεωρητὲς μπῆκε στὸ θάλαμο, κοίταξε τὸν νεκρό, σκούντησε τὸ λείψανο μὲ τὴ μύτη τῆς μπότας του καὶ ἔφυγε. Δύο ὧρες ἀργότερα ἔφθασε ἕνα ἕλκυθρο γιὰ νὰ πάρη τὸ πτῶμα. Ἕνας γιατρὸς τῶν φυλακῶν, ἀπὸ τοὺς καλούμενους «ἐθελοντὲς ἐργασίας», μπῆκε μέσα, διάβηκε μὲ τὸ βλέμμα του ἀπρόσεκτα τὸ νεκρὸ σῶμα, σήκωσε λίγο τὸ ἕνα βλέφαρο μὲ τὸ κλεισμένο σὲ γάντι χέρι του καὶ μ’ ἕνα τόνο ἀπαρέσκειας εἶπε στὴν ὁμάδα ὑπηρεσίας: “Γρήγορα, βάλτε το στὸ κάρρο”.
Διάφορα πτώματα κοίτονταν ἤδη πάνω στὸ ἕλκυθρο. Τὸ σῶμα τοῦ Μιχαὴλ μεταφέρθηκε ἔξω καὶ τοποθετήθηκε πάνω στὰ ἄλλα. Ὁ ὁδηγὸς πῆρε θέσι ἰσορροπώντας τὰ πόδια του ἐπάνω στὰ πτώματα, ποὺ εἶχαν ἤδη ξυλιάσει ἀπὸ τὸ κρύο.
Ἔπεφτε ψιλὸ χιόνι καὶ καθὼς ἀκουμποῦσε στὰ πρόσωπα τῶν νεκρῶν, ἔλυωνε ἀργά. Ἦταν σὰν νὰ ἔκλαιγαν. Κοντὰ στοὺς θαλάμους στέκονταν ἀκόμα οἱ ἐπιθεωρητές, ποὺ συζητοῦσαν μὲ τὸν γιατρό, οἱ κρατούμενοι ὑπηρεσίας καὶ ὁ π. Ἀρσένιος ποὺ ἕσφιγγε τὰ χέρια του στὸ στῆθος καὶ προσευχόταν σιωπηλά.
Τὸ ἕλκυθρο ἄρχισε νὰ κινῆται. Κάνοντας μία βαθειὰ ὑπόκλισι ὁ π. Ἀρσένιος εὐλόγησε τὰ ἄψυχα σώματα καὶ γύρισε πίσω στὸν θάλαμο. Ὁ ὁδηγὸς τίναξε τὰ χαλινάρια καὶ ἔκανε τὰ ἄλογα νὰ ξεκινήσουν ξεστομίζοντας μιὰ βρισιά. Τὸ ἕλκυθρο ἀπομακρύνθηκε ἀργὰ καὶ χάθηκε ἀπὸ τὴ ματιά.

http://www.agiazoni.gr/

Μήν ἀμελοῦμε τήν ἐξομολόγηση

Κορυφαία πράξη αντίστασης, να μην ψωνίζει κανείς την Κυριακή!


