Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Τό μακάριο τέλος τοῦ π. Κλεόπα. Ὁ τελευταῖος λόγος τοῦ π. Κλεόπα στήν ‘Αδελφότητα τῆς Μονῆς Συχαστρίας

  Τό μακάριο τέλος τοῦ π. Κλεόπα
Ἡ ζωή καί οἱ ἀγῶνες τοῦ Γέροντος π. Κλεόπα Ἡλίε
 π.Ἰωαννίκιος  Μπάλαν
‘Ο π. Κλεόπας μέχρι τίς ἡμέρες Παρασκευή καί Σάββατο τοῦ μηνός Νοεμβρίου ἐσυνέχιζε νά συμβουλεύη καί εὐλογῆ τούς προσκυνητάς, Μοναχούς καί λαϊκούς. *Ητο πρᾶος στό πρόσωπο, ὡμιλοῦσε μέ γαλήνη καί δέν ἔφευγε κανείς πού ἤθελε νά τόν ἰδῆ. Τούς παρηγοροῦσε ὅλους καί τούς ἐνίσχυε πάντοτε μέ εἰρηνικό τρόπο καί μέ ἀγάπη.
Τήν Κυριακή, 29 Νοεμβρίου, παραμονή τῆς ἑορτῆς τοῦ ‘Αποστόλου ‘Ανδρέου, πάλι περικυκλώθηκε ἀπό ἀνθρώπους. Τούς ὡμιλοῦσε θερμά, σύντομα καί μέ πολλή πραότητα. Μερικοί ἤρχοντο, ἄλλοι ἔφευγαν, ἐνῶ οἱ μαθηταί του ἐφρόντιζαν γιά ὅλα.
Στίς 11, 30 ἦλθε ἕνας ἀδελφός στήν Πανοσιότητά του γιά νά πάρη εὐλογία γιά τήν κουρά του σέ μοναχό, λέγοντάς του:
-Εὐλόγησέ με, πανοσιώτατε πάτερ Κλεόπα, διότι τό βράδυ στήν ‘Ακολουθία γίνομαι μοναχός!
‘Αφοῦ τόν εὐλόγησε κι ἔβαλε τό χέρι στό κεφάλι τοῦ ὑποψηφίου, ὁ ‘Αδελφός ἐζήτησε ἕνα πνευματικό λόγο γιά τήν εἴσοδό του στόν μοναχισμό. Τότε ὁ στάρετς τοῦ εἶπε:
-’Από τώρα δέν θά ἔχης πατέρα, δέν θά ἔχης μητέρα, οὔτε ἀκόμη ἀδελφούς, οὔτε πλέον συγγενεῖς, οὔτε φίλους, οὔτε ἀκόμη συμπατριῶτες, δέν θά ἔχης σπίτι, δέν θά ἔχης τίποτε! Μόνο τόν Χριστό!
-Πάτερ, τοῦ εἶπε ὁ μαθητής, ἐάν εὕρης παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐνθυμήσου κι ἐμένα στίς ἅγιες προσευχές σου!
-Τό ἔλεος τῆς Παναγίας μας νά εἶναι πάντοτε μαζί μας!


Στίς 4 ἡ ὥρα τό ἀπόγευμα ἦλθε ἕνας ἀδελφός νά ζητήση εὐλογία γιά νά γίνη μοναχός, ἀλλά ὁ Πατήρ, δέν τοῦ εἶπε τίποτε καί μόνο ἔβαλε τό χέρι στό κεφάλι τοῦ νεαροῦ ὑποψηφίου.
῎Ετσι, ἀρχίζοντας ἀπό τήν Κυριακή, ὥρα 4 τό ἀπόγευμα, ὁ π. Κλεόπας δέν ἀπαντοῦσε πάλι στίς ἐρωτήσεις τῶν μαθητῶν του καί παρέμενε ἀκίνητος μέ τά μάτια χαμηλωμένα ἐπάνω στό σκαμνί πού ἐκάθοντο αὐτοί πού ἐξωμιολογοῦσε, ὡσάν νά εἶχε ἁρπαγῆ περισσότερο ἀπό 11 ὧρες.
