Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

῎Εργα καί διδακτικοί Λόγοι τοῦ π. Κλεόπα. (Μέρος Γ’)

hristospanagia5
 
Ἡ ζωή καί οἱ ἀγῶνες τοῦ Γέροντος π. Κλεόπα Ἡλίε
π.Ἰωαννίκιος  Μπάλαν
63. ῞Ενας ἀδελφός εἶπε στόν Γέροντα ὅτι εἶναι ἀπασχολημένος μέ τό διακόνημα καί δέν τοῦ μένει χρόνος γιά τήν προσευχή. Τί νά κάνη;
-’Αδελφέ μου, τοῦ εἶπε ὁ στάρετς, τό σῶμα εἶναι ἡ Μάρθα, ἐνῶ ἡ ψυχή εἶναι ἡ Μαρία! ‘Η Μάρθα κοπιάζει γιά τά ὑλικά ἀγαθά, ἐνῶ ἡ Μαρία, ἡ ὁποία συμβολίζει τήν ψυχή, στέκεται παρά τούς πόδας τοῦ ‘Ιησοῦ καί προσεύχεται. Γι’αὐτό λέγει ὁ Κύριος ὅτι «ἡ Μαρία τήν ἀγαθή μερίδα ἐξελέξατο».
Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νά συμφιλιώνουμε τήν Μάρθα καί τήν Μαρία, δηλαδή πρῶτα νά προσευχώμεθα καί κατόπιν νά κάνουμε καί τό διακόνημά μας προσευχόμενοι μέ τόν νοῦ καί τήν καρδιά.
64. Κάποτε ἦλθε ἕνας δημοσιογράφος γιά νά κάνη μία συνέντευξι μέ τόν Γέροντα. Τοῦ εἶπε:
-Οἱ ἄνθρωποι ζητοῦν φῶς. . . Ζητοῦν νά πιοῦν νερό ἀπό καθαρές πηγές. . . Καί ὁ Γέροντας τοῦ ἀπήντησε:
-Ναί! Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν φῶς τό ῞Αγιο Εὐαγγέλιο, τούς Προφῆτας, τούς ‘Αποστόλους, τούς ‘Αγίους Πατέρας, τούς μεγάλους ‘Ησυχαστάς, καί τά ἑκατομμύρια τῶν Μαρτύρων μας. . . Λοιπόν, ἔχουν νά πάρουν φῶς, ἀλλά ἀπό ποῦ νά πρωτοπάρουν!

‘Από ἐμένα μόνο σκοτάδι ἠμπορεῖ νά πάρη κάποιος. Διότι ἐγώ εἶμαι υἱός τοῦ σκότους καί ὄχι τοῦ φωτός. ῞Ενας ἁμαρτωλός ἄνθρωπος, γεμᾶτες κακίες, ἀδυναμίες καί ὑπναρᾶς. . . Δέν ἔχω τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δέν ἔχω ἐγκράτεια, δέν ἔχω διάκρισι, δέν ἔχω τίποτε! Τά ἔχασα ὅλα ἐξ αἰτίας τῆς ἀκηδίας μου καί δέν ἔχω κανένα καλό ἔργο σ’ αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο.
‘Ο ‘Απόστολος Παῦλος λέγει στήν ἐπιστολή του πρός ‘Εβραίους ὅτι «ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο γιά νά σώση τούς ἁμαρτωλούς, ἀπό τούς ὁποίους πρῶτος εἶμαι ἐγώ».
