Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

῎Εργα καί διδακτικοί Λόγοι τοῦ π. Κλεόπα. (Μέρος Ε’).Τελευταῖο

  

Ἡ ζωή καί οἱ ἀγῶνες τοῦ Γέροντος π. Κλεόπα Ἡλίε
  π.Ἰωαννίκιος  Μπάλαν
91. ‘Ο π. Κλεόπας ἐγνώριζε ἀπό πρίν τό τέλος του, τό ὁποῖον καί περίμενε. Μία φορά εἶπε: «Πώ, πώ, τί ὡραῖο καί μεγάλο σταυρό ἔχω στό κεφάλι μου!» Πράγματι ἐκεῖνες τίς ἡμέρες, πρό τοῦ θανάτου του, εἶχε κατασκευασθῆ ἕνα προσκυνητάρι μέ τόν σταυρό στήν μέση, στά ρουμανικά λέγεται Τρωῒτσα, τό ὁποῖον τοποθετήθηκε στό μέσον τοῦ Κοιμητηρίου τῆς Μονῆς. Στήν θέσι πού μπῆκε ὁ Σταυρός ἀνοίχθηκε δίπλα ὁ τάφος τοῦ π. Κλεόπα. ῎Αλλη φορά, πρίν νά κατασκευασθῆ ἡ Τρωῒτσα, ὁ Γέροντας ἔλεγε τί θά εἶναι γραμμένο ἐπάνω σ’ αὐτήν. ‘Αλλά κανείς δέν γνώριζε ἀπό τότε γιά ποιόν ὁμιλεῖ.
92. Πρίν ἀπό τήν κοίμησί του, ἕνας ‘Αδελφός τῆς Μονῆς εὑρῆκε στούς κήπους μία μηλιά, ἡ ὁποία εἶχε φροῦτα πολύ νόστιμα. Γι’ αὐτό τά ὠνόμαζε: «Μῆλα ἀπό τόν κῆπο τοῦ παραδείσου». ῎Ηθελε νά πάη καί μερικά καί στόν π. Κλεόπα, ἀλλά ἐντρέπετο. ῞Ομως ὁ π. Κλεόπας ἐγνώριζε τούς λογισμούς του καί τοῦ εἶπε: «Φέρε καί δός μου τώρα, διότι τοῦ χρόνου δέν θά μπορέσεις νά μοῦ φέρης.»
93. Στίς 3 Νοεμβρλίου 1998 ὁ π. Κλεόπας ἔλεγε στούς μαθητάς του: «Οἱ ἡμέρες μου εἶναι μετρημένες στά δάκτυλα! Σέ λίγο θά μοῦ ψάλλετε τό: «Αἰωνία ἡ μνήμη». Σᾶς παρακαλῶ νά μέ μνημονεύετε στίς προσευχές σας!
94. ‘Ο βοηθός μοναχός τοῦ π. Κλεόπα μᾶς διηγεῖται καί αὐτά: «Τήν Πέμπτη τό βράδυ πρός Παρασκευή καί τήν Παρασκευή πρός Σάββατο, λίγες ἡμέρες δηλαδή, πρίν ἀπό τήν κοίμησί του, κοιμήθηκα κοντά του μέσα στό κελλί του, κοντά του. ῞Ολη τήν νύκτα δέν ἐκοιμᾶτο, ἀλλά ἐβίαζε τόν ἑαυτό του νά διαβάζη προσευχές, ἀλλά δέν ἠμποροῦσε διότι ἦτο κουρασμένος καί ἐξαντλημένος. Μέ τόν νοῦ προσευχόταν καί μέ τό χέρι κινοῦσε τό κομποσχοίνι του, ἐνῶ τά μάτια του δέν ἠμποροῦσε νά τά ἔχη ἀνοικτά γιά νά διαβάση τά βιβλία. ‘Εξάπλωνε ὀλίγο, κατόπιν σηκωνόταν καί μ’ αὐτό τόν τρόπο ἀγωνιζόταν ὅλη τήν νύκτα».