 pentapostagma.gr
Οι περισσότεροι Έλληνες βρίσκονται ήδη σε απόγνωση ενώ όσοι ακόμη αντέχουν, ατενίζουν το μέλλον είτε με ανασφάλεια, στην καλύτερη περίπτωση είτε με αγωνία και τρόμο στη χειρότερη. Η προσέγγιση της σκέψης, εξαρτάται από την προσωπικότητα αλλά κυρίως από την πίστη στην αιώνια ζωή αφού η επίγεια έχει ήδη υποθηκευτεί έναντι της αδικαιολόγητης φοβικής εμμονής, της επιστροφής στη δραχμή και της εξόδου από την Ευρωζώνη – θηλειά. Τα δανεικά, εισπραχθέντα …ισοδύναμα, της φοβίας αυτής, είναι ανεργία, φόβος για το αύριο, φόροι, άθλια ψυχολογία και κοινωνική μιζέρια.
Έσπαγα λοιπόν το κεφάλι μου, να ανακαλύψω τις αιτίες, της αναμφισβήτητης δυστυχίας που σκέπασε τον (πρώην) ηρωικό Ελληνικό λαό. Αυτόν που στα (περασμένα) μεγαλεία, της μακραίωνης ιστορίας του, «ζυγόν» ποτέ του «δεν υπέμεινε». Ξεκίνησα λοιπόν, να αποδίδω … ευθύνες στον υπερκαταναλωτισμό και τον συνυπεύθυνο υπερδανεισμό των Ελλήνων, την ηθική σήψη και τη συνακόλουθη διαφθορά. Στα άνομα και ανήθικα φακελάκια, αρκετών στελεχών της υγείας, της πολεοδομίας, της εφορίας, του λιμενικού, του ΙΚΑ, των Δήμων και τόσων άλλων, δημοσίων λειτουργών. Στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή όσων μπορούσαν, να φοροδιαφύγουν. Στις επί δεκαετίες παράνομες επιδοτήσεις, αγροτών και κτηνοτρόφων που με αλλεπάλληλα ψευδή στοιχεία, καρπώνονταν κοινοτικούς κι εθνικούς πόρους. Που είχαν στόχο όμως την ανάπτυξη της οικονομίας κι όχι την κατανάλωση λουλουδιών, σαμπάνιας και πιάτων, στα …«πολιτιστικά κέντρα» όπως χαρακτήρισε τα «σκυλάδικα», ο αλήστου μνήμης Βαγγέλης Γιαννόπουλος, πρώην υπουργός, παλαιότερων «φιλολαϊκών» κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ. Τότε που οι Έλληνες είτε κοιμόντουσαν τον ύπνο του δικαίου (κατ’ ευφημισμό βεβαίως αφού όπως προανέφερα αδικοπραγούσαν σχεδόν όλοι) είτε δεν τολμούσαν να μιλήσουν, όσοι ελάχιστοι «γραφικοί» προέβλεπαν τα μελλούμενα.
Έψαχνα παντού. Όλα μου φαίνονταν σωστά αλλά … Ξαφνικά συνήλθα! Τι νόημα έχει, να σκαλίζω το παρελθόν; Ό,τι έγινε, έγινε. Τώρα τι γίνεται! Γιατί, αφού όλοι σχεδόν αποδέχονται τις ευθύνες, των παραπάνω …ενόχων, το πρόβλημα αντί να συρρικνώνεται, διογκώνεται επί τρία χρόνια τώρα; Παρά την «αυθεντία», των υπαλληλίσκων της τρόικας και την πειθήνια, εκτελεστική δεινότητα, των ντόπιων επιστατών της; Γιατί η οικονομία δεν ανακάμπτει; Γιατί η ύφεση δεν υποχωρεί; Ποια είναι η αιτία που οι άνεργοι αυξάνονται συνεχώς; Που τα χρεωκοπημένα νοικοκυριά αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο; Που οι επιχειρήσεις αδυνατούν, να καταβάλουν τις υποχρεώσεις τους; Μήπως φταίνε οι υπερβολικοί φόροι που αδειάζουν τις τσέπες των Ελλήνων; Μήπως οι απολύσεις και οι μειώσεις μισθών και συντάξεων; Τα αλλεπάλληλα, «έκτακτα» - μόνιμα («ουδέν μονιμότερον του προσωρινού») χαράτσια;
Καθώς οι συνεχόμενες, μίζερες σκέψεις μου, δεν παρείχαν ουσιαστικές απαντήσεις, στα βασανιστικά ερωτήματά μου, μια αισιόδοξη είδηση ήλθε, να ταράξει ευχάριστα, την αγωνία μου για το μέλλον! Την Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013, θα ανοίξουν όλα τα εμπορικά καταστήματα, αρκετών περιοχών της Ελλάδας! Επιτέλους, θα καταργηθεί η αργία της Κυριακής όπως έγραψα σε σχετικό κείμενο πριν αρκετούς μήνες (http://www.pentapostagma.gr/2012/12/blog-post_8670.html). Που τόσα δεινά έχει επιφέρει στον τόπο!
