Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

ΠΡΟΣ ΚΟΙΝΟ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΠΑΣΧΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ; ΠΡΩΤΟΠΡ. ΑΓΓΕΛΟΣ ΑΓΓΕΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


 
21.jpg

Μέ ἀφορμή συζήτηση μεταξύ «Πάπα» καί Πατριάρχη κατά τή συνάντησή τους στά Ἱεροσόλυμα
πρωτοπρεσβ. π. Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος
ἐφημ. Ἱ. Ν. Ἁγίας Παρασκευῆς Ν. Καλλιπόλεως Πειραιῶς
Ἐν Πειραιεῖ  2-6-2014
Αἴσθηση προκάλεσε ἡ δήλωση τοῦ «πάπα» Φραγκίσκου σχετικά μέ τό Πάσχα στούς δημοσιογράφους, πού τόν ρώτησαν στό ἀεροπλάνο κατά τήν ἐπιστροφή του στή Ρώμη ἀπό τούς Ἁγίους Τόπους γιά τήν σχέση του μέ τούς Ὀρθοδόξους. «Συζητήσαμε ὥστε νά γίνει κάτι καί γιά τό θέμα τοῦ Πάσχα. Εἶναι ἀστεῖο νά ρωτᾶς πές μου ὁ Χριστός σου πότε ἀνασταίνεται;  Ὁ δικός μου τήν ἑπόμενη ἑβδομάδα. Ὁ δικός μου ἀντιθέτως ἀναστήθηκε τήν προηγούμενη ἑβδομάδα. Μέ τόν Βαρθολομαῖο συζητᾶμε σάν ἀδέλφια, ἔχουμε μιά σχέση ἀγάπης, λέει ὁ ἕνας στόν ἄλλο τίς δυσκολίες, πού ἀντιμετωπίζει σέ θέματα διοίκησης»[1].
Ἄς πάρουμε,  ὅμως, τά πράγματα ἀπό τήν ἀρχή.
Ὁ κοινός ἄξονας Παπισμοῦ - ΠΣΕ - Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου
Τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ προωθεῖ τὸ Βατικανὸν ἀπὸ τὸ 1960. Τὸν στόχο του αὐτὸν ἐπισημοποίησε κατὰ τὴν Β´ Βατικανὴ ψευδοσύνοδο καὶ τὸν ἀποδέχθηκε Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κυρὸς Ἀθηναγόρας, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἔνθερμος ὑποστηρικτὴς τῆς ἰδέας αὐτῆς. Γιὰ πολλὰ ἔτη ὑπῆρχε ἄκρα τοῦ «τάφου σιωπὴ», διότι ὅλοι φοβοῦνταν τίς ἀντιδράσεις κυρίως, τῶν Ὀρθοδόξων. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔτη, ὅμως, συζητούσαν μυστικῶς οἱ κεφαλές τοῦ Παπισμοῦ καί τῶν Ὀρθοδόξων μὲ σκοπὸ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα. Ὅπως ἀποκαλύπτεται στή συνέχεια ἔχει συγκροτηθεῖ γιὰ τὸ θέμα κοινός ἄξονας μεταξὺ Παπισμοῦ, Παγκοσμίου Συμβουλίου «Ἐκκλησιῶν» (μᾶλλον Αἱρέσεων-ΠΣΕ) καὶ  Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου                      κ. Βαρθολομαίου. Ὁ ἄξονας αὐτὸς προέβλεπε, μετὰ τὸ 2001, νὰ ἑορτάζεται ἀπὸ κοινοῦ τὸ Πάσχα μεταξὺ Ὀρθοδόξων καὶ ἄλλων πλανεμένων Χριστιανῶν. Τὸν στόχο τὸν ἔθεσε τὸ Βατικανὸ καὶ τὸν προώθησε δυναμικῶς τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο.
Ἡ Πατριαρχική Ἐγκύκλιος τοῦ 1995
Τὸ τελευταῖο μὲ τὴν ὑπ᾽ ἀριθ. 150 πρωτ. 420/26.5.1995 ἐγκύκλιόν του[2], ἡ ὁποία ἀναφερόταν «εἰς τὸν καθορισμὸν κοινῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ ὑφ᾽ ἁπάντων τῶν χριστιανῶν τῆς Μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πάσχα», ἔθεσε ἐπὶ τάπητος μία σειρὰν προβλημάτων ἱστορικοῦ, κανονικοῦ καὶ δογματικοῦ χαρακτῆρος. «Ἡ ἀνακίνησις τοῦ ὅλου ζητήματος ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ  κατανοηθῆ πλήρως ὅτι ὁ ἀπὸ κοινοῦ παγχριστιανικὸς ἑορτασμὸς τοῦ ῾Αγίου Πάσχα δὲν ἀπετέλεσε ποτὲ ἐσωτερικὸ ποιμαντικὸ πρόβλημα τῆς ῾Αγιωτάτης ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ προέκυψε σαφῶς ἀπὸ τὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι ἐντεῦθεν τοῦ 1920· αὐτὴ βλέπει, ὅτι - μέσῳ σταθερῶν πρακτικῶν βημάτων - ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐξωτερικὴ (ὁμοσπονδιακὴ) ἑνότης τῶν διϊσταμένων Χριστιανῶν καὶ τοιουτοτρόπως προκαλεῖται στὸν κόσμο ἡ ψευδαίσθησις μιᾶς κοινῆς χριστιανικῆς μαρτυρίας, παρὰ τὶς ὑφιστάμενες ἀκόμη ἀγεφύρωτες δογματικὲς διαφορές»[3].
