Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

19 Μαΐου – Η Γενοκτονία Των Ελλήνων Του Πόντου – Αφιέρωμα-VIDEO

 


 
Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου αναφέρεται σε σφαγές και εκτοπισμούς εναντίον Ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή του Πόντου που πραγματοποιήθηκαν από το κίνημα των Νεότουρκων κατά την περίοδο 1914-1923. Εκτιμάται ότι στοίχισε τη ζωή περίπου 213.000-368.000 Ελλήνων. Οι επιζώντες κατέφυγαν στον Άνω Πόντο (στην ΕΣΣΔ) και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, στην Ελλάδα. 
 
Τα γεγονότα αυτά αναγνωρίζονται επισήμως ως γενοκτονία από το Ελληνικό Κράτος και την Αυστραλία αλλά και από διεθνείς οργανισμούς όπως η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών. Θεωρείται μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες. Η γενοκτονία ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με συστηματικότητα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ο ξεριζωμός, η εξάντληση στις κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα και η δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο. Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών βρίθουν μαρτυριών για το ειδεχθές έγκλημα, που διαπράχθηκε εναντίον του Ελληνικού λαού. Η Γενοκτονία των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε παράλληλα με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

 Κατόπιν εισήγησης του τότε Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε τη γενοκτονία το 1994, και ψήφισε την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο». Διεθνής αναγνώριση Πριν από τον όρο “Γενοκτονία” υπήρχε ο όρος “Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας”. Πρόβλημα στη δίκη των γενοκτόνων μπορεί να υπάρξει με το νομικό όρο “nullum crimen nulla poena sine lege”, δηλαδή δίχως προϊσχύοντα νόμο δεν υπάρχει έγκλημα ούτε ποινή. Ο όρος της Γενοκτονίας δεν υπήρχε την εποχή εκείνη, έτσι η τιμωρία και καταδίκη εκείνων τίθεται υπό ερωτηματικό. Το ποινικό Δίκαιο, για να εξασφαλίσει τη δίκαιη μεταχείριση των κατηγορουμένων δεν μπορεί να δράσει αναδρομικά. Από την άλλη άποψη όμως σε όλα τα νομικά πλαίσια υπήρχε η τιμωρία της δολοφονίας. Στις 24 Φεβρουαρίου 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαϊου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο», ημέρα που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. Επίσης, στο 1998 η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη «της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος». Στο Δεκέμβριο 2007 η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars ή IAGS) αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων, μαζί με την γενοκτονία των Ασσυρίων, και εξέδωσε το εξής ψήφισμα: «ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η άρνηση μιας γενοκτονίας αναγνωρίζεται παγκοίνως ως το έσχατο στάδιο γενοκτονίας, που εξασφαλίζει την ατιμωρησία για τους δράστες της γενοκτονίας, και ευαπόδεικτα προετοιμάζει το έδαφος για τις μελλοντικές γενοκτονίες, ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η Οθωμανική γενοκτονία εναντίον των μειονοτικών πληθυσμών κατά τη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρουσιάζεται συνήθως ως γενοκτονία εναντίον μόνο των Αρμενίων, με λίγη αναγνώριση των ποιοτικά παρόμοιων γενοκτονιών, εναντίον άλλων χριστιανικών μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι είναι πεποίθηση της Διεθνούς Ένωσης των Μελετητών Γενοκτονιών, ότι η Οθωμανική εκστρατεία εναντίον των χριστιανικών μειονοτήτων της αυτοκρατορίας, μεταξύ των έτων 1914 και 1923, συνιστούν γενοκτονία εναντίον των Αρμενίων, Ασσυρίων, Ποντίων και των Έλλήνων της Ανατολίας. ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ η Ένωση να ζητήσει από την κυβέρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει τις γενοκτονίες εναντίον αυτών των πληθυσμών, να ζητήσει επίσημα συγγνώμη, και να λάβει τα κατάλληλα και σημαντικά μέτρα προς την αποκατάσταση (μη επανάληψη).» Οι τουρκικές κυβερνήσεις αρνούνται πως υπήρξε γενοκτονία και τοποθετούν επισήμως το θάνατο των Ελλήνων στα πλαίσια των ευρύτερων απωλειών του πολέμου, του λιμού ή άλλων κοινωνικών αναταράξεων. Ο καθηγητής Ιστορίας Νέου Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Μακεδονίας, Κωνσταντίνος Φωτιάδης, συγγραφέας του έργου «Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου», μίλησε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του realfm 97.8. «Η Βουλή των Ελλήνων, το 1994 όταν αναγνώρισε την γενοκτονία του Ποντιακού ελληνισμού και καθιέρωσε την 19η Μαΐου ως μέρα μνήμης της γενοκτονίας, είχε αναθέσει τότε σε μένα -και τον Μιχάλη Χαραλαμπίδη να έχει την εποπτεία- τη συγκέντρωση όλων των ντοκουμέντων που στοιχειοθετούν το έγκλημα της γενοκτονίας», τόνισε ο κ. Φωτιάδης και πρόσθεσε: «Μετά από οκτώ χρόνια έρευνας -χωρίς να έχω προσωπική ζωή- σε όλα τα αρχεία της Ευρώπης, συγκέντρωσα όλο αυτό το υλικό και μάλιστα, ενώ η Βουλή είχε αναλάβει όλα τα έξοδα, εγώ τότε είπα αυτό θα ναι το δικό μας χρέος -των Ποντίων- το δικό μας μνημόσυνο για τους νεκρούς μας. Εμείς ζητάμε μόνο από τη Βουλή -αφού είχε ορίσει μια εξαμελή επιστημονική επιτροπή, η οποία θα ελέγξει όλο το έργο- να εκδώσει τα ντοκουμέντα αυτά. Η εξαμελής επιτροπή μίλησε με τα πιο κολακευτικά λόγια για το έργο. Ωστόσο, όμως, ήταν τα χρόνια που πιέστηκαν και δεν ήθελαν να το εκδώσουν». Ακούστε την συνέντευξη του κ. Φωτιάδη… Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου από τους Τούρκους. Επιμέλεια βίντεο:  