Τήν Δευτέρα τό πρωῒ στίς 10, 30 ὁ Γέροντας ἐξύπνησε σάν ἀπό ἕνα βαθύ ὕπνο, εὐδιάθετος καί ψυχικά χαρούμενος. Κατόπιν ἐζήτησε κάτι νά φάγη, λέγοντας:  «Εἴδατε κάποιον μοναχό νά τρώγη αὐτή τήν ὥρα;»
Τήν Δευτέρα 30 Νοεμβρίου καί τήν 1ην Δεκεμβρίου ὁ Πατήρ στάθηκε μέ τούς Πιστούς καί τούς ἔδινε συμβουλές, ὡς συνήθως. Τήν Δευτέρα τό ἀπόγευμα, κατά τρόπο ἀσυνήθη, ἄρχισε νά διαβάζη τίς πρωϊνές προσευχές, ἐνῶ ὁ μαθητής του τοῦ εἶπε: «Γέροντα, τώρα εἶναι βράδυ. Τίς προσευχές αὐτές νά τίς διαβάσης αὔριο τό πρωῒ!» Τότε ὁ Πατήρ τοῦ ἀπήντησε: «Διαβάζω τώρα, διότι αὔριο πηγαίνω στούς ‘Αδελφούς μου!» Οἱ ὑποτακτικοί τό ἄκουσαν αὐτό, ὡς συνήθως, μέ δυσπιστία».
Τήν τρίτη τό βράδυ σηκώθηκε ἀργά, παρουσιάζοντας σημεῖα ὑπερβολικῆς ἐξαντλήσεως. Στίς 2, 20 τῆς Τετάρτης τό πρωῒ ὁ μαθητής του ἄκουσε τόν Γέροντα νά ἀναπνέη ἀργά. ῞Οταν τόν ἐπλησίασε ἀνέπνευσε βαθειά καί παρέδωσε τήν ψυχή του τά χέρια τοῦ Χριστοῦ.
‘Αμέσως συγκεντρώθηκαν οἱ Πατέρες μαζί μέ τόν ‘Ηγούμενο καί προετοίμασαν τά ἀναγκαῖα γιά τήν κηδεία του. Κατόπιν τό ἄψυχο σῶμα τοῦ π. Κλεόπα τό κατέβασαν ἀπό τό κελλί αὐτό, ὑπό τήν κροῦσι τῶν καμπάνων, στήν παλαιά ἐκκλησία τῆς Μονῆς, ὅπου ἀγρύπνησαν ὅλοι οἱ ἱερεῖς καί μοναχοί καί πολλοί Χριστιανοί πού ἦλθαν ἀπό κάθε γωνιά τῆς Χώρας.
‘Η εἴδησις ἀναχωρήσεως τοῦ π. Κλεόπα γιά τήν αἰωνιότητα διαδόθηκε ἀστραπιαῖα σ’ ὁλόκληρη τήν Ρουμανία καί στό ‘Εξωτερικό. Κατά τίς ἡμέρες τῆς κηδείας τοῦ μεγάλου στάρετς π. Κλεόπα ἤρχοντο χιλιάδες Χριστιανοί γιά νά παραμείνουν κοντά του ἔστω γιά λίγο γιά τελευταία φορά, ἐνῶ στήν ἐκκλησλία, ὅπου εἶχε τοποθετηθῆ οἱ Μοναχοί ἐδιάβαζαν ἀνελλειπῶς τό Ψαλτήριο.
῎Ετσι ἔζησε καί ἀγωνίσθηκε καί ἐτελειώθηκε ὁ μεγάλος Πνευματικός καί Διδάσκαλος τῶν Ρουμανικῶν Μοναστηριῶν μας καί ὅλων τῶν Πιστῶν τῆς Πατρίδος μας, ὁ π. Κλεόπας ‘Ηλίε, τόν  ὁποῖον ἔκλαυσαν ὅλοι οἱ Πατέρες καί οἱ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι τόν εἶχαν σάν μία ἄσβεστη λαμπάδα στήν ζωή τους, ὡς Πατέρα, Πνευματικό καί Διδάσκαλο.