Δύο ἔτη μετὰ τὴν ἀνωτέρω ᾿Εγκύκλιο, ἕνα Δελτίο Τύπου τοῦ λεγομένου “Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν ᾿Εκκλησιῶν” (“Π.Σ.Ε.”) (24.3.1997), μὲ τίτλο “῾Η ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα : ἡ ἐπιστήμη προσφέρει λύσι σὲ ἕνα ἀρχαῖο θρησκευτικὸ πρόβλημα”, ὑπογραμμίζει τὴν ἡγετικὴ συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ αὐτοῦ ᾿Οργανισμοῦ τῆς Γενεύης, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερα τῶν Οἰκουμενιστικῶν ᾿Οργανισμῶν, στὴν προώθησι τοῦ ζητήματος.
῾Η ὀργάνωσι μιᾶς παγχριστιανικῆς συσκέψεως, ὅπως ἀναφέρει τὸ Δελτίο Τύπου, στὸ Χαλέπιο τῆς Συρίας (5–10.3.1997) ἀπὸ τὸ “Π.Σ.Ε.” καὶ τὸ “Συμβούλιο ᾿Εκκλησιῶν Μέσης ᾿Ανατολῆς” (“Σ.Ε.Μ.Α.”) μὲ ἀντικείμενο τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα ἀπὸ τοῦ 2001 καὶ ἑξῆς, μᾶς δίδει τὴν εὐκαιρία νὰ προβοῦμε σὲ μία σύντομη ἱστορικὴ ἀναφορὰ σὲ μερικὲς πτυχὲς τοῦ ζητήματος.
1. Εἶναι γνωστό ὅτι μὲ τὸν πλέον ἐπίσημο τρόπο τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα ἀπὸ ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς τέθηκε μὲ πρωτοβουλία τοῦ “Π.Σ.Ε.” καὶ τῆς Γραμματείας ἐπὶ τῆς ῾Ενότητος τῶν Χριστιανῶν τοῦ Βατικανοῦ, κατὰ τὸ ἔτος 1975 στὴν Ε´ Γενικὴ Συνέλευσι τοῦ “Π.Σ.Ε.” στὴν Ναϊρόμπι τῆς Κένυας (23.11-10.12.1975)[4].
2. Τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1994, ἐκπρόσωποι τῆς “Συνελεύσεως Εὐρωπαϊκῶν ᾿Εκκλησιῶν” (“Σ.Ε.Ε.”/ “Κ.Ε.Κ.”) (συμμετείχαν ὀρθόδοξοι καὶ προτεστάντες τῆς Εὐρώπης) καὶ τοῦ “Συμβουλίου Καθολικῶν ᾿Επισκοπικῶν Συνόδων Εὐρώπης” (“Σ.Κ.Ε.Σ.Ε.”/“C.C.E.E.”) συνῆλθαν στὸ Λεανυφάλου τῆς Οὑγγαρίας, γιὰ τὴν προετοιμασία καὶ ὀργάνωσι τῆς “Β´ Οἰκουμενικῆς Συναντήσεως ᾿Εκκλησιῶν Εὐρώπης” στὸ Γκρὰτς τῆς Αὐστρίας τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1997. ῾Η προπαρασκευαστικὴ Μικτὴ ᾿Επιτροπὴ ἀσχολήθηκε ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ μὲ τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα μετὰ τὸ ἔτος 2001 καὶ ἔθεσε τοῦτο ὡς θέμα συζητήσεως στὴν “Οἰκουμενικὴ Συνάντησι” τοῦ Γκράτς[5].
3. Μετὰ ἀπὸ πέντε μῆνες (14.9.1994), πραγματοποιήθηκε στὸ Φανάρι ἡ “Β´ Σύναξις τῆς ἐν ἐνεργείᾳ ῾Ιεραρχίας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου”. ῾Ο Ἀρχιεπίσκοπος Αὐστραλίας κ. Στυλιανὸς κατέκλεισε τὴν Εἰσήγησί του “Λειτουργικὰ προβλήματα ἐν τῇ Διασπορᾷ”, μὲ τὴν ἑξῆς χαρακτηριστικὴ ἀποστροφή : “Κατακλείοντες, θὰ ἔπρεπεν ἴσως ἐκ τοῦ ὅλου κύκλου τῶν ἐν τῇ Διασπορᾷ λειτουργικῶν προβλημάτων, νὰ ὑπενθυμίσωμεν ἐνταῦθα ἰδιαιτέρως τὸ συνεχῶς μετὰ ηὐξημένου ἐνδιαφέροντος ἐπανατιθέμενον αἴτημα τῶν ἀποδήμων διὰ κοινὸν ἑορτασμὸν τοῦ Πάσχα μετὰ τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν, ὅπερ διὰ τοῦτο καὶ ἀποβαίνει ἰδιαιτέρας ποιμαντικῆς ἀνάγκης ζήτημα. Τὸ κατ᾿ ἀρχὴν δικαιώτατον καὶ ἱερὸν τοῦτο αἴτημα, ἀπασχολεῖ ζωηρῶς τὸ πλῆθος καὶ τῶν ᾿Ορθοδόξων ἐν τῇ Διασπορᾷ πιστῶν, ὡς ἐκ τοῦ λόγου ὅτι, ζῶντες οὗτοι ὡς μειονότης ἐν μέσῳ πολυανθρώπων καὶ συμπαγῶν κοινωνιῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν, ἀπὸ κοινοῦ ἑορταζόντων τὸ Πάσχα, ὄχι μόνον αἰσθάνονται περιθωριοποιούμενοι ἤ καὶ πλήρως ἀποκεκομμένοι, ἀλλὰ καὶ ὑφίστανται ὀδυνηρὰς πολλάκις πρακτικὰς συνεπείας εἰς τὰς ἐπαγγελματικάς, κοινωνικὰς καὶ ἄλλας σχέσεις των ἐν γένει. Καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ ἐνταῦθα ἀπεριφράστως ὅτι εἶναι αὐτόχρημα τραγελαφικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι, τὴν μὲν Κυριακὴν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος - ἥτις εἶναι τὸ ἐπαναλαμβανόμενον ἀντίγραφον τῆς μοναδικῆς ἡμέρας τῆς ᾿Αναστάσεως - δεχόμεθα νὰ ἑορτάζωμεν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ πάντων τῶν ἑτεροδόξων, τῶν ἀλλοθρήσκων, ἀκόμη δὲ καὶ τῶν ἀθέων, αὐτὴν δὲ ταύτην τὴν ἡμέραν τῆς ᾿Αναστάσεως, ἥτις ἀποτελεῖ καὶ τὸ "πρωτότυπον", οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἀρνούμεθα νὰ ἑορτάσωμεν ἀπὸ κοινοῦ”[6]