Στέφανος Παραστατίδης Ἔρνεστ Χέμινγουεϊ: «Στὴν προκυμαία τῆς Σμύρνης» Ἡ Μικρασιατικὴ Καταστροφὴ ὅπως τὴν ἔζησε καὶ τὴν κατέγραψε ὁ μεγάλος Νομπελίστας. Ἀφιερωμένο στοὺς «ρεπούσιους» ἐφιάλτες καὶ σ΄ αὐτοὺς ποὺ τοὺς φιλοξενοῦν στα κόμματά τους. «Τὸ χειρότερο, εἶπε, ἦταν οἱ γυναῖκες μὲ τὰ νεκρὰ παιδιά. Δὲ μπορούσαμε νὰ τὶς πείσουμε νὰ μᾶς δώσουν τὰ πεθαμένα παιδιά τους. Εἶχαν τὰ παιδιά τους, νεκρὰ ἀκόμα καὶ ἔξι μέρες, ἀλλὰ δὲν τὰ ἐγκατέλειπαν. Δὲ μπορούσαμε νὰ κάνουμε τίποτα. Τελικὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς τὰ πάρουμε μὲ τὴ βία.» (Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων του μὲ τὸ γενικὸ τίτλο «Στὴν προκυμαία τῆς Σμύρνης»). Μὲ τὰ παραπάνω λόγια κάποιος ἥρωας τοῦ Χεμινγουέι, ἀξιωματοῦχος πολεμικοῦ πλοίου τῶν ΗΠΑ ἀγκυροβολημένου στὴ Σμύρνη, περιγράφει τὴ μεγάλη καταστροφή. Τὸ ἀπόσπασμα εἶναι ἀπὸ τὸ πρῶτο λογοτεχνικὸ κείμενο ποὺ ἐξέδωσε ὁ ἀμερικανὸς συγγραφέας τὸ 1925, μόλις 26 χρονῶν τότε, καὶ μὲ τὸ ὁποῖο ἄρχισε νὰ ἀποκτᾶ παγκόσμια φήμη. Πρόκειται γιὰ τὴ συλλογὴ διηγημάτων του «Στὴν ἐποχὴ μᾶς» (In Our Times), ὅπου τὸ πρῶτο του διήγημα, οὐσιαστικὰ ὁ πρόλογος τοῦ βιβλίου, ἔχει τὸν τίτλο… «Στὴν προκυμαία τῆς Σμύρνης». Ὅσο κι ἂν μιλᾶμε γιὰ διήγημα, ὁ συγγραφέας δὲν γράφει ἀπὸ ἁπλὴ φαντασία. Μόλις πρὶν τρία χρόνια ὡς πολεμικὸς ἀνταποκριτὴς τῆς καναδικῆς ἐφημερίδας “Toronto Star” ὁ Χεμινγουέι εἶχε βρεθεῖ ὡς αὐτόπτης μάρτυς στὸν τόπο τῆς καταστροφῆς καὶ τὴν εἶχε περιγράψει σὲ μία σειρὰ ἄρθρων του, ποὺ ἐκδόθηκαν τὸ 1985 σὲ βιβλίο μετον τίτλο: «Dateline: Toronto”. Ὡς ἀνταποκριτὴς αὐτῆς τῆς ἐφημερίδας εἶχε ταξιδέψει ἀπὸ τὸ Παρίσι στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ σὲ ἄλλα μέρη τῆς Τουρκίας στέλνοντας κατὰ τὴν πορεία τοῦ τὰ ἄρθρα του στὴν καναδικὴ ἐφημερίδα. Στὴν ἔκδοση τῆς 20ής Ὀκτωβρίου 1922 γράφει: «Ὁ ἄντρας σκεπάζει μὲ μία κουβέρτα τὴν ἑτοιμόγεννη γυναίκα τοῦ πάνω στὸν ἀραμπὰ γιὰ τὴν προφυλάξει ἀπὸ τὴ βροχή. Ἐκείνη εἶναι τὸ μόνο πρόσωπο ποὺ βγάζει κάποιους ἤχους [ἀπὸ τοὺς πόνους τῆς γέννας]. Ἡ μικρὴ κόρη τοὺς τὴν κοιτάζει μὲ τρόμο καὶ βάζει τὰ κλάματα. Καὶ ἡ πομπὴ προχωρᾶ… Δὲν ξέρω πόσο χρόνο θὰ πάρει αὐτὸ τὸ γράμμα νὰ φτάσει στὸ Τορόντο, ἀλλὰ ὅταν ἐσεῖς οἱ ἀναγνῶστες τῆς Στὰρ τὸ διαβάσετε νὰ εἶστε σίγουροι ὅτι ἡ ἴδια τρομακτική, βάναυση πορεία ἑνὸς λαοῦ ποὺ ξεριζώθηκε ἀπὸ τὸν τόπο του θὰ συνεχίζει νὰ τρεκλίζει στὸν ἀτέλειωτο λασπωμένο δρόμο πρὸς τὴ Μακεδονία». Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν εἶναι γραμμένα ἀπὸ κάποιον ποὺ πρώτη φορὰ ἀντικρίζει τὴ φρίκη τοῦ πολέμου. Ὁ νεαρὸς Χεμινγουέι εἶχε ζητήσει νὰ καταταγεῖ ὡς ἐθελοντὴς στὸν Πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ἀλλὰ δὲν ἔγινε δεκτὸς λόγω τῆς κακῆς ὅρασής του. Αὐτὸ δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ γίνει ἐθελοντὴς νοσοκόμος, νὰ τραυματιστεῖ σοβαρὰ δύο φορὲς στὴν Αὐστρία καὶ τελικὰ νὰ ἀποσυρθεῖ ἀφοῦ τιμήθηκε μὲ τὸ βραβεῖο ἀνδρείας. Κι αὐτὰ πρὶν νὰ βρεθεῖ στὴν Τουρκία ὡς πολεμικὸς ἀνταποκριτὴς τῆς Toronto Star, μόλις 23 χρονῶν. Μέσα ἀπὸ τὸ λογοτεχνικό του ταλέντο, ποὺ φανερώθηκε μέσα στὰ ἑπόμενα χρόνια, ὁ συγγραφέας δίνει συγκλονιστικὲς περιγραφὲς μίας περιόδου ποὺ ἔχει σημαδέψει τὴν ψυχὴ τοῦ Νεοέλληνα, μ’ ὅλο ποὺ κοντεύει νὰ περάσει σχεδὸν ἕνας αἰώνας ἀπὸ τότε. Σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ κείμενα αὐτά, στὸ ὁποῖο ἀναφερθήκαμε ἤδη, «Στὴν προκυμαία τῆς Σμύρνης», ποὺ θεωρεῖται ἀριστούργημα γραφῆς καὶ διδάσκεται, καθὼς εἴδαμε στὸ Ἰντερνέτ, στοὺς φοιτητὲς ἀγγλικῆς φιλολογίας σὲ πολλὰ πανεπιστήμια, γράφει: «Εἴχαμε ρητὲς ἐντολὲς νὰ μὴν ἐπέμβουμε, νὰ μὴ βοηθήσουμε… Τὸ πλοῖο μᾶς εἶχε τόση δύναμη ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ βομβαρδίσουμε ὅλη τὴ Σμύρνη καὶ νὰ σταματήσουμε τὸ μακελειό, ἀλλὰ ἡ ἐντολὴ ἦταν νὰ μὴν κάνουμε τίποτα… Τὸ παράξενο ἦταν, εἶπε [ὁ ὑποτιθέμενος ἀξιωματοῦχος τοῦ ἀμερικάνικου πολεμικοῦ ποὺ διηγεῖται τὴν ἱστορία], πῶς οὐρλίαζαν κάθε νύχτα τὰ μεσάνυχτα. Δὲν ξέρω γιατί οὐρλίαζαν αὐτὴ τὴν ὥρα. Ἤμασταν στὸ λιμάνι κι αὐτὲς στὴν προκυμαία καὶ τὰ μεσάνυχτα ἄρχιζαν νὰ οὐρλιάζουν. Στρέφαμε πάνω τους τοὺς προβολεῖς καὶ κι αὐτὲς τότε σταματοῦσαν. …». Ὁ Χεμινγουέι ὡς πολεμικὸς ἀνταποκριτὴς εἶναι πιὸ σαφής. Ξέρει ὅτι 1.250.000 Ἕλληνες διώχτηκαν ἀπὸ τὰ σπίτια τους μὲ τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν: «Ὅ,τι καὶ νὰ πεῖ κανεὶς γιὰ τὸ πρόβλημα τῶν προσφύγων στὴν Ἑλλάδα δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ὑπερβολή. Ἕνα φτωχὸ κράτος μὲ μόλις 4 ἑκατομμύρια πληθυσμὸ πρέπει νὰ φροντίσει γιὰ ἄλλο ἕνα τρίτο τῶν κατοίκων. Καὶ τὰ σπίτια ποὺ ἄφησαν οἱ Μουσουλμάνοι ποὺ ἔφυγαν δὲν ἐπαρκοῦν σὲ τίποτα, χώρια ἡ διαφορὰ στὸ ἐπίπεδο κουλτούρας ποὺ εἶχαν συνηθίσει οἱ Ἕλληνες στὴν Κωνσταντινούπολη». Σὲ μία ἄλλη ἀνταπόκρισή του στὴ «Στὰρ» γράφει: «Βρίσκομαι σὲ ἕνα ἄνετο τρένο, ἀλλὰ μὲ τὴ φρίκη τῆς ἐκκένωσης τῆς Θράκης ὅλα μου φαίνονται ἀπίστευτα. Ἔστειλα τηλεγράφημα στὴ «Στὰρ» ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη. Δὲν χρειάζεται νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Ἡ ἐκκένωση συνεχίζεται…. Ψιχάλιζε. Στὴν ἄκρη τοῦ λασπόδρομου ἔβλεπα τὴν ἀτέλειωτη πορεία τῆς ἀνθρωποθάλασσας νὰ κινεῖται ἀργὰ στὴν Ἀδριανούπολη καὶ μετὰ νὰ χωρίζεται σ’ αὐτοὺς ποὺ πήγαιναν στὴ Δυτικὴ Θράκη καὶ τὴ Μακεδονία. .. Δὲ μποροῦσα νὰ βγάλω ἀπὸ τὸ νοῦ μου τοὺς ἄμοιρους ἀνθρώπους ποὺ βρίσκονταν στὴν πομπὴ γιατί εἶχα δεῖ τρομερὰ πράγματα σὲ μία μόνο μέρα. Ἡ ξενοδόχισσα προσπάθησε νὰ μὲ παρηγορήσει μὲ μία τρομερὴ τούρκικη παροιμία: «Δὲ φταίει μόνο τὸ τσεκούρι, φταίει καὶ τὸ δέντρο». (Toronto Star, 14 