‘Εάν ἐκεῖνος, πού ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ, ἔλεγε ὅτι ἦτο ὁ πρῶτος ἁμαρτωλός, τί νά εἰπῶ ἐγώ; Τί νά εἰπῶ, ἀφοῦ κανένα καλό ἔργο δέν ἔκανα στόν ἅπαντα αἰῶνα;
65. ῞Οταν πρό ὀλίγων ἐτῶν οἱ ἄνθρωποι ἦσαν ταραγμένοι ὅτι ὁ ‘Αντίχριστος ἔρχεται, ὅτι θά ἔλθουν πόλεμοι καί ἄλλα παρόμοια ὁ π. Κλεόπας τούς ἔλεγε μέ δυνατή φωνή:«’Ο Πατήρ εἶναι στό τιμόνι!» Πᾶρτε καί διαβᾶστε τούς στίχους 10-11 τοῦ ψαλμοῦ 32:«Κύριος διασκεδάζει βουλάς ἐθνῶν, ἀθετεῖ δέ λογισμούς λαῶν καί ἀθετεῖ βουλάς ἀρχόντων, ἡ δέ βουλή τοῦ Κυρίου εἰς τόν αἰῶνα μένει, λογισμοί τῆς καρδίας αὐτοῦ εἰς γενεάν καί γενεάν». Κατόπιν τούς ἐνεθάρρυνε λέγοντας: «Μή ταράζεσθε καί μή φοβῆσθε, διότι δέν θά γίνη, ὅπως θέλουν αὐτοί. ῞Ο, τι θέλουν αὐτοί ἄς κάνουν! ‘Εσεῖς νά μή φοβῆσθε. Προσεύχεσθε καί κάνετε τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ μέ πίστι καί θά φύγουν οἱ δαίμονες!»
66. ῎Ελεγε ἀκόμη ὁ π. Κλεόπας: «Νά μή κάνης κανένα ἔργο, χωρίς νά τό σφραγίζης μέ τόν Τίμιο Σταυρό! ῞Οταν ἀναχωρῆς γιά ταξίδι, ὅταν ἀρχίζης τό ἔργο σου, ὅταν πηγαίνης νά διδάξης στό σχολεῖο σου, ὅταν εἶσαι μόνος σου ἤ καί μέ ἄλλους μαζί σφράγισε μέ τόν παντοδύναμο Σταυρό τό μέτωπό σου, τό σῶμα σου, τήν καρδιά σου, τά χείλη σου, τά μάτια σου, τά αὐτιά σου καί ὅλα τά μέλη σου νά τά σφραγίζης μέ τό σημεῖο τῆς νίκης τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ ῞Αδου. Καί τότε μή φοβᾶσαι ἀπό τά μαγικά ἤ τά ξόρκια καί τούς μάγους. Διότι ὅλα αὐτά λύνονται ἀπό τήν δύναμι τοῦ Σταυροῦ, ὅπως τό κερί λειώνει μπροστά στήν φλόγα τῆς φωτιᾶς καί ὅπως φεύγει ἡ σκόνη στόν ἄνεμο!>
67. Δύο νέοι ἐπαντρεύθηκαν καί ἀπέκτησαν καί παιδιά, ἀλλ’ὅμως δέν ἐγνώριζαν ὅτι εἶναι συγγενεῖς ἐξ αἵματος. ‘Ο Πνευματικός τούς συμβούλευσε νά ἐξομολογηθοῦν στόν ‘Επίσκοπο τῆς περιοχῆς τους καί νά ἀκολουθήσουν τήν συμβουλή του. Στό διάστημα αὐτό ὁ σύζυγος, ἐστάλη ἀπό ἄλλους ἀνθρώπους νά ζητήση συμβουλή ἀπό τόν π. Κλεόπα, τόν ὁποῖον δέν ἐγνώριζε.
Πηγαίνοντας ἐκεῖνος στόν Γέροντα, δέν ἠμποροῦσε νά τόν πλησιάση, διότι εἶχε περικυκλωθῆ ἀπό πολλούς ἀνθρώπους, ὡς συνήθως. Γι’αὐτό περίμενε νά ἔλθη ἡ σειρά του. Ξαφνικά, ὁ Γέροντας τόν καλοῦσε λέγοντάς του: <’Αντώνιε, ἔλα ἐδῶ>. Αὐτός ἐνόμιζε ὅτι κάποιον ἄλλον ἐφώναζε καί δέν ἐπῆγε. Μετά ἀπό λίγα λεπτά πάλι τόν ἐφώναξε ὁ π. Κλεόπας:<’Αντώνιε, ἔλα ἐδῶ>. ‘Ο ‘Αντώνιος μή γνωρίζοντας ποιός τόν καλοῦσε, δέν ἐπήγαινε. Τότε ὁ Γέροντας τόν ἐκύτταξε κατάματα καί μέ τό δάκτυλό του τοῦ ἔκανε νόημα νά τόν πλησιάση.