4. Τὸν ἴδιο μῆνα (14-19.9.1994), συνῆλθε στὸ Βουκουρέστι τῆς Ρουμανίας ἡ ᾿Εκτελεστικὴ ᾿Επιτροπὴ τοῦ “Π.Σ.Ε.”, ἡ ὁποία ἀποφάσισε, μεταξὺ ἄλλων, ὅπως τὸ Τμῆμα “Πίστις καὶ Τάξις” καὶ ἡ Γραμματεία ἐπὶ τῆς Λατρείας καὶ τῆς Πνευματικότητος “μελετήσουν ἐκ νέου τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα”, μάλιστα δὲ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ “Π.Σ.Ε.” Δρ Κ. Ρέϊζερ πρότεινε ὅτι πρέπει νὰ σχεδιασθῆ μία σειρὰ “εὐκαιριῶν γιὰ κοινὴ μαρτυρία καὶ ἑορτασμό, ἐκκινώντας ἀπὸ τὴν ῾Εβδομάδα Προσευχῆς τὸν ᾿Ιανουάριο τοῦ 2000 καὶ διὰ τῆς Πεντηκοστῆς καὶ τῶν Χριστουγέννων νὰ φθάσωμε στὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα τὸ ἔτος 2001”[7]
5. Μετὰ ἀπὸ δύο μῆνες (15-20.11.1994) συνῆλθε στὴν Λεμεσὸ τῆς Κύπρου ἡ ΣΤ´ Γενικὴ Συνέλευσις τοῦ “Συμβουλίου ᾿Εκκλησιῶν Μέσης ᾿Ανατολῆς” (“Σ.Ε.Μ.Α.”) καὶ στὰ πλαίσια τῶν δραστηριοτήτων τοῦ Τμήματος “Πίστις καὶ ῾Ενότης” συζητήθηκε τὸ θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα, τελικῶς δὲ ἐγκρίθηκε σχετικὸ μήνυμα τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα ᾿Ιωάννου Παύλου Β´. ᾿Εκ μέρους τοῦ Βατικανοῦ, ὁ Καρδινάλιος ᾿Εδουάρδος Κάσσιντυ, Πρόεδρος τοῦ Ποντιφικίου Συμβουλίου γιὰ τὴν προώθησι τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος, “πρότεινε συνάντηση τῶν Προκαθημένων τῶν ᾿Εκκλησιῶν κατὰ τὸ ἔτος 2000 μὲ σκοπὸ τὴ λήψη ἀποφάσεως γιὰ κοινὴ ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα καὶ γιὰ ἐργασία γιὰ τὴ χριστιανικὴ ἑνότητα”. ᾿Επίσης, ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ “Π.Σ.Ε.” Δρ Κ. Ρέϊζερ ὡμίλησε σχετικῶς καὶ “ἐξέφρασε τὴν εὐχὴ τὸ ἔτος 2001” “νὰ γίνει αἰτία ἐξευρέσεως κοινῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου”[8].
Εἶναι προφανές ὅτι ἡ σχετικὴ ᾿Εγκύκλιος τοῦ  Φαναρίου (150/420/26.5.1995) δὲν ἔπεσε ὡς κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ, οὔτε ἔφερε στὸ φῶς ἕνα ἐνδο-ορθόδοξο ζήτημα, ἀλλὰ ἀποτελεῖ “ὁδηγία” τῶν διπλωματῶν Οἰκουμενιστῶν τῆς Γενεύης, τοῦ Βατικανοῦ καὶ τοῦ Φαναρίου, οἱ ὁποῖοι σύρουν τὴν ᾿Ορθοδοξία σὲ νέα σχίσματα καὶ τραγωδίες.
Ἀκολούθησαν τά παρακάτω  :
6. Κατά τήν τελέση τῆς πανευσήμου ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Ἀγάπης τοῦ Πάσχα 2011 στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καί ἡ περί αὐτόν Ἱερά Σύνοδος, ἀποδέχθηκαν ὅλως ἀντικανονικῶς τήν συμμετοχή μέ πλήρη ἐπίσημη λειτουργική ἀμφίεση κατεγνωσμένων αἱρετικῶν, δηλονότι ἑνός Παπικοῦ «ἱερέως» καί ἑνός Ἀρμενίου «διακόνου»[9].
7. Εἶναι γνωστή ἡ συμφωνία τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Γερμανίας κ. Αὐγουστίνου μέ τόν Παπικό «Ἐπίσκοπο» τῆς Γερμανίας γιὰ τὴν ἔναρξη συζητήσεων μὲ σκοπὸ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα τῶν Ὀρθοδόξων μέ τούς Παπικούς. Ἡ  Μικτή Ἐπιτροπή τῆς Διάσκεψης  Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν Ἐπισκόπων στή Γερμανία, στίς 13-3-2012 ἀνακοίνωσε τήν ὁλοκλήρωση τῆς συνάντησής τους στό Johann Adam Mohler Οἰκουμενικό Ἰνστιτοῦτο στό PaderbornΣέ κοινή ἀνακοίνωση, πού ἐκδόθηκε στό τέλος τῆς Διάσκεψης, καλοῦν γιά ἕνα κοινό ἑορτασμό τοῦ Πάσχα σάν μιά ἔνδειξη τῆς ἑνότητας τῶν Χριστιανῶν σέ ὅλο τόν κόσμο. Ἐπικεφαλῆς τῶν δύο ἀντιπροσωπειῶν ὑπῆρξαν ὁ Ὀρθόδοξος Σεβ. Μητροπολίτης Γερμανίας κ. Αὐγουστίνος καί ὁ Παπικός «ἐπίσκοπος» Γκέρχαρντ Λούντβιχ Μίλερ[10].
8. Στίς 4-11-2012 τά παπικά Μ.Μ.Ε., ἀνέφεραν : Ὡς χειρονομία ὑπέρ τῆς ἑνότητας καί τοῦ οἰκουμενισμοῦ, οἱ Παπικοί τῆς Ἱερουσαλήμ ἀπό τό 2013 θά ἑορτάζουν τό Πάσχα στούς Ἁγίους Τόπους μέ τούς Ὀρθοδόξους’ [11].