95. Πολλοί Χριστιανοί μᾶς γράφουν μετά τήν κοίμησι τοῦ π. Κλεόπα καί μᾶς λέγουν ὅτι αἰσθάνονται τήν βοήθεια τῶν προσευχῶν του. Μία Χριστιανή ἔλεγε ὅτι μία συγγένισσά της ἦτο πολύ ἄρρωστη καί ἀπελπισμένη. ‘Αλλά ὅταν εἶπε:«Πάτερ Κλεόπα, βοήθησέ με» ἐγέμισε ἀπό μία χαρά καί εἰρήνη ἡ ψυχή της, ὥστε δέν ἐπιθυμοῦσε οὔτε τήν ὑγεία της, οὔτε τίποτε ἄλλο, ἀλλά ὑπομονή γιά νά ὑποφέρη μέ χαρά τόν σταυρό τῆς ἀσθενείας της.
96. Μία Χριστιανή ἀπό τήν Κωνστάντζα ἦλθε στήν Συχαστρία ἕνα μῆνα πρίν ἀπό τήν ὁσιακή κοίμησι τοῦ Πατρός. ῏Ητο πολύ γνώριμη μέ τόν Γέροντα. Αὐτή μᾶς ἔλεγε ἀργότερα: «῏Ηλθα στό κελλί τοῦ π. Κλεόπα, στίς 29 ‘Οκτωβρίου 1998 νά τοῦ ζητήσω λόγο ψυχικῆς ὠφελείας κι ἐκεῖνος μοῦ εἶπε: «’Αδελφή μου, ὅταν πάλι θά ἔλθης στήν Συχαστρία, νά ἔλθης ἐκεῖ ψηλά στόν Σταυρό τοῦ Κοιμητηρίου καί νά μοῦ εἰπῆς κάθε τί πού θέλεις. Καί, ἄν τό ἐπιτρέψη ὁ Θεός, ἐγώ θά σ’ ἀκούσω καί θά σέ βοηθήσω».
97. ‘Ο ὑποτακτικός καί βοηθός τοῦ Γέροντος Κλεόπα μᾶς ὁμολογεῖ τά ἑξῆς: «Πολλοί, πού ἐνθυμοῦνται καί παρακαλοῦν τόν π. Κλεόπα, γεμίζει ἡ ψυχή τους ἀπό κουράγιο καί ζῆλο γιά νά βαδίσουν περαιτέρω τήν ζωή τοῦ Κυρίου. Εἰρήνη, χαρά καί πνεῦμα τῆς χάριτος τοῦ Πατρός αἰσθάνονται πολλοί ἀπ’ αὐτούς πού μπαίνουν στό κελλί του, ἀκόμη καί λαϊκοί. Αὐτό τό αἰσθάνονται καί τώρα πού τό κελλί του εἶναι ἄδειο. Μέχρι πρό ἑνός ἔτους ὁ Γέροντας τούς ἐμοίραζε λόγια πνευματικά, ἐνῶ ἀπό τώρα τούς μοιράζει χάρι πνευματική στίν καρδιές τους».
98. Μία Χριστιανή, γνώριμη τοῦ π. Κλεόπα ἦλθε τό ῞Αγιο Πάσχα στήν Συχαστρία, ἀλλά δέν ἐπέρασε ἀπό τό κελλί τοῦ Γέροντος, σκεπτομένη ὅτι δέν ἔχει νόημα νά περάση ἀπ’ ἐκεῖ, ἀφ’ὅσον ἐκεῖνος ἀπέθανε. ‘Αλλά, ὅταν ἐπῆγε νά κοιμηθῆ στό ἀρχονταρίκι, πρίν ἀπό τήν ‘Ακολουθία τῆς ‘Αναστάσεως, εἶδε ἔνα ὄνειρο. Εἶδε ὅτι εὑρέθηκε μπροστά ἀπό τό κελλί τοῦ π. Κλεόπα, ἐνῶ σκεπτόταν ὅτι αὐτός ἀπέθανε. Ξαφνικά ὁ Πατήρ ἐμφανίσθηκε στό κατώφλι τῆς πόρτας της καί τῆς εἶπε:
-῎Αϊντε,  ἔλα μέσα! Γιατί δέν μπαίνεις;
-Μά, πάτερ, δέν εἶσθε πεθαμένος; ‘Ερώτησε ἐκείνη.