‘Ο ‘Αντώνιος ξαφνιάσθηκε. Κι ἔλεγε στόν ἑαυτό του: <Πῶς μέ ξέρει αὐτός ὁ πατήρ, ἀφοῦ ποτέ δέν μέ ἔχει ἰδεῖ μέχρι τώρα;  Κατόπιν ὁ π. Κλεόπας τόν συμβούλευσε ἀρκετά καί τόν ἀπέλυσε μέ εἰρήνη.
68. Δύο γυναῖκες κυριευμένες ἀπό τόν διάβολο ἦλθαν στόν π. Κλεόπα.  ‘Εκεῖνος τίς εὐλόγησε καί τούς εἶπε: <Μετά ἀπό τρία Εὐχέλαια, θά θεραπευθῆτε>. Καί ἔτσι ἔγινε μέ τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
69. Κάποια φορά ἦλθε στόν π. Κλεόπα ἕνας Πιστός μαζί μέ ἕνα αἱρετικό, ὁ ὁποῖος εἶχε παρασυρθῆ στήν θρησκετυτική ἑταιρεία τῶν Μαρτύρων τοῦ ‘Ιεχωβᾶ. ‘Ο Πιστός Χριστιανός εἶχε προσπαθήσει μέ πολλές συζητήσεις καί ἀποδείξεις νά τόν ἐπαναφέρη στήν ἀληθινή Πίστι. ‘Ο αἱρετικός ἦτον γεμᾶτος ἀπό ἀπορίες καί ἐρωτήσεις καί δέν ἀνεγνώριζε τήν πλάνη του. Τότε ὁ Χριστιανός τόν ἔπειοσε νά πᾶνε μαζί στόν π. Κλεόπα.
Στό κελλί τοῦ π. Κλεόπα ἦτο πολύς κόσμος, ὡς συνήθως& καί ὁ Πατήρ ὡμιλοῦσε μέ θέμα: <Πῶς πλανᾶ ὁ διάβολος τόν ἄνθρωπο>. Περιμένοντας νά τελειώση τό κήρυγμά του καί εὑρίσκοντας τήν κατάλληλη στιγμή, ἤθελε νά φέρη τόν αἱρετικό στόν Γέροντα γιά νά συζητήσουν καί νά γνωρίση τήν καθαρότητα τῆς ‘Ορθοδόξου Πίστεως.
‘Αλλά ἐκείνη τήν στιγμή εἶδε τόν αἱρετικό νά ἀκούη τόν π. Κλεόπα καί τό πρόσωπό του νά εἶναι ἀλλοιωμένο. ‘Η μορφή του ἦτο πολύ χαρούμενη καί γεμάτη ἀπό μία ἀπερίγραπτη χαρά. ‘Η καρδιά του εἶχε μεταμορφωθῆ καί δέν εἶχε πλέον καμμία ἐρώτησι μέσα του. ῞Οταν ὁ Χριστιανός ἠθέλησε ν’ ἀνοίξη συζήτησι μαζί του καί μέ τόν π. Κλεόπα, ὁ αἱρετικός τοῦ εἶπε: <Δέν ἔχω κάτι νά ἐρωτήσω! Παρόμοιο ἄνθρωπο σάν κι αὐτόν δέν εἶδα στήν ζωή μου!
Αὐτό τό περιστατικό εἶναι ἕνα ἀπό τά ἀναρίθμητα παρόμοια, διότι ἄνθρωποι μπλεγμένοι μέ αἱρέσεις καί ἄλλες πλάνες, μόλις ἔβλεπαν τήν γαλήνια μορφή τοῦ π. Κλεόπα, εἰρήνευαν καί ἡ καρδιά τους μετεμορφώνετο κατά Χριστόν.