Ήμουν από τότε πολύ στενοχωρημένος. Δεν έτρωγα, δεν έπινα, δεν κοιμόμουνα επειδή φοβήθηκα πως η τόσο καινοτόμος ιδέα, πετάχτηκε στο …χρονοντούλαπο της ιστορίας! Ευτυχώς όμως, έκανα λάθος. Η σοφή τρόικα, η εθνοσωτήρια κυβέρνηση και οι περισσότεροι τηλεοπτικοί, άμεμπτοι δημοσιογράφοι, δεν ξέχασαν. Αποφάσισαν επιτέλους, να επιβάλουν τη μία από τις δύο λύσεις, των προβλημάτων της οικονομίας. Η άλλη είναι, οι εμπορικές συναλλαγές να διεξάγονται αποκλειστικά με κάρτες, «για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής»! Για το πρόβλημα, της Ελληνικής οικονομίας, δεν ευθύνεται η ανεργία. Ούτε οι δυσβάσταχτοι φόροι. Ούτε το συρρικνωμένο ή ανύπαρκτο εισόδημα των Ελλήνων. Ούτε η καταβαραθρωμένη ψυχολογία τους. Η μείωση της κατανάλωσης, δεν οφείλεται σε καμία από τις παραπάνω αιτίες. Άλλωστε οι «διεφθαρμένοι» Έλληνες αποκλείεται, να έκαψαν όλο το «λίπος» που συνέλεξαν επί τόσες δεκαετίες. Ως γνήσιοι απατεώνες (όπως υπονόησε πρόσφατα κι υπονοεί σε κάθε ευκαιρία ένας ανεκδιήγητος πρώην υπουργός εξωτερικών που δεν επιθυμώ ούτε το όνομά του να αναφέρω), κρύβουν στα λαγούμια αμύθητα πλούτη! Εκατοντάδες δις ευρώ ταξίδεψαν στο εξωτερικό ενώ ο απλός λαός αποκρύπτει σε υπονόμους και ντουλάπια άλλα τόσα.
Αλλά, μασάει η τρόικα και οι αετοί της συγκυβέρνησης; «Εύρηκαν»! Οι Έλληνες, εργαζόμενοι σε δυο και τρεις δουλειές, έτσι για να γεμίζουν το χρόνο τους αφού όπως προανέφερα, κλωσσάνε τα αμέτρητα πλούτη τους, αντιμετώπιζαν τις Κυριακές μια ακατανίκητη ανία. Μια ρουτίνα που τους οδηγούσε σε μαζική κατάθλιψη. Πού θα ξοδέψουν τόσο χρήμα; Πώς θα αξιοποιήσουν τον λίγο ελεύθερο χρόνο τους τις Κυριακές; Έψαχναν απελπισμένα, να βρουν ανοικτά καταστήματα, για να καταναλώσουν αλλά όλα δυστυχώς, ερμητικά κλειστά! Η οικονομία στερούνταν αδικαιολόγητα, τόσα δισεκατομμύρια ευρώ εξαιτίας της ακατανόητης, Κυριακάτικης αργίας. Μετά την κατάργησή της όμως, ατέλειωτες ουρές στα καταστήματα, θα οδηγήσουν σε ραγδαία αύξηση της απασχόλησης και στην πολυπόθητη ανάπτυξη που τόσο πολύ χρειάζεται ο τόπος ενώ το δημόσιο χρέος θα εξοφληθεί μέσα σε ελάχιστα χρόνια!
Για να μιλήσω όμως σοβαρά, χρήσιμο είναι να επαναλάβω πως οι σχεδιαστές του μέτρου μάλλον είναι οι ίδιοι που ανακινούν κάθε τόσο και την κατάργηση, της ποινικοποίησης της βλασφημίας, των εικόνων και του αγιασμού από τα σχολεία και τόσων άλλων …αναχρονιστικών νόμων που κρατούν καθηλωμένη την Ελληνική οικονομία και δεν της επιτρέπουν, να εκτοξευτεί! Οι σύγχρονοι όμως και φωτισμένοι ηγέτες και δημοσιογράφοι, δεν θα το επιτρέψουν. Ήδη έγινε η αρχή και θα ακολουθήσει η συνέχεια. Θυμάμαι δε με θλίψη, τον αρχιεπίσκοπο κ. Ιερώνυμο, με εμφανή πίκρα και σβησμένη φωνή όταν ανακινήθηκε αρχικά το θέμα, να αναρωτιέται με νόημα, «πότε θα βλέπει ο κόσμος τα παιδιά του, πότε θα ξεκουράζεται, πώς θα διατηρήσει την ηρεμία του;»! Κάποιοι δε «οπισθοδρομικοί» (όπως και ο γράφων), εξακολουθούν να απορούν γιατί ντράπηκε(;), να αναφερθεί κατηγορηματικά στη σημασία, της αργίας της Κυριακής, για τους Ορθοδόξους Χριστιανούς; Μήπως γιατί θα έπαυε, να δέχεται τα συγχαρητήρια, των «προοδευτικών», πολιτικών και δημοσιογράφων που τον κολακεύουν συνεχώς, εξαπατώντας τον και ροκανίζοντάς του, σπιθαμή σπιθαμή τον Παράδεισο, στον οποίον οφείλει να στοχεύει; Μήπως επειδή υπάρχει κάτι που τον κάνει, να ανησυχεί για την υστεροφημία του αν αυτό αποκαλυφθεί; Μήπως και για τα δύο μαζί; Μήπως οφείλεται σε ανθρώπινη αδυναμία καθώς τα χρόνια κυλούν αμείλικτα για όλους; Είναι κάτι άλλο; Δεν το γνωρίζω. Μόνο ο ίδιος, ο Θεός και όσοι τον …παρακολουθούν προσεκτικά, το γνωρίζουν. Γνωρίζω όμως πως είναι τουλάχιστον θλιβερό, ο άτυπος ηγέτης, της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, να αδυνατεί, να εκπροσωπήσει τους ανθρώπους της αποτελεσματικά. Τα τελευταία χρόνια, της αδυσώπητης οικονομικής κρίσης, ο ρόλος του εξαντλείται, σε παραινέσεις υπομονής, στους χαμηλούς τόνους και σε θολές προτάσεις, για την εκκλησιαστική περιουσία και την πληρωμή, των μισθών των κληρικών από την ίδια την Εκκλησία! Αναγνωρίζω τον δύσκολο ρόλο του, αδυνατώ να