9.  Σχετικά μέ τό Πάσχα στή Σύρο, διαβάζουμε στήν ἐφημερίδα τό "ΒΗΜΑ" τῆς 25ης Ἀπριλίου 2013 : «Δέν ὑπάρχει σχίσμα στό συριανό Πάσχα. Μπορεῖ τό ἐφετινό Πάσχα τῶν καθολικῶν νά ἑορτάστηκε μέ κάθε λαμπρότητα στίς 31 Μαρτίου, στό νησί τῆς Σύρου ὅμως οἱ καθολικοί θά γιορτάσουν ξανά τήν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ μαζί μέ τούς ὀρθοδόξους. Ἡ Ἐρμούπολη εἶναι ἀπό τά λίγα σημεῖα στόν κόσμο ὅπου ὀρθόδοξοι καί καθολικοί γιορτάζουν μέ κατάνυξη τό Πάσχα, παραμερίζοντας τίς ὅποιες σχισματικές διαφορές τῶν δύο ἐκκλησιῶν»[12].
10. Κατά τήν τελέση τῆς πανευσήμου ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Ἀγάπης τοῦ Πάσχα 2014 στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὁ Παναγιώτατος Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καί οἱ περί αὐτόν, ἀποδέχθηκαν ὅλως ἀντικανονικῶς τήν συμμετοχή μέ πλήρη ἐπίσημη λειτουργική ἀμφίεση κατεγνωσμένων αἱρετικῶν, δηλονότι ἑνός Παπικοῦ «ἱερέως» καί ἑνός Προτεστάντου πάστορος, οἱ ὁποῖοι διάβασαν τό Εὐαγγέλιο καθένας στή γλώσσα τους καί ἔπειτα εἰσῆλθαν εἰς τό  Ἅγιον Βῆμα, διά τῆς Ὡραίας καί Βασιλικῆς Πύλης, συνοδεία κληρικοῦ τοῦ Πατριαρχείου[13].
Ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω προκύπτει ὅτι
1ον) οἱ πρωτοβουλίες τοῦ Βατικανοῦ, ὅπως εἶναι οἱ ἡμέρες οἰκουμενιστικῆς προσευχῆς ὑπὲρ διαφόρων ζητημάτων, ἀποβλέπουν μακροπροθέσμως στὴν ἄμβλυνση τοῦ Ὀρθοδόξου φρονήματος, μὲ τὴν συμμετοχὴ Ἀρχιερέων καὶ Θεολόγων στις οἰκουμενιστικές αὐτές προσευχές, μὲ τελικὸ σκοπὸ τὴν ὑλοποίηση τῶν στόχων τῆς Β´ Βατικανῆς ψευδοσυνόδου. Καὶ ἕνας ἐξ αὐτῶν τῶν στόχων εἶναι ὁ κοινὸς ἑορτασμὸς τοῦ Πάσχα. 
2ον) Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο φέρεται νά ὑλοποιεῖ τίς ἀποφάσεις τῆς Β´ Βατικανῆς ψευδοσυνόδου, ἀλλὰ καὶ τοῦ λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν ἢ μᾶλλον Αἱρέσεων. Σήμερα, διαπιστώνοντας τὴν παρακμὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν μὴ ἐνασχόλησή του μὲ ἐκκλησιαστικὰ καὶ πνευματικὰ θέματα, ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ τῶν προβλημάτων, που προέρχονται ἀπ΄ αὐτήν, πιστεύει ὅτι εἶναι ἡ κατάλληλη εὐκαιρία, γιὰ νὰ προωθοῦν τὰ σχέδια Βατικανοῦ-ΠΣΕ-Φαναρίου γιὰ τὸν κοινὸ ἑορτασμὸ τοῦ Πάσχα μετὰ τῶν πλανεμένων Χριστιανῶν. Ἡ συμφωνία ἢ καλλύτερα τὸ προσύμφωνο τοῦ Σεβ. Γερμανίας μέ τόν τοπικό Παπικό «Ἐπίσκοπο», ἀποκαλύπτει τὰ «κρυφὰ σχέδια» τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐν  μέσῳ βαθυτάτης οἰκονομικῆς, πολιτικῆς, κοινωνικῆς καὶ πολιτιστικῆς κρίσεως στὴν Ἑλλάδα[14].
Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης:                                                                                                                                
Σχισματικοί οἱ Λατῖνοι, ἐπειδή ἐκαινοτόμησαν τό πασχάλιο καί τό καλαντάριο
Ἄς δοῦμε, ὅμως, στό σημεῖο αὐτό, ποιά εἶναι ἡ θέση τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιά τούς Λατίνους ὅσον ἀφορᾶ τό Πάσχα, ὅπως μᾶς τήν παρουσιάζει ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης[15]. Σχολιάζοντας τόν ζ’ Ἀποστολικό Κανόνα,  ὁ ὁποῖος ὁρίζει  ὅτι «Εἴτις Ἐπίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος τήν ἁγίαν του Πάσχα ἡμέρα πρό της ἐαρινῆς ἰσημερίας μετά Ἰουδαίων ἐπιτελέσοι, καθαιρείσθω», ἀναφέρει ὅτι ὁ Ματθαίος Βλάσταρις λέει πώς ἡ Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος συνεκρότησε καί ἐξέδωσε ἐξαίρετο καί τό καλύτερο Κανόνιο περί της εὑρέσεως του Πάσχα, κατά τόν α΄ Κανόνα τῆς ἐν Ἀντιοχεία τοπικῆς Συνόδου. Ὁ ἑορτασμός τοῦ Ἁγίου Πάσχα ἀποτελεῖ ὅρο τῆς Α΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί ἑπομένως εἶναι ὅρος πίστεως καί δέν μεταβάλλεται αἰωνίως. Γι’ αὐτό καί ἡ τυχόν ἀλλαγή τοῦ πασχαλίου κανόνος (ὅρα Ἐκκλησία τῆς Φιλανδίας) ἐνέχει τόν