70. Μία ἄλλη φορά, μία πιστή γυναῖκα προερχομένη ἀπό οἰκογένεια διανοουμένων τῆς πόλεως Πιάτρα Νεάμτς ἦλθε στόν π. Κλεόπα πολλές φορές καί τοῦ ἔλεγε μέ δάκρυα γιά τήν ἀπιστία τοῦ συζύγου της, καθηγητοῦ τῆς Φυσικῆς, ὁ ὁποῖος ἦτο δεδηλωμένος ἄθεος. Μέ πρότασι τοῦ π. Κλεόπα ἡ γυναῖκα κατώρθωσε κι ἔπεισε τόν ἄνδρα της νά πᾶνε μαζί στόν Γέροντα. ‘Εκεῖνος δέχθηκε, ἀλλά τῆς εἶπε: <Δέν ἔχω τίποτε νά συνομιλήσω μέ ἕνα παπᾶ! ‘Εμένα δέν ἠμπορεῖ κανείς καί ποτέ νά μέ πείση!>
῞Οταν ἔφθασαν στήν Συχαστρία ὁ π. Κλεόπας ὡμιλοῦσε στούς ἀνθρώπους. ‘Αφοῦ ἐτελείωσε, παρότι κουρασμένος ὁλόκληρη τήν ἡμέρα, δέν λυπήθηκε τόν ἑαυτό του. Στάθηκε νά συζητήση καί μέ τόν καθηγητή γιά θέματα ἀστρονομίας, ἀποστάσεως ἀστέρων μεταξύ τους, γιά τούς νόμους τῆς φύσεως, τῆς δημιουργίας καί γιά ἄλλα πολλά φυσικά φαινόμενα.
Στό τέλος τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία εἶχε φθάσει μέχρι τά μεσάνυκτα, ὁ καθηγητής ἔβγαλε ἕνα σημειωματάριο καί ἔγραφε λέγοντας: <Πάτερ, ἐσπούδασα σέ πολλά σχολεῖα, ἀλλά οὐδέποτε ἄκουσα αὐτά τά πράγματα πού μοῦ εἴπατε σήμερα! ‘Από ποῦ γνωρίζετε ὅλα αὐτά; <Καί ποιός μ’ ἐμποδίζει νά μή τά ξέρω;  τοῦ ἀπήντησε ὁ π. Κλεόπας. Στό τέλος ὁ καθηγητής ἐζήτησε νά ἐξομολογηθῆ.
Μετά ἀπό λίγο χρόνο, ἡ γυναῖκα τοῦ καθηγητοῦ ἦλθε χαρούμενη στήν Συχαστρία, λέγοντας στόν Γέροντα: <Πάτερ, Κλεόπα, ἀπό τότε πού ὁ σύζυγός μου συνωμίλησε μαζί σας, ἄλλαξε τελείως. Πηγαίνει στήν ἐκκλησία, προσεύχεται καί θέλει νά πείση καί ἄλλους πού δέν πιστεύουν στήν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ!>
71. ῞Ενας ἀρχάριος Δόκιμος μοναχός ἦλθε στόν Γέροντα καί τοῦ εἶπε: Πάτερ, ἔχω μεγάλο μῖσος κατά τοῦ διαβόλου. Δός μου ἄδεια νά διαβάσω τούς ἐξορκισμούς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου! > ‘Ο π. Κλεόπας τοῦ εἶπε: <’Εσύ νά κάνης κάτι τέτοιο; ‘Αλλοίμονό σου! Μισεῖς τόν διάβολο καί δέν βλέπεις πόσο μῖσος ἔχουν αὐτοί ἐναντίον σου! Φῦγε ἀπ’ἐδῶ, δέν ἠμπορεῖς νά κάνης ἐσύ κάτι τέτοιο. . . . ῎Ακου, ἦλθε τίς προάλλες κάποιος στό μοναστήρι καί ἤθελε νά ἐξορκίση τόν διάβολο καί νά διαβάση τούς ἐξορκισμούς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Μεγάλος ἐξορκιστής!