παίξω τον ρόλο του κριτή του αφού «το δοκάρι στο μάτι μου» με εμποδίζει αλλά με το ταπεινό μυαλό μου θα πρότεινα, με πολύ αγάπη, αν ενδιαφέρεται, να ικανοποιεί, με τις πράξεις και τα λόγια του, τον Θεό που υπηρετεί, ας σκεφτεί θαρραλέα! Αν ένας εκκλησιαστικός ηγέτης αδυνατεί, για οποιονδήποτε λόγο, να ανταποκριθεί στο κάλεσμα της ιστορίας και στο ρόλο του, αποτελεί γενναιότητα η παραίτηση και την καλύτερη παρακαταθήκη για την υστεροφημία του. Αλλιώς η ιστορία θα τον καταγράψει στις μαύρες σελίδες της, αγκαλιά με τους φοβισμένους Έλληνες πολιτικούς και υπηρέτες, των μνημονίων που ξεπούλησαν την πατρίδα τους. Μ’ αυτούς που με επανειλημμένες και καλά σχεδιασμένες, χονδροειδείς απάτες, ξεπουλούν την πατρίδα τους, διαπράττοντας εγκλήματα κατά του Ελληνικού λαού. Με όσους ενώ γνωρίζουν άριστα τι πράττουν, όντας εγκλωβισμένοι στον (δεσμοφύλακα) εγωισμό τους και λόγω εξάρτησης από το χρήμα και τη δόξα, ίσως και από το ανέμελο, παρακολουθούμενο και καταγεγραμμένο (δυστυχώς γι αυτούς) παρελθόν τους, συνεχίζουν να εγκληματούν ασύστολα. Προτιμούν γαρ, την εγκόσμια υστεροφημία από την αιώνια ζωή, την οποία όμως ο Μακαριώτατος θα έπρεπε να προσδοκά και στην οποία θα έπρεπε, να επενδύει τις πράξεις και τα λόγια του.
Κλείνω με τη δραματική παραίνεση, να μην ψωνίζει κανείς τις Κυριακές ακόμη κι αν ξέχασε κάτι. Ας το προμηθευτεί την Δευτέρα. Δεν χάλασε ο κόσμος. Είναι ευθύνη του Χριστιανού, να τιμά την Κυριακή και να την αφιερώνει στον Θεό και στην καλλιέργεια της ψυχής του. Ασφαλώς υπάρχουν δουλειές όπου επιβάλλεται, κάποιοι (εναλλακτικά) να εργάζονται, προσφέροντας κοινωνικές υπηρεσίες (γιατροί, νοσοκόμοι, κλπ). Άλλο όμως αυτό κι άλλο, να επιβάλλεται δια νόμου η πλήρης κατάργησή της για όλους. Για όσους δεν πιστεύουν προτείνω, να μην ψωνίζουν επίσης τις Κυριακές ως κορυφαία πράξη αντίστασης, στην καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων. Άλλωστε αν πετύχει το μέτρο, αύριο θα ζητηθεί κι από αυτούς, να δουλεύουν τις Κυριακές. Παρεμπιπτόντως, αν επιβληθεί η εργασία τις Κυριακές, πολύ σύντομα, οι «ευαίσθητοι» ηγέτες θα ανακαλύψουν υποκριτικά την … εξάντληση των εργαζομένων και θα προτείνουν άλλη μέρα ξεκούρασης. Δεν ξέρω γιατί αλλά το μυαλό μου, ανεξήγητα πάει στο Σάββατο! Μπορεί όμως, να είναι οποιαδήποτε άλλη μέρα. Αρκεί, να μην είναι η Κυριακή της Ανάστασης!
Το παραπάνω κείμενο αφιερώνω, σε όλους, όσοι συχνά με ρωτούν, αν υπάρχει τρόπος αντίδρασης απέναντι στην καταπίεση. Η απάντησή μου είναι πως κάθε κατακτητής ληστεύει, βιάζει και σκοτώνει τους εξαθλιωμένους πολίτες, των κατακτημένων χωρών. Αυτό είναι το εύκολο απέναντι σε ένα νικημένο λαό. Και το γνωρίζει καλά. Γι αυτό, δεν ικανοποιείται ποτέ πλήρως αν δεν ποδηγετήσει την ψυχή των ανθρώπων. Κι αυτήν μόνο αν θέλουν οι ίδιοι την ξεπουλούν. Δεν θα φταίει κανένας πολιτικός, κανένας θρησκευτικός ηγέτης, κανένας ξένος. Μόνον οι ίδιοι. Τον δρόμο έδειξαν οι ηρωικοί μας πρόγονοι, στα βάθη της ιστορίας. Έχουμε τα κότσια, να τον ακολουθήσουμε κι εμείς; Ή θα συνεχίσουμε, άνεργοι, άποροι, μίζεροι και καταθλιπτικοί, να τρέμουμε μήπως επιστρέψουμε στη … δραχμή; Να μην στέλνουμε μηνύματα σε άλλους, ξυπνώντας τους από τον πνευματικό λήθαργο και τον ψυχικό τους βούρκο, φοβούμενοι μήπως παρακολουθούν (γεγονός είναι αλλά…) τα τηλέφωνα και τα μέιλ μας; Θα φοβόμαστε, ακόμη και να απαντάμε στα τηλέφωνα, των εταιριών δημοσκοπήσεων μήπως μπλέξουμε; Η Ιστορία της Ελλάδας και οι ηρωικοί της μάρτυρες, μας παρατηρούν προσεκτικά. Σκληροί κι αδέκαστοι κριτές, τον πήχυ έθεσαν πολύ ψηλά. Αν όμως έχουμε το κεφάλι μας σκυφτό, δεν θα τον ατενίσουμε ποτέ ώστε να επιδιώξουμε, να τον κατακτήσουμε ή και να τον ξεπεράσουμε. Η απόφαση δική μας.
Δημήτρης