κίνδυνο καί νέων σχισμάτων καί ἐμπίπτει εἰς τόν ἀναθεματισμόν ὑπό τῶν Ἁγίων καί Θεοφόρων Πατέρων. Στή συνέχεια ὁ Ὅσιος Νικόδημος ἀναφέρει ὅτι τέσσερεις εἶναι οἱ ἀναγκαῖες καί ἀπαραίτητες προϋποθέσεις γιά τόν ἑορτασμό τοῦ δικοῦ μας, τοῦ Ὀρθοδόξου Πάσχα. Πρῶτον, τό Πάσχα πρέπει νά γίνεται πάντοτε ὕστερα ἀπό τήν ἰσημερία τῆς ἀνοίξεως. Δεύτερον, τό Πάσχα δέν πρέπει νά γίνεται τήν ἴδια ἡμέρα μέ τό νομικό φάσκα των Ἰουδαίων (αὐτά τά δύο διορίζονται ἀπό τόν ζ΄ Ἀποστολικό Κανόνα). Τρίτον, τό Πάσχα νά μήν γίνεται ἁπλῶς καί ἀορίστως ὕστερα ἀπό τήν ἰσημερία, ἀλλά ὕστερα ἀπό τήν πρώτη πανσέληνο τοῦ Μαρτίου, πού θά τύχει μετά τήν ἰσημερία. Καί τέταρτον, τό Πάσχα νά γίνεται τήν πρώτη Κυριακή, πού θά τύχει ὕστερα ἀπό τήν πανσέληνο (αὐτά τά δύο τά ἔχουμε ἐκ παραδόσεως καί ὄχι ἀπό κανόνα). Γιά νά φυλάττονται καί οἱ τέσσερεις αὐτοί διορισμοί ἐξίσου σέ ὅλη τήν οἰκουμένη καί νά ἑορτάζουμε οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί τόν ἴδιο χρόνο καί τήν ἴδια ἡμέρα τό Ἅγιον Πάσχα καί νά μήν χρειαζόμαστε κάθε χρόνο ἀστρονόμους καί συνόδους, συνήρμοσαν οἱ θεόσοφοι Πατέρες τό κανόνιο περί τοῦ Πάσχα.
Στό σημεῖο αὐτό, σημειώνει ὁ Ὅσιος ὅτι, ἐξαιτίας τῆς ἀνωμαλίας τῆς κινήσεως τῆς σελήνης, δέν φυλάττεται πάντα ὁ τέταρτος διορισμός, ἀλλά κάποτε παραβαίνεται, ἐπειδή, κατά τόν Βλάσταρη, μετά ἀπό τριακόσια (300) ἔτη καί δύο (2) ἡμέρες μετά τήν πρώτη πανσέληνο, συμβαίνει νά γίνεται τό νομικό φάσκα τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Αὐτές οἱ δύο ἡμέρες, πού περισσεύουν ἀπό αὐτή τήν ἀνωμαλία, προστιθέμενες, ὑπερβαίνουν κάποτε τήν πρώτη Κυριακή, πού τυχαίνει ὕστερα ἀπό τήν πανσέληνο τοῦ Μαρτίου, κατά τήν ὁποία Κυριακή τότε ἑορτάζουμε τά Βάϊα καί κατά τήν ἐρχομένη κάνουμε Πάσχα. Ἀπό τήν λίγη αὐτή παράβαση, δέν ἀκολουθεῖ καμμία παρατροπή τῆς εὐσεβείας, οὔτε κάτι ἄτοπο ἤ ψυχικός κίνδυνος. Γι'αὐτό καί ὁ θεῖος Χρυσόστομος στόν λόγο του «εἰς τούς τά πρῶτα Πάσχα νηστεύοντας» λέει˙ «Χρόνων ἀκρίβειαν καί ἡμερῶν παρατήρησιν δέν ἠξεύρει ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία. Ἐπειδή ὅσαις φοραῖς τρώγει τόν ζωοποιόν ἄρτον τοῦτον καί τό ποτήριον τοῦτο πίνει, καταγγέλλει τόν θάνατον τοῦ Κυρίου καί Πάσχα ἐπιτελεῖ˙ ἀλλ'ἐπειδή εἰς τήν πρώτην σύνοδον ἐσυνάχθησαν οἱ Πατέρες καί ἐδιώρισαν πότε νά γίνεται τό Πάσχα, τιμῶσα ἡ Ἐκκλησία πανταχοῦ τήν συμφωνίαν καί ἕνωσιν, ἐδέχθη τόν διορισμόν, ὁποῦ ἐκεῖνοι ἔκαμαν»[16]. Ἔπρεπε, λοιπόν, κατά τόν ἱερό Χρυσόστομο, νά προτιμήσουν καί οἱ Λατίνοι τήν συμφωνία καί ἕνωση τῆς Ἐκκλησίας, περισσότερο ἀπό τήν παρατήρηση τῶν χρόνων (τῆς ἰσημερίας δηλαδή, πού κατέβηκε τώρα στίς 11 Μαρτίου, ἐνῶ τόν καιρό τῆς Α΄ Συνόδου ἦταν στίς 21 Μαρτίου) καί νά ἑορτάζουν τό Πάσχα μ'ἐμᾶς τούς Γραικούς καί ὄχι νά ἀτιμάζουν τούς τριακοσίους δέκα καί ὀκτώ ἐκείνους θεοφόρους καί πνευματοφόρους Πατέρες, πού τό νομοθέτησαν, κατά θεῖο φωτισμό, νομίζοντάς τους ὡς ἀνοήτους καί ὑβρίζοντας τήν κοινή μητέρα ὅλων μας Ἐκκλησία, διότι (λέει ἀκολούθως ὁ χρυσούς ρήτωρ) ἄν καί ἡ Ἐκκλησία ἔσφαλλε, βέβαια δέν θά κατορθωνόταν τόσο μεγάλο κακό ἀπό αὐτή τήν ἀκριβή φύλαξη τοῦ καιροῦ, ὅσο μεγάλο κακό θά προξενοῦνταν ἀπό αὐτή τήν διαίρεση καί τό σχίσμα ἀπό τήν Καθολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἐπειδή λέει˙ «δέν φροντίζει ὁ Θεός καί ἡ Ἐκκλησία διά τοιαύτην παρατήρησιν τῶν χρόνων καί ἡμερῶν, πάρεξ διά μοναχήν τήν ὁμόνοιαν καί εἰρήνην».
Κατά τα ἄλλα ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος σχεδιάζει συνάντηση μέ τόν ἀθετοῦντα τούς 318 ὁσίους καί θεοφόρους πατέρας αἱρεσιάρχη «Πάπα» Φραγκίσκο τό 2025 στήν Νίκαια, ὅπου συνεκλήθη ἡ Α' οἰκουμενική σύνοδος[17].  