-’Εσύ δέν βλέπεις ὅτι εἶμαι ζωντανός;  Τῆς ἀπάντησε ἐκεῖνος.
Τήν δεύτερη ἡμέρα, μετά τήν ‘Ανάστασι, ἡ γυναῖκα αὐτή ἐπῆγε στό κελλί τοῦ π. Κλεόπα καί ἐπροσκύνησε τίς ἱερές Εἰκόνες, πιστεύοντας ἀδίστακτα ὅτι αὐτός εἶναι ζωντανός καί προσεύχεται γιά ὅλους, ὅσοι τόν ἐπικαλοῦνται στίς προσευχές τους.

99. ‘Ο π. Κλεόπας πολλές φορές μᾶς συνιστοῦσε καθαρή καί εἰλικρινῆ ἐξομολόγησι. Κάποια φορά μᾶς ἀνέφερε καί τό παρακάτω περιστατικό κάποιου ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ, τοῦ ὁποίου τό σῶμα ἔμεινε ἄλειωτο καί τυμπανιαῖο, διότι δέν εἶχε ἐξομολογηθῆ στήν ζωή τά ἁμαρτήματά του.
Στήν ‘Επισκοπή τοῦ Χούσι, τό 1785 ἐζοῦσε ἕνας μοναχός, ὀνόματι Ραφαήλ. Αὐτός ὁ μοναχός ἦτο ἀγγειοπλάστης καί εἶχε ἐνάρετη ζωή. Τήν ἡμέρα δέν ἔτρωγε τίποτε καί μόνο τό βράδυ, μετά τήν δύσι τοῦ ἡλίου, ἔτρωγε πολύ λίγο φαγητό. Μετά ἔπαιρνε ἕνα βιβλίο καί ἐδιάβαζε.
Γιά ὕπνο ἐπήγαινε καί ἐξάπλωνε στό Κοιμητήριο, ἀνάμσεα στούς Σταυρούς τῶν νεκρῶν. Χειμῶνα καί καλοκαίρι ἐφοροῦσε ἕνα γελέκο ἀπό δέρμα μέ μαλλί προβάτου καί μ’ αὐτό κοιμόταν στά μνήματα. Οἱ ἄλλοι μοναχοί τόν ὠνόμαζον «ὁ Ραφαήλ ὁ σαλός» Μακάρι νά εἴμασταν κι ἐμεῖς σαλοί σάν αὐτόν! Αὐτός ἦτο ἅγιος
Δέν συνωμιλοῦσε μέ κανέναν, ἀλλά, ὁσάκις τοῦ ζητοῦσαν παραγγελίες, ἐθαύμαζαν ὅλοι τά ἔργα πού ἐξήρχοντο ἀπό τά χέρια του. Τόν ἐρωτοῦσαν γιατί κοιμᾶται στό Κοιμητήριο κι ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε: «Διότι ἐκεῖ εἶναι καί ἡ ἰδική μου κατοικία. ‘Εάν αὔριο ἀποθάνω, δέν θά μέ πᾶτε ἐκεῖ; Γι’ αὐτό θέλω κι ἐγώ νἀ συνηθίσω μέ τά μνήματα».

Κάποια νύκτα, ἐνῶ ἐκοιμᾶτο ὁ π. Ραφαήλ στό Κοιμητήριο δίπλα σ’ ἕνα πέτρινο  παλαιό Σταυρό, ἄκουσε τούς δαιμονες νά κτυποῦν κάποιον πού ἦτο μέσα σ’ ἕνα τάφο. Τόν κτυποῦσαν ἀπό τίς 11 μέχρι τήν 1 ἡ ὥρα τά μεσάνυκτα, κάθε νύκτα. Δηλαδή μία ὥρα πρίν καί μία ὥρα μετά τά μεσάνυκτα. Τά κτυπήματα τῶν δαιμόνων ἀκούοντο καί ὅλο ἐκεῖ τό ἔδαφος ἐταράζετο.