Γιατί δέν προσέχουν τή γλώσσα τους...


(  Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς:
 «Ἕνας ἀσκητής Ἐπίσκοπος» )

 
 -Πές μου, πάτερ, ρώτησε πάλι ὁ ἐπισκέπτης, πῶς μερικοί, ἄν καί λειώνουν τα σώματά τους ἀπό τήν ἐγκράτεια, κυριεύονται ὡστόσο ἀπό τά πάθη; τήν ὀργή πρῶτα πρῶτα, κι ἔπειτα τήν ἔχρθα, τήν μνησικακία, τόν φθόνο, τήν ἀσπλαχνία; Ἐνῶ ὑπάρχουν, ἄντίθετα ἄνθρωποι, πού καί τρῶνε ἀπ’ ὅλα καί πίνουν κρασί, κι ὅμως εἶναι πολύ ἐνάρετοι καί δέν τούς βρίσκεις ψεγάδι. Πῶς γίνεται αὐτό; 
- Νομίζω, παιδί μου, πώς ὅσοι δέν διορθώνονται, μολονότι νηστεύουν πολύ, εἶναι γιατί δέν προσέχουν τή γλώσσα τους.
 
Ὅποιος δέν κλείνει τό στόμα του, κι ἄν ἀκόμα νηστεύει ὄλο τόν χρόνο, προκοπή δέν κάνει. 
 