‘Η Κηδεία τοῦ π. Κλεόπα
‘Επί τρεῖς ἡμέρες καί τρεῖς νύκτες ὁλόκληρο τό Μοναστήρι καί πλῆθος Χριστιανῶν προσηύχοντο γιά τήν ἀνάπαυσι τῆς ψυχῆς τοῦ Πνευματικοῦ των Πατρός.
‘Η κηδεία του ἀποφασίσθηκε νά γίνη τό Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου. Θαῦμα τοῦ Θεοῦ ἐφαίνετο ὅτι ἦτο ἐκείνη ἡ ἡμέρα, διότι ἦτο ἡλιόλουστη, ζεστή καί φωτεινή, πρᾶγμα σπάνιο στό κλῖμα τῆς Πατρίδος μας.
‘Η Θεία Λειτουργία ἐπετελέσθηκε μέ μία συνοδεία ἁγίων ἀρχιερέων μέ ἐπικεφαλῆς τόν Μητροπολίτη Μολδαβίας καί ‘Ιασίου Σεβ. Δανιήλ, τόν Σεβ. Κλούζ κ. Βαρθολομαῖο, τόν Θεοφ. ‘Επίσκοπο ‘Οράντεα κ. ‘Ιωάννη, τόν Θεοφ. Κάτω Δουνάβεως κ. Κασσιανό, τόν Θεοφ. Χούς κ. ‘Ιωακείμ,,  τόν βοηθό τοῦ Σεβ, Μολδαβίας Θεοφ. ‘Επίσκοπο κ. Καλλίνικο, τόν βοηθό ‘Επίσκοπο τοῦ Μητροπολίτου Τρανσυλβανίας κ. Βησσαρίωνα καί τόν Θεοφ. ‘Επίσκοπο Σουτσεάβας κ. Γεράσιμο.
Μετά τήν Θεία Λειτουργία στήν αὐλή τῆς Μονῆς ἄρχισε ἡ ‘Ακολουθία τῆς Κηδείας ἀπό τούς ἰδίους ‘Αρχιερεῖς. Στήν Κηδεία συμμετεῖχαν καί πολλοί ‘Ηγούμενοι, ἱερομόναχοι, ἱερεῖς περικυκλωμένοι ἀπό δεκάδες χιλιάδες Χριστιανῶν μας. ‘Ο προαύλιος χῶρος τῆς Μονῆς, οἱ γύρω λόφοι, ὁ δρόμος γιά τό Κοιμητήριο ἦσαν κατάμεστοι ἀπό κόσμο.
Μετά τήν κηδεία οἱ περισσότεροι τῶν ‘Αρχιερέων μας ὡμίλησαν γιά τόν μεταστάντα καί πρῶτος, κατά τήν τάξιν ὁ Μητροπολίτης Μολδαβίας
Οἱ ἄνθρωποι ἀπεχαιρέτισαν τόν Πνευματικό τους Πατέρα μέ δάκρυα στά μάτια. ῞Ολοι ἐπιθυμοῦσαν, ἄν ἦτο δυνατόν, νά ἀγγίξουν γιά λίγο τό χέρι τους ἐπάνω στό φέρετρο τοῦ Γέροντά τους. Οἱ καμπάνες κτυποῦσαν πένθιμα καί οἱ ἀκτῖνες τού ἡλίου ἔριχναν τό φῶς τους μέσα στό νεοσκαμμένο τάφου του, πού ἀνοίχθηκε δίπλα στόν τάφο τοῦ Πνευματικοῦ του πατρός, τοῦ π. Παϊσίου ‘Ολάρου. ‘Ο λαός δέν κρατήθηκε καί ἄρχισε νά ψάλλη συνεχῶς τόν ἐπινίκιον ἀναστάσιμο ῞Υμνο:  Χριστός ‘Ανέστη ἐκ νεκρῶν. . . >. ῞Ολοι ἐζοῦσαν ἐκείνη τήν στιγμή τόν μεγάλο πόνο τοῦ χωρισμοῦ τοῦ μεγαλυτέρου καί κορυφαίου ἐκπροσώπου τοῦ συγχρόνου ‘Ορθοδόξου Μοναχισμοῦ τῆς Ρουμανίας.