‘Ο νεκρός μέσα στήν ἀπελπισία του ἐφώναζε κι ἔλεγε: «’Ελεήσατέ με, βοηθήσατέ με. . . Μή μέ ἀφήνετε νά μέ κτυποῦν οἱ δαίμονες!»
‘Ο π. Ραφαήλ παραξενεύθηκε καί στεκόταν ἔκθαμβος. ‘Εσκέφθηκε: «Θά πάω στόν Πνευματικό τῆς ‘Επισκοπῆς νά τοῦ εἰπῶ, νά ἔλθη ἀμέσως νά διαβάση ἐξορκισμούς καί συγχωρητική εὐχέ στόν τάφο αὐτοῦ τοῦ νεκροῦ». ‘Ο Πνευματικός ἦτο ὁ καημένος τότε 90 ἐτῶν.
‘Επῆγε ὁ π. Ραφαήλ καί εἶπε στόν Γέροντα:
-Πάτερ Δανιήλ, ἔλα στό Κοιμητήριο νά λύσης μέ τίς προσευχές σου ἕνα νεκρό, διότι τόν κτυποῦν οἱ δαίμονες.
-Δαιμονίσθηκες ἐσύ, πού κοιμᾶσαι στό Κοιμητήριο καί βλέπεις μπροστά σου δαιμόνια, καημένε Ραφαήλ! ῎Αφησέ με. Ποῦ νά πάω τώρα ἐγώ. Εἶμαι κουρασμένος.
-Συγχώρεσέ με, πάτερ! ῎Ελα νά πᾶμε μαζί τήν νύκτα στόν τάφο του νεκροῦ. Φωνάζει εἰς βοήθεια πολύ δυνατά.
‘Αλλ’ ὁ Πνευματικός τόν ἐμάλωσε, λέγοντάς του: «Τί μοῦ ἦλθες τώρα ταλαίπωρε. Γιατί δέν μ’ ἀφήνεις νά κοιμηθῶ;»
‘Ο καημένος ὁ π. Ραφαήλ ἐπί τρεῖς ἡμέρες τόν παρακαλοῦσε καί δέν ἔφευγε καθόλου ἀπό τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ τοῦ Πνευματικοῦ π. Δανιήλ.
Καί τοῦ ἔλεγε πάλι: «Πάτερ Δανιήλ, ἔχετε μεγάλη δύναμι ἀπό τόν Θεό ὡς Πνευματικός νά λύνετε καί νά δένετε τίς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων! ‘Ελᾶτε νά λύσετε αὐτόν τόν ἄνθρωπο πού τόν κτυποῦν οἱ δαίμονες μέσα στόν τάφο του. Πάτερ, νά γνωρίζετε ὅτι, ἐάν δέν ἔλθετε θ’ ἀπολογηθῆτε ἐσεῖς γι’ αὐτή τήν Ψυχή τήν φοβερή ἐκείνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως! Δέν θά ἠμπορῆτε νά πῆτε ὅτι δέν σᾶς εἰδοποιήσαμε!
-Περίμενε, πάτερ Ραφαήλ, κι ἔρχομαι!
῎Εβαλε τίς μπότες του, ἐπῆρε τό Εὐχολόγιο, τό ἐπιτραχήλιο, ἕνα Σταυρό, τό μπαστουνάκι του καί ξεκίνησε. ῞Οταν ἔφθασε στόν χῶρο τοῦ Κοιμητηρίου, ἔνοιωσε ὅτι τό ἔδαφος σείεται.
-Πάτερ Ραφαήλ ἀπό πότε τόν κτυποῦν οἱ δαίμονες;
-’Εδῶ καί 14 ἡμέρες. ‘Εγώ ἐρώτησα τόν νεκρό γιατί τόν κτυποῦν οἱ δαίμονες καί μοῦ εἶπε: «Διότι δέν ἐξωμολογήθηκα τά ἁμαρτήματά μου».
