Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Θαύματα τοῦ Ἁγίου Νικολάου μέ τό χαλί. Γέροντος Κλεόπα Ἡλιέ

   
 Θαύματα τοῦ Ἁγίου Νικολάου μέ τό χαλί.
  Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Στήν Κωνσταντινούπολι ζοῦσε ἕνας γέροντας μέ τό ὄνομα Νικόλαος. Ἦταν μόνος μέ τήν γυναῖκα του, διότι δέν εἶχαν ἀποκτήσει παιδιά. Αὐτοί σέ ὅλη τήν ζωή τους, τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἐπήγαιναν ἀπό τό πρωΐ στήν ἐκκλησία, ἔκαναν ἐλεημοσύνες, συμμετεῖχαν στίς ἀκολουθίες, ἔφτιαχναν κεριά, θυμίαμα, πρόσφορα. Ἔκαναν ὅ,τι ἠμποροῦσαν.
Καί τώρα πού ἦταν γεροντάκια καί πτωχοί συνέχιζαν τό ἴδιο τυπικό τους. Ἐρχόταν κάθε χρόνο ἡ γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου κι αὐτοί δέν εἶχαν μέ τί νά κάνουν τήν γιορτή τους, ὅταν ἐγύριζαν ἀπό τήν ἐκκλησία στό σπίτι, δηλαδή δέν εἶχαν νά στρώσουν τραπέζι γιά τούς πτωχούς νά εὐχαριστήσουν καί ἐκεῖνοι τόν Θεό.
Ἔτσι ἔλεγε ἡ γιαγιά στόν παπποῦ:
-Ἔε, Νικόλαε, τί νά κάνουμε τώρα ἐμεῖς πού εἴμεθα πτωχοί καί γεροντάκια; Ἰδού, ἔρχεται ἡ ἡμέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου καί δέν ἔχουμε τίποτε: οὔτε χρήματα, οὔτε τρόφιμα.
-Τί νά κάνουμε ἐμεῖς γιά νά γιορτάσουμε κι αὐτό τόν χρόνο τόν ἅγιο Νικόλαο; Μπορεῖ τόν ἑπόμενο χρόνο νά μήν εἴμαστε, διότι ἰδού πλησιάζουμε στόν θάνατο.
Καί ἠσθάνοντο καί οἱ δυό τους ἄσχημα, διότι δέν εἶχαν χρήματα.
Τότε ἡ γιαγιά ἄνοιξε ἕνα μπαοῦλο, ὅπου μέσα ὑπῆρχε ἕνα χαλί ἀπό τήν προῖκα της, τό ὁποῖον δέν τό ἐγνώριζε ὁ παπποῦς, διότι τό εἶχε κρύψει ἀπό τότε πού παντρεύθηκε. Ἦταν πάρα πολύ ὡραῖο. Τό κρατοῦσε ἐκεῖ μέ 2-3 ἄλλα ὑφάσματα γιά τόν ἐνταφιασμό της.
-Ἀπό ποῦ τό βρῆκες, γυναῖκα, αὐτό τό χαλί;
-Ἔε, τό διατηροῦσα ἀπό τότε πού ἤμουν νύμφη.
-Πήγαινε καί πώλησέ το. Μέ ὅσα θά πάρουμε, θά κάνουμε τήν γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου.