Μέ τήν ἀναχώρησι τοῦ π. Κλεόπα ἀπ’ αὐτή τήν ζωή, ἔκλεισε μία πλούσια μοναχική καί ἡσυχαστική περίοδος στήν Ρουμανία. Μία χρυσῆ σελίδα θά γραφῆ στήν ἱστορία τῆς ‘Ορθοδόξου ‘Εκκλησίας μας, πού ξεκίνησε καί τελείωσε στήν ἡσυχαστική Μονή Συχαστρία τῆς Μολδαβίας.
‘Ελπίζουμε ὅτι ὁ π. Κλεόπας στά ἑπόμενα ἔτη, θά συγκαταριθμηθῆ ἀνάμεσα στίς μεγάλες μορφές τοῦ ‘Ορθοδόξου Ρουμανικοῦ Μοναχισμοῦ μας, πού εἶναι οἱ: ῞Οσιος Παῒσιος Βελιτσικόβσκυ ἀπό τήν Μονή Νεάμτς, ὁ ὅσιος Βασίλειος ἀπό τήν Ποϊάνα Μάρου, ὁ στάρετς Γεώργιος ἀπό τήν Μονή Τσερνίκα, ὁ ὅσιος ‘Ιωάννης ὁ Χοζεβίτης μέ τόπο Μετανοίας του τήν Μονή Νεάμτς, ὁ π. Παῒσιος ‘Ολάρου ἀπό τήν Συχαστρία καί πολλοί ἄλλοι, τῶν ὁποίων τά ὀνόματα εἶναι γραμμένα στό Βιβλίο τῆς ζωῆς πρός δόξαν τῆς Παναγίας Τριάδος.
‘Ο τελευταῖος λόγος τοῦ π. Κλεόπα στήν ‘Αδελφότητα τῆς Μονῆς Συχαστρίας
1η Μαρτίου 1998
Στό ῎Ονομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ‘Αγίου Πνεύματος.
Πανοσιώτατε πάτερ ‘Ηγούμενε, Πανοσιώτατοι Πατέρες καί ‘Αδελφοί, ἔτσι ὅπως σᾶς βλέπω ὅλους, ἀγαπητοί μου, ἔτσι ἐπιθυμῶ νά σᾶς ἰδῶ ὅλους καί στόν Παράδεισο, στίς ἀπέραντες παραδεισένιες χαρές, διότι ὅλοι εἶσθε στήν ὑπηρεσία τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ καί τῆς Παναγίας Μητρός Του καί ὁ καθένας σας κάνει ὑπακοή κατ’ εὐθεῖαν στόν Χριστό καί στήν Μητέρα του, ὁπουδήποτε καί νά ὑπηρετῆτε.
῞Οταν σᾶς βλέπω, πόσο χαίρομαι! ‘Αλλά πολλούς δέν σᾶς γνωρίζω, διότι σπανίως ἔρχομαι ἐδῶ. ῎Εχω τόσο κόσμο στό κεφάλι μου καί εἶμαι καί ἀσθενής. ‘Αλλά γνωρίζω μερικούς ἀπό ἐσᾶς, πού ἔρχεσθε γιά ἐξομολόγησι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καί οἱ παλαιότεροι. . . ‘Εγώ ἐπιθυμῶ ὅλοι, ἀπολύτως ὅλοι νά πᾶτε στήν αἰώνια χαρά καί οὔτε ἕνας, Θεός  φυλάξοι, στά αἰώνια βάσανα.