Καί ὁ Πνευματικός ἄκουσε μέ τ’ αὐτιά του πῶς τόν κτυποῦσαν οἱ δαίμονες ἐκείνη τήν στιγμή. ‘Αλλά καί τίς φωνές τοῦ νεκροῦ: «’Ελεήσατέ με! Βοήθεια! Μή μέ ἀφήνετε, ἀδελφοί! ‘Ελεήσατέ με!»
Τότε ὁ Πνευματικός ἔστειλε τόν π. Ραφαήλ νά εἰδοποιήση ἀμέσως τόν ‘Επίσκοπο. ‘Εκεῖνος ἐρώτησε τί ἔκανε ὁ π. Δανιήλ. ‘Ο π. Ραφαήλ τοῦ εἶπε ὅτι ὁ Πνευματικός προτείνει νά τόν ξεθάψουμε νά ἰδοῦμε τί συμβαίνει, διότι φαίνεται ὅτι ἔχει ἀφορισθῆ.
‘Επάνω στόν Σταυρό τοῦ τάφου εἶναι γραμμένα τά ἑξῆς:«’Εδῶ ἀναπαύεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Γκαντσίου, πρώην διοικητικός ὑπάλληλος τῆς ‘Επισκοπῆς Χούσι». ‘Ερευνήθηκε τό ὄνομά του στά ἀρχεῖα τῆς ‘Επισκοπῆς καί διαπιστώθηκε ὅτι ἦτο βουλγαρικῆς καταγωγῆς, διότι καί οἱ Βούλγαροι εἶναι ὀρθόδοξοι, καί ὅτι εἶχε ἀποθάνει πρίν ἀπό πολλά χρόνια. Καί τώρα τόν κτυποῦσαν οἱ δαίμονες μέ θέλημα Θεοῦ γιά νά ἀποκαλυφθῆ ἡ κατάστασις τῆς Ψυχῆς του καί νά λυθοῦν τά δεσμά τῶν ἁμαρτιῶν του.
Τήν ἄλλη ἡμέρα ἐκάλεσαν τόν νεκροθάπτη ν’ ἀνοίξη τόν τάφο. ῞Οταν τόν ἄνοιξαν, εἶδαν μέ θαυμασμό ὅτι οὔτε ἡ γλῶσσα του δέν εἶχε λειώσει. ῞Οπως τόν ἔβαλαν, ὅταν ἀπέθανε ἔτσι καί τόν εὑρῆκαν. Τά νύχια του εἶχαν μεγαλώσει σάν δρεπάνια καί τά γένεια του εἶχαν φθάσει μέχρι τά πόδια του. ῏Ητο μαῦρος στό πρόσωπο καί φουσκωμένος σάν βόμβα. ‘Αλλά καί τά ροῦχα του δέν εἶχαν ὑποστεῖ τήν παραμικρά φθορά. Τίποτε. Καί τό φέρετρό του ἦτο ὁλόκληρο καί ἄσηπο.
Τό μετέφεραν καί τό ἀκούμπησαν στόν τοῖχο τῆς ἐκκλησίας καί ἐσκέπασαν τό πρόσωπό του μ’ ἕνα λευκό σεντόνι γιά νά μή τρομάξη ὁ κόσμος ἀπό τήν ἀπαίσια μορφή του. *Ηλθε πολύς κόσμος, διότι ἤδη ἔμαθαν ὅτι στό ‘Επισκοπεῖο εὑρῆκαν κάποιον, τόν ὁποῖον κτυποῦσαν οἱ δαίμονες κάθε νύκτα ἐπί δύο ὧρες καί εἶναι ἄλυωτος γιά πολλά χρόνια.
‘Ο ‘Επίσκοπος ἐκάλεσε ἑπτά μεγάλους  Πνευματικούς καί τούς εἶπε: «῎Ας ἀρχίσουμε τίς εὐχές γιά τήν ἀποσύνθεσι τοῦ σώματος τοῦ νεκροῦ».