Ἐνῶ ὅποιος ξέρει νά σωπαίνει, μπορεῖ εὔκολα νά νικήσει ὅλα τά πάθη.
Σέ κάνει λ.χ. ὁ διάβολος να ὀργιστεῖς; Μή μιλήσεις, καί νίκησες. Σέ σπρώχνει σέ φθόνο; Μήν κατακρίνεις, καί ντρόπιασες τόν πονηρό· γιατί ἡ κατάκριση γεννιέται ἀπ’ τόν φθόνο. Ἄν πάλι ὁ ἐχθρός σἐ ἀνάψει καί σέ σπρώχνει στἠ σαρκική ἁμαρτία, κλεῖσε γι’ ἄλλη μιά φορά τό στόμα σου. Μή μιλήσεις σέ γυναῖκα, μή φᾶς καί μήν πιεῖς πολύ. Ἔτσι θά τόν κατατροπώσεις. Στήν ἀνάγκη, πάρε μιά βέργα καί χτύπα τό κορμί σου ἀλύπητα. Ὁ πόνος θά διώξει τόν πόλεμο. 
Τό ξέρεις, ἄλλωστε, ὅτι «συμφέρει γάρ σοι να πόληται ν τν μελν σου κα μ λον τ σμά σου ες γέενναν» (Ματθ.: ε’,29)... 

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ! ΝΑΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ!

«ν τ κόσμ θλψιν ξετε· λλ θαρσετε, γ νενίκηκα τν κόσμον».[1]

              Ρωτήσανε τόν Γέροντα Παΐσιο, γιατί κάποιοι πού συναντοῦν δυσκολίες αὐτοκτονοῦν. Καί ὁ Γέροντας ἀπάντησε, ὅτι αἰτία εἶναι ὁ ἐγωισμός, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ στήν ἀπελπισία.[2] Ὁ διάβολος ψιθυρίζει στό αὐτί τοῦ ἀνθρώπου «ἐν καιρῷ θλίψεως» ὅτι ὅλα τελείωσαν κι ὅτι δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε πιά γιά τό πρόβλημά του. Αὐτό ὅμως εἶναι ἕνα μεγάλο ψέμμα τοῦ διαβόλου, πού μᾶς πολεμᾶ μέ τό ἰσχυρότερο ὅπλο του, τήν ἀπελπισία! Κι ἄν ὁ ἄνθρωπος δέ μπορεῖ νά κάνει τίποτε, μπορεῖ ὅμως ὁ Παντοδύναμος Θεός, πού μᾶς διαβεβαίωσε ὅτι «ἄνευ ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»[3]
 
Ἀρκεῖ, νά στραφοῦμε  σ’ Αὐτόν καί θά μᾶς δώσει ὅ,τι ἀκριβῶς μᾶς χρειάζεται. Μᾶς καλεῖ: «δετε πρός με πάντες ο κοπιντες κα πεφορτισμένοι, κγ ναπαύσω μς»![4] 
 
Αὐτή εἶναι μία ἁπλή, εὔκολη καί συγχρόνως σωτήρια κίνηση πού μᾶς σώζει καί σ’ αὐτήν καί στήν ἄλλη ζωή. Μ’ Αὐτόν μποροῦμε τά πάντα ὅπως διακήρυσσε ὁ μέγας Ἀπόστολος Παῦλος: «πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμούντι με Χριστῷ»![5]
 
            
              Ἡ ἐπίγεια κοσμική κοινωνία τῆς λατρείας τοῦ Μαμωνᾶ στήν ὁποία ζοῦμε, ἐπιχειρεῖ συνεχῶς νά ἀπομακρύνει μέ κάθε τρόπο καί μέσο τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Ἐπουράνιο Θεό καί νά τόν στρέφει πρός τόν ἐπίγειο ἄρχοντά της τόν διάβολο. Τόν χειραγωγεῖ ὥστε νά γίνει αὐτάρκης-αὐτείδωλο, ὅπως ἔγινε ὁ Ἑωσφόρος ἀπό ἔπαρση, ἀποστατώντας ἀπό τόν Δημιουργό του, θεωρώντας τόν ἑαυτό του Θεό καί χάνοντας τόν Παράδεισο. Τόν στρέφει σέ πρόσκαιρα καί ὑλικά-φθαρτά πράγματα ἀπό τά ὁποῖα νομίζει ὅτι θά ἀντλήσει δύναμη καί δόξα-ἀπόλαυση-χαρά. Κατά τόν ἴδιο τρόπο ὁ διάβολος παρέσυρε τούς Πρωτόπλαστους γιά τήν ἐπιθυμία μιᾶς θέωσης χωρίς Θεό, νά χάσουν τήν Ἐδέμ, τήν ἀθανασία καί τήν μακαρία κοινωνία τους μέ τόν Θεό. Ὁ διάβολος καί ἡ δαιμονοκρατούμενη σύγχρονη κοινωνία θέλει τόν ἄνθρωπο ἀνεξάρτητο (ἀπό ὅ,τι σωτήριο καί πνευματικό), ἀλλά οὐσιαστικά ἐξαρτώμενο ἀπό μύρια δεσμά (ἀνάγκες, ἐπιθυμίες, μέριμνες, φοβίες, πάθη κλπ).
 