Μᾶς παροτρύνει ὁ Ὅσιος Νικόδημος νά προσέξουμε πώς ὁ θεῖος Χρυσόστομος ὀνομάζει σχισματικούς τούς Λατίνους, ἐπειδή ἐκαινοτόμησαν τό πασχάλιό τους καί Καλαντάριο, ὄχι ἐπειδή αὐτό δέν εἶναι ὀρθό, κατά τήν ἰσημερία – διότι βλέπουμε ὅτι ἡ ἰσημερία ἀληθῶς ἔμεινε πίσω 11 ἡμέρες – ἀλλά γιατί χωρίσθηκαν γι'αὐτό ἀπό’μᾶς, τό ὁποῖο εἶναι ἔγκλημα ἀσυγχώρητο, κατά τόν ἴδιο ἅγιο. Γιατί, λέει στόν ἴδιο λόγο, ὅτι τό νά νηστεύσει κανείς καί τό νά κάνει Πάσχα σ'αὐτόν τόν καιρό ἤ σ'ἐκείνον, μετά τήν 21η Μαρτίου, ὑποθετικά, ὅπως κάνουμε ἐμεῖς οἱ Γραικοί, ἤ μετά τήν 11η  Μαρτίου, ὅπως κάνουν οἱ Λατίνοι, αὐτό δέν εἶναι ἔγκλημα. «Τό δέ νά σχίση τινάς τήν Ἐκκλησίαν καί νά ἀντιστέκηται φιλονείκως καί νά κάμνη διχοστασίας καί διαιρέσεις καί νά χωρίζη τόν ἑαυτό του πάντοτε ἀπό τήν κοινήν σύνοδον της Ἐκκλησίας, τοῦτο εἶναι ἁμάρτημα ἀσυγχώρητον καί κατηγορίας ἄξιον καί πολλήν ἔχει κόλασιν καί τιμωρίαν». Γιατί, ἅς γνωρίζουν οἱ Λατίνοι ὅτι καί οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι, πού ἔγιναν μετά τήν πρώτη, καί οἱ ὑπόλοιποι Πατέρες, ἔβλεπαν καί αὐτοί, ὡς σοφοί πού ἦταν, πώς κατέβηκε πολύ ἡ ἰσημερία˙ ἀλλ'ὅμως δέν θέλησαν νά τήν μεταθέσουν ἀπό τήν 21η Μαρτίου, πού τήν βρῆκε ἡ Α΄ Σύνοδος, προτιμώντας περισσότερο τήν συμφωνία καί ἕνωση τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἀκρίβεια τῆς ἰσημερίας, ἡ ὁποία δέν προξενεῖ, οὔτε στήν εὕρεση τοῦ δικοῦ μας Πάσχα καμμία σύγχυση, οὔτε βλάβη στήν εὐσέβεια, μάλιστα δέ προξενεῖ αὐτή ἡ ἀκρίβεια στούς Λατίνους δύο μεγάλες ἀτοπίες, τό νά ἑορτάζουν δηλαδή τό Πάσχα ἤ μαζί μέ τούς Ἰουδαίους, τό ὁποῖο εἶναι ἐναντίον στόν ζ΄ Ἀποστολικό Κανόνα, ἤ πρίν τούς Ἰουδαίους.
Θαύματα πού ἀποδεικνύουν ὅτι ὁ Ἅγιος Τριαδικός Θεός εὐαρεστεῖται εὐαρεστεῖται στήν τάξη τοῦ Ὀρθοδόξου καί ὄχι τοῦ Λατινικοῦ πασχαλίου - καλανταρίου
Τό ὅτι ὁ Θεός περισσότερο εὐαρεστεῖται στήν τάξη τοῦ πασχαλίου καί ἁπλῶς εἰπεῖν τοῦ καλανταρίου τοῦ δικοῦ μας, τοῦ Ὀρθοδόξου, παρά στήν ἀκρίβεια τοῦ πασχαλίου καί καλανταρίου τῶν Λατίνων, γίνεται φανερό ἀπό τά θαύματα, πού ἔδειξε καί δείχνει ἕως τώρα γι'αὐτό. Διότι, α) στά μέρη τῆς Ἡλιουπόλεως τῆς Αἰγύπτου, ὅπου εἶναι οἱ δύο μεγάλες Πυραμίδες, ἐνεργεῖ ὁ Θεός κάθε χρόνο αὐτό τό παράδοξο˙ δηλαδή κατά τό ἑσπέρας τῆς Μεγάλης Πέμπτης τῆς δικῆς μας (ὄχι τῶν Λατίνων), ξερνᾶ ἡ γῆ λείψανα καί κόκκαλα παλαιά ἀνθρώπινα, ἀπό τά ὁποία γεμίζει ἕνας εὐρύχωρος κάμπος, τά ὁποία στέκονται ἕως τήν Πέμπτη τῆς Ἀναλήψεως, καί τότε κρύβονται καί παντελῶς δέν φαίνονται, μέχρι νά ἔλθει πάλι ἡ Μεγάλη Πέμπτη. Αὐτό δέν εἶναι κανένας μύθος, ἀλλά ἀληθινό καί βέβαιο, μαρτυρημένο ἀπό παλαιούς καί νέους ἱστορικούς, μάλιστα δέ ἀπό τόν Γεώργιο Κορέσσιο τόν Χίο καί ἀπό τόν ἀοίδιμο πατριάρχη Ἱεροσολύμων Νεκτάριο[18], ὁ ὁποῖος τό διηγεῖται στόν ἀραβικό χρονογράφο, πού ἔγραψε, καί φαίνεται, ἀπ'ὅσα λέει παρακάτω, ὅτι τό εἶδε μέ τά μάτια του˙ (τά ἀνθρώπινα αὐτά κόκκαλα προμηνύουν τήν μέλλουσα ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ὅπως τά εἶδε καί ὁ προφήτης Ἱεζεκιήλ). β) Ἐπίσης, ὁ ρηθείς Κορέσσιος γράφει ὅτι ὁ Πασχασίνος ἔγραφε πρός τόν Λέοντα ὅτι, ὅταν ἑόρταζαν κάποτε τό Πάσχα οἱ μέν ἀνατολικοί τήν 22α Ἀπριλίου, οἱ δέ δυτικοί τήν 25η Μαρτίου, μιά βρύση, ἡ ὁποία προηγουμένως ἦταν ξηρά, γέμισε ἀπό νερό τήν 22α Ἀπριλίου, δηλαδή στό δικό μας Πάσχα καί ὄχι τῶν Λατίνων. γ) Τέλος, ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων[19] στό ιβ΄ βιβλίο του περί τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις πατριαρχευσάντων, διηγεῖται ὅτι, εὑρισκόμενος κάποτε ὁ Ἱεροσολύμων Παΐσιος στό Βελλιγράδι, ἀκολούθησε ἕνα θαῦμα, βεβαιωτικό μέν τοῦ δικοῦ μας καλανταρίου, ἀναιρετικό δέ τοῦ τῶν Λατίνων˙ δηλαδή ἡ ζύμη, πού ζυμώθηκε ἀπό κάποια Λατίνα κατά τήν ἡμέρα τοῦ προφήτου Ἠλιού, μεταβλήθηκε σέ πέτρα σκληρή, κίσσηρα[20].