72. ῎Ελεγε κάποτε ὁ στάρετς σέ μιά ὁμάδα σπουδαστῶν θεολογικοῦ σεμιναρίου: <Μπορεῖς νά δώσης κανόνα στούς ἀνθρώπους νά κάνουν ἐλεημοσύνη. ‘Αλλά ὄχι στούς πλουσίους. Αὐτοί ἔχουν <φίσκα> τίς τσέπες τους, ἔρχονται καί σοῦ βάζουν στό τραπέζι ἕνα μάτσο χρήματα καί σοῦ λέγουν: <’Ορῖστε, εἶναι ἕτοιμα! Τώρα ἔσωσα τήν ψυχή μου!> ‘Αλλά ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ δέν ἀγοράζεται μέ χρήματα.
Αὐτούς πρέπει νά τούς βάλης νά νηστεύουν, νά κάνουν μετάνοιες, νά ἀγρυπνοῦν. Διότι τότε κοπιάζουν κι ἔχουν μισθό ἀπό τόν Θεό. ‘Ελεημοσύνη θά εἰπῆς νά κάνουν οἱ πτωχοί. ῞Ενας πτωχός γιά νά βοηθήση τόν διπλανό του, σημαίνει ὅτι πρέπει νά κοπιάση νά εὕρη τά χρήματα, ἀκόμη θά δώση καί ἀπό τό ὑστέρημά του. ῎Ετσι θά ἔχη μισθό ἀπό τόν Θεό!>
73. ῞Οταν ὁ π. Κλεόπας ὑπηρετοῦσε ὡς Δόκιμος τότε Μοναχός στήν ποίμνη τῶν προβάτων τῆς Μονῆς, κάποια ἡμέρα ἡ ἀδελφή του, Μοναχή Αἰκατερίνη, πού ζοῦσε στό Μοναστήρι Παλαιά ‘Αγαπία, τόν ἐπισκέφθηκε καί τοῦ εἶπε: <’Αδελφέ μου, μόνο ἐσύ νά ἐργάζεσαι στά πρόβατα καί πάντοτε στά πρόβατα καί στά δάση. Ζήτησε κι ἐσύ νά διακονήσης κἄπου ἀλλοῦ, γιά παράδειγμα, στήν ἐκκλησία>. ‘Αλλά ὁ τότε Δόκιμος Κωνσταντῖνος τήν ἔδιωξε μέ τά ἑξῆς λόγια: <Φῦγε ἀπ’ ἐδῶ μ’αὐτά τά λόγια πού μοῦ λέγεις>.
74. Μᾶς διηγήθηκε ἀκόμη ὁ π. Κλεόπας ὅτι κατά τά ἔτη 1930-1944 ζοῦσε στήν Κοινότητα Μπορλέστι τοῦ νομοῦ Νεάμτς ἕνας ἱεροψάλτης, ὁ ὁποῖος ἐκαλεῖτο Νικόλαος Δημητρίου. *Ητο ἕνας πολύ πιστός καί εὐλαβής Χριστιανός καί ἐρχόταν συχνά στό Μοναστήρι Συχαστρία.
῞Οταν ἔψαλε στόν χορό, ἔτρεχαν δάκρυα ἀπό τά μάτια του κι ὅλοι οἱ Χριστιανοί ὠφελοῦντο ἀπό τήν ἁγία ζωή του.
Κατόπιν ἀρώστησε καί ἀπέθανε. ῞Οταν τόν ἐπήγαιναν στό Κοιμητήριο, ἀνεστήθηκε καί ἔζησε ἀκόμη μερικά χρόνια. ‘Εδιηγεῖτο πάντοτε μέ δάκρυα στά μάτια πῶς εἶδε τά βάσανα τῆς κολάσεως καί αὐτούς πού ἐβασανίζοντο μέσα σ’ ἐκείνη τήν φωτιά. ‘Ενῶ, ὅταν ἔψαλε στόν χορό, ὅλος ὁ κόσμος ἔκλαιγε μαζί του. Κάποιος τόν ἐρώτησε: «Γιατί κλαίει ὁ κόσμος ὅταν ἐσύ ψάλλεις; Καί ἐκεῖνος ἀπήντησε:«Διότι ψάλλω ἀπό τήν καρδιά μου καί στήν καρδιά μου φθάνει ἡ ψαλμωδία».