‘Εγονάτισαν οἱ ἱερεῖς καί ἐδιάβασαν τίς εὐχές γιά τήν διάλυσι τοῦ τυμπανιαίου σώματος. Μετέφεραν τό πτῶμα μέσα στή ἐκκλησία καί ἐδιάβασαν ὁλόκληρη τήν ‘Ακολουθία τῆς κηδείας μέ τίς εὐχές διαλύσεώς του. Κατόπιν τό ἔθαψαν σ’ ἕνα τόπο. ‘Αφοῦ τό ἔθαψαν, ἐρώτησαν τόν μοναχό Ραφαήλ, ἄν ἄκουσε πάλι τούς δαίμονες νά κτυποῦν τόν νεκρό κι ἐκεῖνος τούς εἶπε ὅτι δέν ἄκουσε τίποτε μέχρι ἐκείνη τήν ἡμέρα.
Μετά ἀπό ἕνα χρόνο τόν ἐξέθαψαν καί εἶχε γίνει τό σῶμα του σκόνη. Τά ὀστᾶ του ἦσαν χωνέψει καί εἶχαν γίνει χῶμα. ‘Εθαύμασε ὅλος ὁ κόσμος, γιά τό μεγάλο θαῦμα πού ἔγινε ἐκεῖ. Ζητοῦσε ὁ καημένος βοήθεια γιά νά διαλυθῆ τό σῶμα του. ῞Οσο καιρό παρέμενε ἄδιάλυτο, ἡ ψυχή του ἦτο μέσα στά ἀπερίγραπτα βάσανα τῆς κολάσεως, ἀλλά μέ τίς εὐχές τῶν Πνευματικῶν καί τοῦ ‘Επισκόπου ὁ Φιλάνθρωπος Κύριος τήν ἀνέπαυσε.
100. Μᾶς ἔλεγε ἀκόμη ὁ π. Κλεόπας:
‘Η ἄσκησις τοῦ ἐρημίτου καί ἡσυχαστοῦ εἶναι ἡ ἀδιάκοπη προσευχή βοηθουμένη καί ἀπό τήν νηστεία. ‘Η προσευχή καί ἡ νηστεία εἶναι τά δύο ὅπλα πού προστατεύουν τόν ἡσυχαστή& εἶναι οἱ δύο πτέρυγες μέ τίς ὁποῖες ἀνεβαίνει μέχρι τοῦ θρόνου τοῦ Χριστοῦ. ‘Ο ἐρημίτης πρέπει νά εἶναι μία ἀναμμένη λαμπάδα τῆς ἀδιάκοπης ἐργασίας τῆς προσευχῆς. ‘Εάν  μένης στήν ἔρημο γιά  ἡσυχία, γιά ψυχαγωγία ἤ σπουδές, δέν θά σέ πολεμήση ποτέ ὁ διάβολος.
‘Αλλά, ὅταν εἰπεῖς ὅτι μένεις γιά τόν Θεό, ὅταν ἀρχίζης νά προσεύχεσαι καί νά νηστεύης στήν ἔρημο, τότε βλέπεις τί πόλεμο σοῦ κάνει ὁ διάβολος.
‘Αναφέρεται στό Γεροντικό ὅτι κάποιος ἡσυχαστής μετέβη στήν ἔρημο. Μία ἡμέρα τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ διάβολος ὡς ἄνθρωπος καί τόν ἐρώτησε: «Γιατί ἦλθες ἐδῶ;» Γιά τόν Θεό!, τοῦ ἀπήντησε ὁ ἐρημίτης. Τότε ἄρχισε ὁ διάβολος νά τόν πολεμᾶ μέ κάθε εἴδους πειρασμούς, γιά νά τόν διώξη ἀπό τήν ἔρημο. «Γιατί μέ πολεμᾶς ἔτσι;» Τόν ἐρώτησε ὁ ἐρημίτης. ‘Επειδή ἤσουν εἰλικρινής καί μοῦ εἶπες γιατί ἦλθες ἐδῶ, διότι ἐγώ δέν ἤξερα τί θέλεις ἐδῶ! Εἶναι πολλοί ἄνθρωποι πού μένουν στήν ἡσυχία, ἀλλά δέν προσεύχονται, οὔτε νηστεύουν. ‘Εγώ μέ αὐτούς δέν ἔχω καμμία δουλειά».