-Μά, γερόντισσα, αὐτό εἶναι πολύ βαρύτιμο χαλί. Ἀλλά δέσε το σέ μία μαγκούρα καί πήγαινέ το, ὅπου μπορεῖς νά τό ἰδοῦν. Ἀλλά πόσο κοστίζει αὐτό τό χαλί;
-Ὅταν ἤμουν νέα, μοῦ ἔδιναν δέκα χρυσα φλωριά καί δέν τό πωλοῦσα. Ἀλλά τώρα, ἐάν μᾶς δώσουν ἀκόμη καί ἕνα θά τό δώσουμε. Μετά μέ τά χρήματα πού θά πάρουμε θά πᾶς ν᾿ἀγοράσης πρόσφορα, κρασί καί κεριά γιά τήν πανήγυρι τοῦ ἁγίου Νικολάου. Κατάλαβες; Ὅσα θά σοῦ δώσουν, θά τά πάρης. Νά μή τό φέρης πίσω, διότι δέν ξέρουμε τοῦ χρόνου θά ζοῦμε. Θέλω τοῦ ἁγίου Νικολάου νά κάνουμε κάτι, διότι πόσα θαύματα μᾶς ἔχει κάνει ὁ Ἅγιος Νικόλαος καί πόσο μᾶς ἐβοήθησε στήν ζωή μας!
Καί ἐπῆρε ὁ παπποῦς τό χαλί, τό ἐκρέμασε στήν μαγκούρα του καί ἐπῆγε στήν ἀγορά. Ἦταν ἐμποροπανήγυρις. Ἐπέρασε ἔξω ἀπό τήν ἐκκλησία τῆς ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου ἐκεῖ κοντά στεκόταν καί τό ἄγαλμα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί κατόπιν ἔφθασε στήν  ἀγορά. Ἐκεῖ ὁ ἕνας πωλοῦσε φασόλια, ὁ ἄλλος ἀλεύρι, ὁ ἄλλος βόδια, ὁ ἄλλος γουρούνια, ὁ ἄλλος ἄλογα, ὁ ἄλλος πρόβατα κλπ.
Ἦλθε ἕνας γέροντας μέ ἄσπρη γενειάδα, εὐλαβής σ᾿ αὐτόν πού εἶχε τό χαλί.
-Γιά πούλημα τό ἔχεις τό χαλί, κουμπάρε;
-Ναί, γιά πούλημα.
Καί πόσο κοστίζει;
-Ἡ γυναῖκα μου, μοῦ εἶπε, ὅτι, ὅταν ἦταν νέα, αὐτό τό χαλί ἐκόστιζε 10 χρυσά φλωριά, ἀλλά μοῦ εἶπε νά τό δώσω εὐθυνότερα, διότι ἔχουμε μεγάλη ἀνάγκη. Ἔρχεται ἡ γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου καί δέν ἔχουμε τίποτε.
-10 χρυσά φλωριά, εἶπες;
-Ναί.
Ὁ παπποῦς εἶδε τόν πελάτη του νά βγάζη γρήγορα 10 λίρες ἀπό τό κομπόδεμά του, τοῦ ἔδωσε τά χρήματα, ἐπῆρε τό χαλί καί ἔφυγε. Ὅταν εἶδε στά χέρια του 10 χρυσά φλωριά, εἶπε παραξενεμένος: «Τί μεγάλη πίστι, πού ἔχει ἡ γερόντισσά μου! Κύτταξε, Κύριε, 10 χρυσά φλωριά στά χέρια μου!

Ἀλλ᾿ αὐτός πού ἀγόρασε τό χαλί ἦταν ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Νικόλαος, ἀλλά ὁ παπποῦς δέν τόν ἐγνώρισε. Ὅταν ἀπομακρύνθηκαν ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον, ἔλεγαν στόν παπποῦ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τῆς ἀγορᾶς πού ἦταν σ᾿ ἐκεῖνο τό μονοπάτι:
-Ἔε, παπποῦ, φαντασίες βλέπεις; Γιατί πρό ὀλίγου μιλοῦσες μόνος σου;
Διότι αὐτοί τόν ἔβλεπαν καί τήν φωνή του ἄκουαν, ἀλλά δέν ἔβλεπαν καθόλου τόν ἅγιο Νικόλαο. Ὅμως ὁ παπποῦς δέν καταλάβαινε τί τόν ἐρωτοῦσαν καί ἔφυγε ἀπό τήν ἀγορά γιά νά πάη ν᾿ἀγοράση ὀψώνια. Ὁ ἅγιος Νικόλαος ἐπῆρε τό χαλί καί ἀμέσως τό ἐπῆγε στήν γιαγιά, στό σπίτι της. Ἐκτύπησε τήν πόρτα. Βγῆκε ἔξω ἡ γιαγιά καί εἶδε ἕνα γέροντα μέ τό χαλί στά χέρια του.
