«Άνοιξε μάνα μας γλυκειά, την άφθαρτη καρδιά σου
κι αγκάλιασέ τα τα φτωχά, τα μαύρα τα παιδιά σου»
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Τούτη
την εποχή, που μας «εκύκλωσαν αι του βίου ζάλαι» και μας περικύκλωσαν
οι σάπιοι και οι υπέρμαχοι του αφελληνισμού, καταφύγιο και παρηγορία
είναι η εθνική μας ιστορία. Ξεφεύγεις από τις αναθυμιάσεις, τα πνιγηρά
«κατορθώματα» των ποικιλώνυμων γραικύλων.
Έχω
το συνήθειο, όταν εντοπίζω κάτι ωραίο και διδακτικό, να το δίνω στους
μαθητές μου. «Κλέβω» τα κείμενα των σπουδαίων Ελλήνων-«επαινετήν
κλεψίαν» θα έλεγε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης- και τα παραδίδω στα
«διψασμένα και πεινασμένα» για την αλήθεια, παιδιά μας. Παρένθεση:
Αν
είχαμε υπουργείο εθνικής, ελληνικής και όχι νεοταξικής παιδείας, θα
φροντίζαμε «να πλουμίσουμε» την δημοτική εκπαίδευση με δύο Ανθολόγια.
Το
πρώτο θα το τιτλοφορούσαμε «Ετυμολογικό Ανθολόγιο». Θα περιείχε λέξεις
συχνόχρηστες της νεοελληνικής και την γενέθλιο ιστορία τους. Γιατί να
μην γνωρίζουν οι μαθητές μας την ετυμολογική συγγένεια του νερού και του
νεαρού; ότι συνδέονται ο ήλιος (άλιος) με το γιαλό και τη θάλασσα, το
αλάτι, τη σαλάτα και το σαλάμι; Γιατί να μην μαθαίνουν ότι νόστος και
νόστιμος σμιλεύτηκαν για πρώτη φορά στις «αμμουδιές του Ομήρου»; Γιατί
ονομάστηκαν σκίουρος ή ρινόκερως αυτά τα ζώα ή καλύτερα κτήνη, αφού
έχουμε κτηνίατρο; Με πόση ευλάβεια, μ’ ανοιχτό κυριολεκτικά στόμα,
παρακολουθούν τα παιδιά την γοητευτικότατη αυτή περιήγηση στον προγονικό
λόγο!!