‘Αγαπητοί μου Πατέρες καί ‘Αδελφοί, νά γνωρίζετε ὅτι ἡ ‘Εκκλησία μας εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα. Αὐτή μᾶς ἀνεγέννησε στό Βάπτισμα «δι’ ὕδατος καί Πνεύματος». ‘Ακούσατε τί λέγει ὁ ‘Απόστολος Παῦλος ὅτι ἐλάβαμε τό χάρισμα τῆς παλιγγεννεσίας καί τῆς ἀνακαινίσεως τοῦ ‘Αγίου Πνεύματος. ‘Από τότε ὅλοι ἐμεῖς εἴμεθα παιδιά κατά Χάριν τοῦ Θεοῦ, διότι ἐβαπτισθήκαμε στό ῎Ονομα τῆς ‘Αγίας Τριάδος.

Γι’ αὐτό σᾶς παρακαλῶ μέσα ἀπό τήν καρδιά μου νά ἀγαπᾶτε τήν Μητέρα ‘Εκκλησία! ‘Ακόμη, ὅσο σᾶς εἶναι δυνατόν, ἡμέρα καί νύκτα νά πηγαίνετε στήν ‘Εκκλησία.
῞Οσοι εἶναι γεροντώτεροι καί καχεκτικοί στό σῶμα νά μένουν ὀλιγώτερο. ῞Οσοι ὅμως εἶναι νεώτεροι νά μένουν περισσότερο χρόνο, διότι ἡ λειτουργική ζωή τῆς ‘Εκκλησίας πλουτίζει τόν νοῦ τοῦ καθενός μέ τήν Χάρι τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἀρκεῖ ὁ ἴδιος νά ἔχη εὐλάβεια στίς ‘Ιερές ‘Ακολουθίες.
‘Αγαπητοί μου, ἐγώ ὁ ἁμαρτωλός καί ἀνάξιος εἶμαι γέρων-86 ἐτῶν- μέ ἕξι ἐγχειρήσεις, μέ τό δεξί χέρι σπασμένο καί βαλμένο στόν γῦψο 32 ἡμέρες, αὔριο-μεθαύριο θά ψάλλετε καί γιά μένα τό: <Αἰωνία αὐτοῦ ἡ μνήμη»! Τί περιμένω ἀκόμη; ‘Ο 89ος Ψαλμός μᾶς λέγει: «Αἱ ἡμέραι τῶν ἐτῶν ἡμῶν ἐν αὐτοῖς ἑβδομήκοντα ἔτη, ἐάν δέ ἐν δυναστείαις ὀγδοήκοντα ἔτη, καί τό πλεῖον αὐτῶν  κόπος καί πόνος>. ‘Εγώ εἰσῆλθα σ’ αὐτό τόν κόπο καί πόνο. ‘Εγήρασα, 86 χρόνια ἐσυμπλήρωσα τώρα, στίς 10 ‘Απριλίου.
‘Αγαπητοί μου Πατέρες, σᾶς παρακαλῶ μέ ὅλη μου τήν καρδιά, ὅσοι ἔχετε ἀγάπη καί ἠμπορεῖτε, νά μή μέ ξεχνᾶτε στίς προσευχές σας. Νά μέ μνημονεύετε.
‘Εγώ ἔχω ἀγάπη γιά ὅλους σας, ὅταν σᾶς βλέπω στήν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου καί τῆς Παναγίας μας. ῎Ετσι ἐπιθυμῶ νά σᾶς βλέπω καί στόν Παράδεισο ὅλους, ἀγαπητά μου παιδιά!
Τό Μοναστήρι μας εἶναι ἕνα Μοναστήρι μέ καλή μοναχική τάξι. Δηλαδή δέν τρώγουμε κρέας, ἡ ἐξομολόγησις εἶναι τακτική, οἱ ‘Ακολουθίες ἐπιτελοῦνται κατά τό Τυπικό τοῦ ἁγίου Σάββα τοῦ ‘Ηγιασμένου. . .