         
       Ἡ ζωή εἶναι δῶρο θεόσδοτο καί πολύτιμο. Ὅσες δυσκολίες καί ἄν συνεπάγεται, ἐμπεριέχει ἀνεκτίμητο χρόνο μετανοίας ὁ ὁποῖος ὅταν ἀξιοποιηθεῖ σωστά ὁδηγεῖ στήν αἰώνια σωτηρία καί μακαριότητα! ! «Τί γάρ ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἐάν τόν κόσμο ὅλον κερδήση, τήν δέ ψυχήν αὐτοῦ ζημιωθῆ»;[6]
Κι ἄν ὅλα σοῦ πηγαίνουν ἀντίθετα, τί πτοεῖσαι; Τήν ψυχή σου προφύλαξε! Αὐτήν δέν τήν χάνεις ποτέ κι ἀπό κανέναν, παρά μόνο ἄν τήν παραδώσεις μόνος σου στήν ἀπώλεια!
Ὅλα ἔχουν ἡμερομηνία λήξης καί τά δυσάρεστα καί τά εὐχάριστα. Ἡ ψυχή μονάχα εἶναι αἰώνια!
 
     
           Ζοῦμε στήν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος ὅπως λέγει ἡ Ἁγία Γραφή.  Διά πολλῶν θλίψεων θά περάσουμε στήν αἰώνιο ζωή. Ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε ὅτι: «στενή ἡ πύλη καί τεθλιμμένη ἡ ὁδός ἡ ἀπάγουσα εἰς τήν ζωήν»[7]. Κι αὐτό, ὄχι γιατί ὁ Θεός εἶναι  τιμωρός,  ἀλλά ἀντίθετα, γιατί εἶναι Μέγας Εὐεργέτης. «Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε»[8] μᾶς ἀποκάλυψε. Ἡ δική μας ἁμαρτωλότητα καί χοϊκότητα εἶναι οἱ αἰτίες τῶν δυσκολιῶν μας. Τά προβλήματα πού ἀντιμετωπίζουμε ἀποτελοῦν ὑψίστης ἀγάπης παραχώρηση Θεοῦ, ὥστε α) νά καθαρισθεῖ κάθε ρύπος τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματός μας καί β) νά ἀποκατασταθεῖ ὁ χιτών μας καί πάλι στήν ἀρχική ἁγνή λευκότητά του, νά γίνει κατάλληλο ἔνδυμα τοῦ γάμου μας μέ τόν Χριστό, ὥστε νά ἔχουμε πρόσωπο νά εἰσέλθουμε εἰς τόν Νυμφῶνα Του καί νά εἴμαστε γιά πάντα μαζί Του!
 
 
          Ὁ χρυσός περνᾶ ἀπό καυτερό καμίνι γιά νά ἀποδειχθεῖ ἡ γνησιότητά του καί ἡ ἀξία του. Κι ὅταν βγεῖ ἀπό αὐτό, ἔχει καθαρισθεῖ κι ἀστράφτει περισσότερο ἀπό πρίν.
Τό ἴδιο καί ὁ κάθε ἄνθρωπος. Ἡ πίστη μας καί ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Πλάστη μας, θά δοκιμασθοῦν στό καμίνι τῶν θλίψεων γιά νά ἀποδείξουν τήν γνησιότητά τους.
          Μέ προσευχή, μετάνοια, ἐξομολόγηση καί τακτικό ἐκκλησιασμό, τό ἀρχικῶς δύσκολο πέρασμα ἀπό τό καμίνι τῶν θλίψεων, μετατρέπεται ἀπό «ἀδύνατον παρ’ ἀνθρώποις», σέ εὐάρεστη θυσία αἰνέσεως πρός τόν Θεό, ἀφοῦ «τά δύνατα παρ' νθρώποις δυνατά παρά τ Θε στί»[9].
 