Νοέμβρη 1922) «Ἡ ὑποχώρηση τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἦταν μία θλιβερὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ δὲ χρειάζεται νὰ κατηγοροῦμε γι’ αὐτὸ τὸν ἁπλὸ Ἕλληνα φαντάρο. Ἀκόμα καὶ ὅταν γινόταν ἐκκενώσεις περιοχῶν οἱ Ἕλληνες δροῦσαν ὡς πραγματικοὶ στρατιῶτες. Ὁ Κεμὰλ θὰ εἶχε μεγάλο πρόβλημα ἂν ἦταν νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσει στὴ Θράκη. Ὁ λοχαγὸς Wittal τοῦ Ἰνδικοῦ Ἱππικοῦ, ποὺ βρισκόταν στὴν Ἀνατολία ὡς παρατηρητὴς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου τῶν Ἑλλήνων μὲ τὸν Κεμάλ, μοῦ εἶπε: «Οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες ἦταν μαχητὲς πρώτης κατηγορίας. Οἱ ἀξιωματικοί τους ἦταν ἄριστοι…. Θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν καταλάβει τὴν Ἄγκυρα καὶ νὰ τελειώσουν τὸν πόλεμο ἂν δὲν εἶχαν προδοθεῖ». Κατὰ τὸν Χεμινγουέι ἡ προδοσία αὐτὴ πήγασε καὶ ἀπὸ τοὺς συμμάχους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Κωνσταντῖνο ποὺ ἀντικατέστησε τοὺς ἔμπειρους –ἀλλὰ βενιζελικοὺς- ἀξιωματικούς, μὲ δικούς του «ποὺ ποτὲ δὲν εἶχαν ἀκούσει τὸν κρότο τῆς μάχης». Καὶ τελειώνει μὲ μία πρόταση ποὺ δὲν θὰ τὴν ἔγραφε ποτὲ ἕνας ἁπλὸς δημοσιογράφος, ἂν δὲν εἶχε μέσα τοῦ τὸ ταλέντο τοῦ μεγάλου νομπελίστα συγγραφέα: «Ὅλη μέρα περνοῦν δίπλα μου, λεροί, ἐξαντλημένοι, ἀξύριστοι, ἀνεμοδαρμένοι στρατιῶτες ποὺ βαδίζουν στὴ γκρίζα γυμνὴ ὕπαιθρο τῆς Θράκης. Χωρὶς μπάντες, χωρὶς [ἀνθρωπιστικὲς] ὀργανώσεις νὰ τοὺς ἀνακουφίσουν, χωρὶς τόπο νὰ ξαποστάσουν, παρὰ γεμάτοι ψεῖρες, μὲ βρώμικες κουβέρτες καὶ κουνούπια ὅλη τὴ νύχτα. Εἶναι οἱ τελευταῖοι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἦταν κάποτε ἡ δόξα τῆς Ἑλλάδας. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ τέλος τῆς δεύτερης πολιορκίας τῆς Τροίας» (Toronto Star, 3 Νοεμβρίου 1922). Μπορεῖ ὁ συγγραφέας νὰ ἦταν σκληραγωγημένος καὶ ἀπὸ τὴ φύση τοῦ (πλὴν τῶν ἄλλων ἦταν καὶ μποξὲρ) ἢ ἀπὸ τὴ ζωή του ὡς πολεμικὸς ἀνταποκριτής, ἀλλὰ δὲ μπορεῖ ἂν μὴ συγκινηθεῖ μὲ τόσο πόνο. Χρόνια ἀργότερα, ἀφοῦ εἶχε καλύψει δημοσιογραφικὰ καὶ τονεμφύλιο πόλεμο στὴν Ἱσπανία, μιλώντας μέσα ἀπὸ τὸ στόμα ἑνὸς ἥρωά του γράφει: «Δὲ θέλω νὰ κοιμηθῶ γιατί ἔχω τὴ προαίσθηση ὅτι ἂν κλείσω τὰ μάτια μου στὸ σκοτάδι καὶ ἀφεθῶ στὸν ἑαυτό μου, ἡ ψυχή μου θὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα». Σὲ ἕνα ἀπὸ τελευταία του ἄρθρα ἀπὸ τὴν Τουρκία στὴν Τορόντο Στὰρ γράφει: «Ποιὸς θὰ θρέψει τόσο πληθυσμό; Κανένας δὲν τὸ ξέρει καὶ μέσα στὰ ἑπόμενα χρόνια ὁ χριστιανικὸς κόσμος θὰ ἀκούει μία σπαρακτικὴ κραυγὴ ποὺ ἐλπίζω νὰ φτάσει καὶ ὡς τὸν Καναδά: «Μὴν ξεχνᾶτε τοὺς Ἕλληνες!». 
Χρῆστος Μαγγούτας Chris@Mangoutas.com Τορόντο Καναδὰ
 
                                                                       
Πηγή: 
www.MadatoForos.com