100. Μᾶς ἔλεγε ἀκόμη ὁ π. Κλεόπας: 
‘Η ἄσκησις τοῦ ἐρημίτου καί ἡσυχαστοῦ εἶναι ἡ ἀδιάκοπη προσευχή βοηθουμένη καί ἀπό τήν νηστεία. ‘Η προσευχή καί ἡ νηστεία εἶναι τά δύο ὅπλα πού προστατεύουν τόν ἡσυχαστή& εἶναι οἱ δύο πτέρυγες μέ τίς ὁποῖες ἀνεβαίνει μέχρι τοῦ θρόνου τοῦ Χριστοῦ.
‘Ο ἐρημίτης πρέπει νά εἶναι μία ἀναμμένη λαμπάδα τῆς ἀδιάκοπης ἐργασίας τῆς προσευχῆς. ‘Εάν  μένης στήν ἔρημο γιά  ἡσυχία, γιά ψυχαγωγία ἤ σπουδές, δέν θά σέ πολεμήση ποτέ ὁ διάβολος. ‘Αλλά, ὅταν εἰπεῖς ὅτι μένεις γιά τόν Θεό, ὅταν ἀρχίζης νά προσεύχεσαι καί νά νηστεύης στήν ἔρημο, τότε βλέπεις τί πόλεμο σοῦ κάνει ὁ διάβολος.
‘Αναφέρεται στό Γεροντικό ὅτι κάποιος ἡσυχαστής μετέβη στήν ἔρημο.
Μία ἡμέρα τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ διάβολος ὡς ἄνθρωπος καί τόν ἐρώτησε: « Γιατί ἦλθες ἐδῶ;» Γιά τόν Θεό!, τοῦ ἀπήντησε ὁ ἐρημίτης. Τότε ἄρχισε ὁ διάβολος νά τόν πολεμᾶ μέ κάθε εἴδους πειρασμούς, γιά νά τόν διώξη ἀπό τήν ἔρημο. «Γιατί μέ πολεμᾶς ἔτσι;» Τόν ἐρώτησε ὁ ἐρημίτης.
‘Επειδή ἤσουν εἰλικρινής καί μοῦ εἶπες γιατί ἦλθες ἐδῶ, διότι ἐγώ δέν ἤξερα τί θέλεις ἐδῶ! Εἶναι πολλοί ἄνθρωποι πού μένουν στήν ἡσυχία, ἀλλά δέν προσεύχονται, οὔτε νηστεύουν. ‘Εγώ μέ αὐτούς δέν ἔχω καμμία δουλειά».


ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Πολύς κόσμος προσκυνεῖ στό κελλί καί στόν τάφο τοῦ πατρός Κλεόπα καί παίρνουν χῶμα καί λουλούδια γιά εὐλογία στήν ζωή τους. Μᾶς λέγουν συχνά ὅτι αἰσθάνονται βοήθεια ἀπό τίς ἅγιες προσευχές του.
‘Απ’ αὐτές τίς μαρτυρίες πού σημειώσαμε σ’ αὐτό τό βιβλίο καί σέ πολλές ἄλλες πού δέν ἐγράφησαν ἐδῶ, εἴμεθα πεπεισμένοι ἀκραδάντως ὅτι ὁ Φιλάνθρωπος Θεός μας, κατέταξε τόν ἀείμνηστο Πνευματικό μας πατέρα Κλεόπα στήν χορεία τῶν ‘Οσίων Πατέρων.
Γι’ αὐτό τολμοῦμε νά τόν παρακαλοῦμε καί ἐμεῖς στό κελλί καί στόν τάφο του καί ὁπουδήποτε ἀλλοῦ, λέγοντάς του:
Πανοσιώτατε πάτερ Κλεόπα, ἐπειδή εὕρες παρρησία καί ἔλεος ἐνώπιον τοῦ ‘Ιησοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ ἡμῶν, προσεύχου πάντοτε καί ὑπέρ ἡμῶν τῶν πνευματικῶν σου παιδιῶν. ‘Αμήν.


Μετάφρασις-ἐπιμέλεια ὑπό Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου

Ἅγιον Ὅρος Ἄθω

1999