Ὁ Κύριος θά στεφανώσει αὐτόν πού δέν γογγύζει ὄντας μέσα στά προβλήματά του ἀλλά ἀντίθετα Τόν εὐχαριστεῖ καί Τόν δοξολογεῖ. Αὐτόν θά τόν θεωρήσει ὡς μάρτυρα τῷ πνεύματι. Ἡ πρόσκαιρη δυσκολία πού ζοῦμε τώρα, δέν εἶναι παρά μία ἀμελητέα σταγόνα σέ ἕναν ἄπειρο ὠκεανό μακαριότητος πού μᾶς ἑτοίμασε ὁ Πανάγαθος Θεός μας γιά πάντα! «Τ γρ παραυτίκα λαφρν τς θλίψεως μν καθ' περβολν ες περβολν αώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται μν»[10].
         
              Ἄς θυμόμαστε τόν δίκαιο Ἰώβ καί τήν ἁγία ὑπομονή του πού μακαρίζεται καί θά μακαρίζεται ὡς παράδειγμα πρός μίμησιν, σέ ὅλες τις ἐποχές. Ἄς θυμόμαστε κάθε δεινό πού ὑπέμεινε καί πῶς τελικά ἀνταμείφθηκε ἀπό τόν Θεό ἀκόμη κι ἀπό αὐτήν τή ζωή, μέ πλήρη ἀποκατάσταση ὅλων ὅσων ὑπέστη καί εἶχε χάσει!
 
 KΙ ΑΝ ΕΧΑΣΑ ΤΑ ΠΑΝΤΑ
ΔΕΝ ΧΑΝΩ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΜΟΥ
ΔΕΝ ΧΑΝΩ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΟΥ
ΔΕΝ ΧΑΝΩ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ
ΔΕΝ ΧΑΝΩ ΤΟΝ ΘΕΟ ΜΟΥ!
       
       Ὁ Ἰούδας πρόδωσε τόν Κύριο, μετεμελήθη ἀλλά δέ μετενόησε. Ἔκρινε μόνος του ἐγωιστικά τόν ἑαυτό του ὡς Θεός κι αὐτοκτόνησε χάνοντας τά πάντα! Ἕνα ταπεινό, ἐκ καρδίας «συγνώμη»  πρός τόν Κύριο, θά ἀρκοῦσε νά σβήσει τήν ἀπελπισία του καί τήν ὑπερηφάνεια του, θά ἀρκοῦσε νά τοῦ δώσει κουράγιο καί νά τοῦ χαρίσει πλούσιο τό Θεῖο Ἔλεος Του καί τελικῶς νά σωθεῖ κι αὐτός παραμένοντας μαζί μέ τούς ἄλλους μαθητές τοῦ Χριστοῦ.
 
        Ἄς μή γίνουμε Ἰοῦδες κι ἐμεῖς! Πορευόμενοι ἀνάμεσα στά δίκαια καί ἄδικα πού μᾶς συμβαίνουν, στά εὔκολα καί δύσκολα, στά εὐχάριστα καί δυσάρεστα πού ὅλα ὅμως εἶναι μέσα στό σωτήριο σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά ἐμᾶς καί φροντισμένα ἀπό τά ἴδια Του τά χέρια, ἄς κράζουμε πρός Αὐτόν:

Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ κι ἐλέησόν με!
Σέ εὐχαριστῶ Θεέ μου!
Δόξα Σοι ὁ Θεός πάντων ἕνεκεν! 
Ἀμήν!

 



          
Μ.Σ.





[1] Ιωάν. 16, 33

[2]http://www.agioritikovima.gr/%CE%94%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CF%87%CE%AD%CF%82/%CE%93%CE%AD%CF%81%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1-%CE%A0%CE%B1%CF%8A%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%85/4895-o-geronta-paio-gia-tin-autoktonia

[3] ωάννης ιε΄ 5

[4] Ματθ. ιθ' 14

[5] Φιλιπ. δ´, 12

[6] Ματθαίος 16:26

[7] Ματθ. 7, 14

[8] Λουκ. 6, 21

[9] Λουκ. 18,27
[10] Κορινθ. β, 17