῞Οταν ὁ π. Κλεόπας ἦτο νεαρός, καί εἶχε πάει λίγα τότε χρόνια στό Μοναστήρι, ὁ ψάλτης Νικόλαος εἶπε σ’ ὅλους τούς ‘Αδελφούς: «’Η ρίζα σας θά εἶναι ἀπ’αὐτόν», δείχνοντας τόν νεαρό τότε Κωνσταντῖνο. Δηλαδή νά γνωρίζετε ὅτι θά εἶναι μελλοντικά ὁ ἡγούμενός σας.
Κι αὐτή ἡ προφητεία τοῦ ἱεροψάλτου ἐκπληρώθηκε τό ἔτος 1945.
75. ῞Οταν ἦτο ἡγούμενος στήν Συχαστρία ὁ π. Κλεόπας συνέβη τότε οἱ τσοπάνηδες νά χάσουν τά πρόβατα τῆς Μονῆς. Τά ἀναζητοῦσαν παντοῦ καί δέν τά εὕρισκαν. ‘Εφοβοῦντο νά τό εἰποῦν καί στόν στάρετς. Στό τέλος, ἀφοῦ ἔφθασαν σέ ἀδιέξοδο, τό εἶπαν στόν π. Κλεόπα. ‘Εκεῖνος τούς ἄκουσε καί τούς ἔφερε στήν ἐκκλησία, ὅπου ὅλοι ἐστάθησαν γονατιστοί μπροστά στήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας καί ἄρχισαν νά προσεύχωνται. ‘Αφοῦ προσευχήθηκαν ὁ π. Κλεόπας σηκώθηκε καί τούς εἶπε: «῎Αϊντε νά πᾶμε μαζί μέχρι τήν Σύχλα καί τήν περιοχή Ρίπα τοῦ Κορόϊ».
Καθ’ ὁδόν ἔκαναν πολλές στάσεις, κάνοντας προσευχή μέ τήν καθοδήγησι τοῦ π. Κλεόπα. Στό τέλος τοῦ δρόμου ἔφθασαν σ’ ἕνα μικρό ξέφωτο, ὅπου εὑρίσκοντο τά πρόβατα νά ξεκουράζωνται μέσα στήν ἡσυχία. Τότε ὁ π. Κλεόπας τούς εἶπε: «῎Εχομε μεγάλη χαρά, διότι εὑρήκαμε τά πρόβατα, ἀλλά χιλιάδες φορές μεγαλύτερη εἶναι ἡ χαρά μας, διότι μᾶς ὡδήγησε ἐδῶ ὁ Φιλάνθρωπος Θεός μας. ‘Ιδού τί θέλω νά σᾶς εἰπῶ: «Νά μή ξεκινᾶτε νά κάνετε στήν ζωή σας τίποτε, χωρίς προσευχή μπροστά στόν Θεό καί τήν Κυρία Θεοτόκο».
76. ῞Οταν ὁ π. Κλεόπας ἐπῆγε ὡς ἡγούμενος στό Μοναστήρι Σλάτινα, ἐπισκέφθηκε τούς διαφόρους χώρους. Κατ·ἀρχήν ἐπισκέφθηκε τό ἡγουμενεῖο καί μετά προχώρησε πιό πέρα. ‘Επέρασε ἀνάμεσα σέ πολλά κελλιά καί τά εὐλόγησε. Μετά ἔφθασε σ’ ἕνα δωμάτιο στό ὁποῖο τό μοναστήρι εἶχε συγκεντρώσει τά ἐργαλεῖα καί τά οἰκοδομικά ὑλικά. ‘Εκεῖ στάθηκε χαρούμενος ὁ π. Κλεόπας καί εἶπε: «’Εδῶ θἀ εἶναι τό κελλί μου!»