-Τί εἶναι αὐτό;
-Κουμπάρα, τῆς εἶπε ὁ Ἅγιος, ὁ ἄνδρας σου ἦταν  φίλος μου ἀπό τήν νεότητά του καί ἐπέρασα ἀπό τήν ἀγορά  καί τόν εἶδα μέ τό χαλί αὐτό τό χέρι του. Μοῦ εἶπε νά σοῦ τό φέρω, διότι αὐτός θά καθυστεστηρήση λίγο στήν ἀγορά.
Καί λέγοντας αὐτά, ὁ Ἅγιος ἔγινε ἄφαντος.  Ἡ γιαγιά ἐπῆρε τό χαλί. Βλέποντας τόν σεβάσμιο αὐτό Γέροντα μέ τό φωτεινό του πρόσωπο, ἀπό τόν φόβο καί τόν θαυμασμό της, δέν ἐτόλμησε νά τόν ἐρωτήση: «Ἐσύ ποιός εἶσαι;».
Ἄναψε τήν σόμπα, γιά τόν ἄνδρα της πού θά ἐρχόταν σέ λίγο ἀπό τήν ἀγορά καί περίμενε. Νομίζοντας ὅτι ἐξέχασε τήν συμβουλή της γιά τά ἀναγκαῖα γιά τήν γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἦταν στενοχωρημένη.
-Τί τοῦ εἶπα ἐγώ, κι αὐτός μοῦ γύρισε τό χαλί πίσω στό σπίτι; Τοῦ εἶπα νά τό πωλήση ἔστω καί μέ λιγώτερα.
Ἐπῆρε τό χαλί καί μπῆκε στό σπίτι της πολύ στενοχωρημένη. Ἐμουρμούριζε κατά τοῦ ἀνδρός της: «Τί ἀπρόκοπτο ἄνδρα ἔχω ἐγώ; Τί τοῦ εἶπα ἐγώ καί τί ἔκανε ἐκεῖνος;  Νά δώση τό χαλί ὅσο κι ὅσο γιά ν᾿ ἀγοράσουμε κάτι γιά τήν γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου. Ἰδού τί ἔκανε! Μοῦ ἐγύρισε πάλι πίσω τό χαλί!
Ἐγκρίνιαζε τώρα μόνη της ἡ γιαγιά. Δέν ἤθελε νά ἰδῆ τό χαλί καί πάλι στό σπίτι της. Εἶχε ἀνάψει ὁ ζῆλος της γιά τήν γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου. Τρέχουν οἱ ὧρες καί ἀκόμη δέν ἑτοίμασε πρόσφορο γιά τόν Ἅγιο. Οὔτε κεριά, θυμίαμα κλπ.
Ὁ παπποῦς μέ τά χρήματα πού ἐπῆρε ἀγόρασε δύο τσουβάλια διάφορα πράγματα: Ἀλεύρι, κεριά, θυμίαμα, λάδι, κρασί γιά τήν ἐκκλησία καί ὅ,τι ἄλλο ἤξερε ἀπαραίτητο γιά τήν πανήγυηρι τοῦ ἁγίου Νικολάου. Ἐπέστρεψε κατά τό βραδάκι στό σπίτι του, φορτωμένος τά ὀψώνια του.