Συνοδικός ἀναθεματισμός τοῦ Λατινικοῦ καλανταρίου ἀπό τή Σύνοδο τῆς Κων/λεως τοῦ 1593
Ὁ αὐτός Δοσίθεος ἀναφέρει ὅτι τόν Φεβρουάριο τοῦ 1593 συνεκλήθη Σύνοδος στήν Κων/λη στόν ναό τῆς Παμμακαρίστου, στήν ὁποία συμμετεῖχαν ὁ Κων/λεως Ἱερεμίας, ὁ Ἀλεξανδρείας Μελέτιος, ὁ ὁποῖος ἐπεῖχε καί τόν τόπο τοῦ Ἀντιοχείας Ἰωακείμ καί ὁ Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος, ἡ ὁποία καθόρισε νά γίνεται τό Πάσχα, ὅπως τό διόρισε ἡ Α΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος, καί ἀναθεμάτισε τό νέο καλαντάριο, πού ἐπινοήθηκε ἀπό τούς Λατίνους[21].
Διαφορά πίστεως στόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση
Πέραν τῶν ἀνωτέρω δέν μπορεῖ ἐκ τῶν πραγμάτων νά ὑπάρξει κοινό Πάσχα Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν, διότι αὐτοί δέν πιστεύουν στό Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση, ὅπως διδάσκει ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ὑπάρχει μέγα χάσμα μεταξύ Παπισμοῦ καί Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας σχετικά μέ τό Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση. Ὡς γνωστόν, οἱ αἱρετικοί Παπικοί ὑπερτονίζουν τή Σταύρωση καί ὑποτονίζουν τήν Ἀνάσταση. Κέντρο τους εἶναι ὁ Σταυρός καί ὄχι ἡ Ἀνάσταση. Τό γεγονός αὐτό, βεβαίως, ἔρχεται ὡς φυσικός ἀπότοκος καί ἀπόρροια τῆς κακόδοξης διδασκαλίας τους περί ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης, ἀλλά καί τῆς ἀπογυμνώσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν Θεότητα, μέ ἀποτέλεσμα τόν οὐμανισμό, ἀνθρωπισμό. Γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅμως, κέντρο παραμένει, ὄχι ὁ Ἐσταυρωμένος, ἀλλά ὁ Ἀναστημένος Θεάνθρωπος, χωρίς βεβαίως νά παραγνωρίζεται καί νά παραγκωνίζεται ἡ σημασία τῆς Σταυρικῆς Θυσίας. Χαρακτηριστικό γνώρισμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ὁ σταυροαναστάσιμος χαρακτήρας, ἡ χαρμολύπη. Στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὅπου ἀσκούμασθε σταυρικά, λαμβάνουμε τήν πείρα τῆς Ἀναστάσεως. Ὅλα στήν Ἐκκλησία μας εἶναι ἀναστάσιμα, γιατί ὅλα εἶναι σταυρικά. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως. Χωρίς Σταυρό δέν ὑπάρχει Ἀνάσταση. Ἀλλά οὔτε καί Σταυρός ὑπάρχει, πού νά μήν ἀκολουθεῖται ἀπό τήν Ἀνάσταση. Γι’αὐτό οἱ Ὀρθόδοξοι ἑορτάζουμε καί τή Μ. Παρασκευή ἀναστάσιμα, ἐνῶ οἱ Δυτικοί καί τό Πάσχα σταυρώσιμο[22].
Ἐπίλογος
Ἐν κατακλεῖδι, μετά τά ἀνωτέρω, πιστεύουμε ὅτι ἀπαιτεῖται ἄμεσα ἀντίδραση, γιά νά ματαιωθοῦν τά σχέδια τοῦ Βατικανοῦ, τοῦ ΠΣΕ καί τοῦ Φαναρίου. Κοινός ἑορτασμός τοῦ Πάσχα δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει, ἐάν τό Βατικανό δέν ἀποκηρύξει τίς πλάνες του καί τίς αἱρέσεις του καί ἐάν ὁ Πάπας δέν ἀποκηρύξει τίς θέσεις του ὅτι εἶναι τοποτηρητής τοῦ Χριστοῦ στή γῆ, ἀλάθητος καί ἄρα ἡμίθεος κ.λπ. Ἐάν τό Βατικανό καί ὁ Παπισμός του δέν ἀποκηρύξει ὅλες τίς αἱρέσεις του, θά εἶναι σάν οἱ Ὀρθόδοξοι νά τίς νομιμοποιοῦν καί νά ἀποδέχονται τήν αἵρεση στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ κοινός ἑορτασμός τοῦ Πάσχα προϋποθέτει καί Συλλείτουργο μεταξύ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου καί Πάπα. Αὐτό σημαίνει ὅτι σέ μία τέτοια περίπτωση θά ἔχουμε καί κοινό ποτήριο, ἄνευ τῆς ἀποκηρύξεως ὑπό τοῦ παπισμοῦ τῶν αἱρέσεων, τῶν κακοδοξιῶν του καί τῆς διαστρεβλώσεως τοῦ Εὐαγγελίου καί τῶν διδαχῶν τῶν Ἀποστόλων, δηλ. ψευδοένωση μέ ἀπρόβλεπτες συνέπειες γιά την ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γιά τίς ὁποῖες μοναδικοί ὑπαίτιοι καί ὑπεύθυνοι θά εἶναι πρωτίστως ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος καί οἱ συνοδοιποροῦντες αὐτῶ.