Οἱ ‘Αδελφοί χαρούμενοι κι αὐτοί, διότι ὁ Θεός τούς ἔστειλε ἡγούμενο γιά τήν ψυχική τους σωτηρία, ἀπεφάσισαν νά καθαρίσουν τήν ἀποθήκη ἐκείνη, νά πετάξουν ἔξω τά ὑλικά, ἀλλά ὁ π. Κλεόπας τούς σταμάτησε λέγοντάς τους: «’Αδελφοί, δέν χρειάζομαι βοηθόν, θά κάνω ἐγώ ὅ, τι χρειάζεται μέ τά χέρια μου!»
Καί καταπιάσθηκε μέ τήν δουλειά. Σάν νἆταν ξυλουργός ἔβαλε ἕνα κρεββάτι καί γιά στρῶσι ἕνα ἁπλό ροῦχο πού φοροῦσε ἀπ’ ἔξω, ἀπό τά ἄλλα ροῦχα του. Τό κοζιόκ, δηλαδή γελέκο ἀπό δέρμα προβάτου. ‘Επάνω σ’αὐτό τό κρεββάτι του εἶχε καί τά βιβλία καί ὅλα τά γράμματα πού τοῦ ἔστελναν ἀπ’ ὅλη τήν Ρουμανία.
77. ‘Ο π. Κλεόπας ἔμεινε πολλά χρόνια στήν ἔρημο μαζί μέ τόν μαθητή του, τόν π. Βαρσανούφιο, ὁ ὁποῖος εἶχε ἔλθει στό μοναστήρι μέ τήν συμβουλή καί προσευχή τοῦ π. Κλεόπα. καί ἰδού πῶς ἐγνώρισε τόν Γέροντα ὁ π. Βαρσανούφιος:
῏Ητο νυμφευμένος καί ἐδούλευε στό δάσος. Κάποια ἡμέρα τοῦ ἔκλεψε κάποιος τό τσεκούρι καί ἐκεῖνος ἦλθε στήν Συχαστρία ν’ ἀφήση χρήματα γιά νά κάνουν προσευχή οἱ ‘Αδελφοί καί νά ἀποκαλυφθῆ ὁ κλέπτης. Τότε ὁ π. Κλεόπας τοῦ εἶπε λίγα λόγια γιά τήν σωτηρία τῆς ψυχῆς, τά ὁποῖα τόν ἔκαναν νά ξεχάση τό τσεκούρι καί νά σκέπτεται πλέον πῶς θά ἠμποροῦσε καί αὐτός νά ἀκολουθήση αὐτή τήν ὡραία μοναχική ζωή.
‘Αφοῦ ἐξωμολογήθηκε στόν Πνευματικό καί ἐδιάβασε πολλά ἱερά βιβλία, ἀπεφάσισε νά ζήση μέ καθαρότητα μέ τήν σύζυγό του. ‘Αλλά εἶχαν μεγάλους πειρασμούς ἀπό τόν διάβολο γιά νά μή ὑπηρετήσουν τόν Χριστό καί νά παραμείνουν στό σπίτι τους. Μία νύκτα ἦλθε ὁ διάβολος σ’ αὐτούς σάν ἕνας μαῦρος καί σπανός ἄνθρωπος. Μέ τήν παρουσία του προκάλεσε ταραχές στό σπίτι. Τά τζάμια τῶν παραθύρων ἔσπασαν κι ἀκούσθηκε ἡ φωνή του πού τούς ἔλεγε: «Ταλαίπωροι, τί ἠμπορεῖτε ἐσεῖς νά κάνετε σέ μένα!»
Κατόπιν ὁ διάβολος ἐξαφανίσθηκε. Μετά ἀπό τρία χρόνια ἀνεχώρησαν καί οἱ δύο γιά τά μοναστήρια. ‘Ο σύζυγος ἐπῆγε στήν Συχαστρία καί ἡ σύζυγός του στήν Μονή Παλαιά ‘Αγαπία.
  Μετάφρασις-ἐπιμέλεια ὑπό Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου

Ἅγιον Ὅρος Ἄθω

1999

Ἀναβάσεις