Ἡ γιαγιά-γυναῖκα του δέν εἶδε τί εἶχε ἐπάνω στίς πλάτες του, ἀλλά ἄρχισε νά τόν γκρινιάζη:
-Ἔτσι, ἔε; Τί σοῦ εἶπα νά κάνης καί τί ἔκανες; Φῦγε ἀπό μένα σήμερα. Γιατί ἐλησμόνησες νά φροντίσης  γιά ὅσα σοῦ εἶπα γιά τήν γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου; Τί νά σοῦ εἰπῶ, βρέ παλιόγερε; Δέν σοῦ εἶπα νά δώσης τό χαλί ὅσο κι ὅσο; Γιατί μοῦ ἔστειλες τό χαλί καί πάλι στό σπίτι;
Ὁ παπποῦς-ἄνδρας της-δέν ἤξερε τί ἔλεγε ἡ γυναῖκα του.
-Γερόντισσα, γιά ποιό χαλί μοῦ λές; Τί εἶναι αὐτά πού λές; Δέν βλέπεις μέ πόσα πράγματα ἦλθα στό σπίτι μας;
-Καί τί ἔχεις ἐκεῖ στά σακκούλια σου;
-Ἀγόρασα, ὅσα μοῦ εἶπες, γιά τήν γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου.
-Καί γιατί ἔστειλες τό χαλί στό σπίτι μας;
-Δέν τό σοῦ τό ἔστειλα πίσω!  Ἦλθε καί τό ἀγόρασε ἕνας γέροντας. Ὅταν τοῦ εἶπα ὅτι στά νειᾶτα σου ἐκόστιζε 10 χρυσά φλωριά, ἐκεῖνος ἔβγαλε καί μοῦ τίς ἔδωσε. Καί δέν ἐδαπάνησα γιά τά ὀψώνιά μας οὔτε δύο λίρες. Τ᾿ ἄλλα χρήματα τά ἔχω. Νά, κύτταξέ τα:
-Καί τότε τό χαλί μας γιάτι ἦλθε στό σπίτι μας;
-Δέν ξέρω. Ποιός σοῦ τό ἔφερε;
-Μοῦ τό ἔφερε ἕνας φωτεινός στό πρόσωπο γέροντας καί μοῦ εἶπε ὅτι παλαιότερα ἦταν δικός σου φίλος καί ὅτι ἐσύ τόν παρεκάλεσες νά φέρη τό χαλί στό σπίτι μας.
-Καί πῶς ἦταν;
-Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος γέροντας στήν ἡλικία, μέ ἄσπρα γένεια, μέ ὁσιακή μορφή καί πολύ πρᾶος στό πρόσωπό του.
Τότε τό ἀντελήφθηκε ὁ παπποῦς, καί τῆς εἶπε τῆς κυρᾶς του:
-Ἀλλοίμονο σέ μένα, ἦταν ὁ ἅγιος Νικόλαος. Αὐτός μοῦ τό ἀγόρασε. Ἐγώ ἐπῆρα ἀπ᾿ αὐτόν τά χρήματα, ἀγόρασα τά ψώνια μας κι αὐτός ἦλθε ἀμέσως καί σοῦ ἔφερε τό χαλί στό σπίτι μας. Μέγα θαῦμα!
Καί ἄρχισε νά κλαίη ἡ γιαγιά ἀπό τήν χαρά της.
-Ὁ ἅγιος Νικόλαος ἔκανε τέτοιο ἔλεος σ᾿ ἐμᾶς.
Κι ἔφτιαξε ἡ γιαγιά κουλουράκια, πίττες καί ἄλλα φαγητά γιά τόν ἅγιο Νικόλαο καί τά ἐπῆγε ὅλα στήν ἐκκλησία. Καί ἔκαναν μία γιορτή τόσο λαμπρά, ὅσο ποτέ ἄλλοτε στήν ζωή τους. Τούς ἐπερίσευσαν καί οκτώ χρυσά νομίσματα.
Ἰδού πῶς βοηθοῦν οἱ Ἅγιοι αὐτούς πού τούς τιμοῦν!

 Μετάφρασις: Μοναχός Δαμασκηνός Γρηγοριάτης 2010

Ἀναβάσεις