[1] Ἐφημερίδα La Stampa 27-5-2014,  http://www.amen.gr/article18180

[2] «Συνεορτασμόν τοῦ Πάσχα μέ τούς ἑτεροδόξους ἀνακινεῖ τό Πατριαρχεῖον», Ὀρθόδοξος Τύπος (9-2-1996)

[3] Περιοδικὸ «Ὀρθόδοξος Ἐνημέρωσις», ἀρ. 23 (Ἰανουάριος - Μάρτιος 1977) σσ. 83-84.

[4] ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Θ. ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ, ῾Ιστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἔκδ. β´, σσ. 213-14, 223-24, 365-66, Θεσσαλονίκη 1984.

[5] ἐφημ.. “Καθολική”, ἀριθ. 2744/ 21.6. 1994, σ. 1.

[6] Περιοδ. “᾿Εκκλησία”, ἀριθ. 2/1.2. 1995, σ. 76 καὶ περιοδ. “᾿Επίσκεψις”, ἀριθ. 509/30.9.1994, σσ. 3–12.

[7] Περιοδ. “᾿Ενημέρωσις”,  Ι-1994/9, σ. 6 καὶ περιοδ. “MECC News – Report”, Νο 11-12/November – December 1994, p. 4.

[8] Περιοδ. “᾿Απόστολος Βαρνάβας” Κύπρου, Μάρτιος 1995, σσ. 120 –130,  περιοδ. “᾿Ενημέρωσις”, Ι– 1994/11–12, σσ. 3–4,  ἐφημερ. “Καθολική”,
  ἀριθ. 2765/17.1.1995, σ. 1,  περιοδ. “Πάνταινος” ᾿Αλεξανδρείας, ᾿Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1994, σελ. 29, περιοδ. “MECC News - Report”, Νο 11-
  12/November – December 1994, p. 9,  περιοδ. “Ecumenical News International” - Bulletin, Νο 6/21.11.1994, p. 15-17.

[9] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, «Συμμετοχή κατεγνωσμένων αἱρετικῶν στή θεία Λατρεία», Θεοδρομία ΙΓ΄ 2 (Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2011)
  250-252.





[14] Γ. ΖΕΡΒΟΣ, «Νέαι ἀποκαλύψεις διά τόν κοινόν ἑορτασμόν τοῦ Πάσχα μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Παπικῶν», Ὀρθόδοξος Τύπος (9-11-2012) http://entoytwnika.blogspot.com/2012/11/blog-post_9.html#ixzz2QWv9E2qq 


[15] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Ἐπιστολή πρός τήν Α.Θ.Π., τόν Ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως καί Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαῖον, 27-6-2013

[16] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Λόγος εἰς τούς τά πρώτα Πάσχα νηστεύοντας.


[18] ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Ἀραβικός χρονογράφος, σ. 266.

[19] ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Δωδεκάβιβλος˙ περί τῶν ἐν Ιεροσολύμοις πατριαρχευσάντων, βιβλίο 12ο, κεφ. 2ο, § β ΄, ἐκδ. Β. Ρηγόπουλος, Θεσ/κη 1983,  σσ. 105-106.

[20] ἈΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ἈΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, σσ. 8-9.

[21]ΔΟΣΙΘΕΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, ἔνθ' ἀνωτ, σσ. 231-232. 


[22] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Ἐπιστολή πρός τήν Α.Θ.Π., τόν Ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως καί Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικόν Πατριάρχην κ.κ. Βαρθολομαῖον, 27-6-2013 καί ΑΡΧΙΜ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΨΑΝΗΣ, Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ καί ἡ σημασία του στή ζωή μας, ἐκδ. Ἱ. Μ. Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1993, σσ. 46-47.