῞Οταν ἦλθα ἐγώ ἐδῶ εὑρῆκα 14 Πατέρες, πού φοροῦσαν τσαρούχια καί μέ μπότες μέχρι τά γόνατα καί μέ κομποσχοίνια στά χέρια ἀπό ξύλινες χάντρες. . . ῎Εφερα μαζί μου καί τόν ἀδελφό μου Βασίλειο. ῞Οταν ἤλθαμε ἐδῶ, εἴχαμε 15 χρόνια καί δέν ξέραμε τίποτε. . .
῞Οταν εἶδα στήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ ὅλους τούς Μοναχούς καί τόν Γέροντα ἡγούμενο, ἄκουγαν καί διδακτικούς λόγους τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου ἀπό τόν ἄμβωνα τῆς τραπέζης. Τότε ἐρώτησα τόν ‘Αδελφό μου: «Τί ἔχουν ἐδῶ πανήγυρι;»
῎Εμεινα βέβαια λίγο καί στήν Σκήτη Κοζάντσεα, ἀλλά ἐκεῖ ἡ τάξις δέν ἦτο κοινοβιακή, ἀλλά καθένας εἶχε τό ἰδικό του φαγητό καί τό ἰδικό του σπίτι. «’Αδελφέ, δέν εἶναι πανήγυρις», μοῦ εἶπε. ῎Ετσι στέκονται στήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ πάντοτε ὅλοι οἱ μοναχοί! ‘Ο Γέροντας ἐδιάβαζε τόν λόγο. Αὐτός λειτουργοῦσε καί ζοῦσε μόνο μέ τήν Θεία Κοινωνία περίπου 12 χρόνια. Μόνο τό Σάββατο καί τήν Κυριακή γευόταν λίγο ἀπό τήν τράπεζα μαζί μέ ὅλους τούς Πατέρας. Γνωρίζω αὐτά διότι ἤμουν μάγειρος. ‘Ο Θεός νά ἀναπαύση τόν μακαριστό Γέροντά μου π. ‘Ιωαννίκιο. Εἶχε μεγάλο φόβο τοῦ Θεοῦ καί δυνατή πίστι! Μ’ ἔκειρε μοναχό τό ἔτος 1937 στήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Τά ἐνθυμοῦμαι ὅλα.
*Ητο ἕνας πατήρ Νικόλαος Γκραδινάρου μέ μακριά γενειάδα. Αὐτός εἶπε, ὅταν μέ μετέφεραν μπροστά στό ῞Αγιο Βῆμα: «Πανοσιώτατε πάτερ, νά τοῦ δώσουμε τό ὄνομα Κλεόπας, διότι δέν ἔχουμε ἐδῶ ἄλλον μ’αὐτό τό ὄνομα!» Καί ὁ Γέροντας ἔβαλε τό ψαλίδι στό χέρι καί μέ ὠνόμασε Κλεόπα. ῎Ετσι ἦτο γραμμένο! ‘Ο Θεός νά τόν ἀναπαύση! ῎Εχω τό χαρτί μνημονεύσεως ὅλων αὐτῶν πού ἀπέθαναν ἐδῶ ἀπό τότε& ἔχω καί ὀνόματα ἐπισκόπων καί πατριαρχῶν. ῞Οσο θά εἶμαι σ’ αὐτή τήν ζωή, θά τούς μνηνμονεύω καθημερινά.
Σᾶς παρακαλῶ, ἀγαπητά μου παιδιά ὅλους σας, νά μή μέ ξεχνᾶτε στίς ἅγιες προσευχές σας! καί ἔτσι ὅπως σᾶς βλέπω ὅλους ἐδῶ, ἔτσι νά σᾶς βλέπω καί στόν Παράδεισο, στήν ἀτελεύτητη καί αἰώνια χαρά.
Τό ἔλεος τῆς Παναγίας Τριάδος καί ἡ σκέπη τῆς ‘Υπεραγίας Θεοτόκου νά εἶναι μέ ὅλους σας, ἀγαπητοί μου, καί ὅλοι νά ὑπάγετε στόν Παράδεισο.  ‘Αμήν.

 Μετάφρασις-ἐπιμέλεια ὑπό Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου

Ἅγιον Ὅρος Ἄθω

1999

Ἀναβάσεις