Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

ΚΑΣΑΠΙΔΗΣ: ΔΕΝ ΨΗΦΙΣΑ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΟΥ ΤΟ ΕΠΕΤΡΕΨΕ Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΜΟΥ

15 Διάβασα ένα πολύ ενδιαφέρον σχόλιο στό «Πρώτο Θέμα» καί σας τό μεταφέρω αυτούσιο: 
«Είμαι απολύτως βέβαιος ότι ελάχιστοι γνωρίζατε τόν Γεώργιο Κασαπίδη βουλευτή Κοζάνης τής Νέας Δημοκρατίας, πρίν από τήν ψηφοφορία γιά τά μέτρα τά οποία καί καταψήφισε καί διεγράφη.

Ο άνθρωπος στενοχωρήθηκε πολύ καί όπως μου είπε φίλος βουλευτής ο οποίος τόν συνάντησε μετά τά γεγονότα στό καφενείο τής Βουλής, μόνο πού δέν έκλαιγε. Όπως ήταν φυσικό τόν πλησίασαν κάποιοι συνάδελφοί του (όχι από ενδιαφέρον φαντάζομαι αλλά, ξέρετε, γιά τό κουτσομπολιό) καί τόν ρώτησαν γιατί πήρε τήν απόφαση νά καταψηφίσει.

Η απάντηση τού κ. Κασαπίδη από τήν Κοζάνη ήταν αποστομωτική: «Γιατί δεν  μου επέτρεψε ο πνευματικός μου νά ψηφίσω τά μέτρα!!!»
Οι βουλευτές δέν πολύ παραξενεύτηκαν, είναι η αλήθεια, γιατί γνωρίζουν ότι ο κ. Κασαπίδης από τήν Κοζάνη είναι πολύ πιστός χριστιανός.

Νηστεία των Χριστουγέννων: Πότε, γιατί και πώς;

H νηστεία των Χριστουγέννων
1. Δεύτερη μακρά περίοδος νηστείας μετά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η νηστεία των Χριστουγέννων, γνωστή στη γλώσσα του ορθοδόξου λαού μας και ως σαραντα(η)μερο. Περιλαμβάνει και αυτή σαράντα ημέρες, όμως δεν έχει την αυστηρότητα της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Αρχίζει την 15η Νοεμβρίου και λήγει την 24η Δεκεμβρίου.
2. Η εορτή της κατα σάρκα γεννήσεως του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί τη δεύτερη μεγάλη Δεσποτική εορτή του χριστιανικού εορτολογίου. Μέχρι τα μέσα του
Δ' αιώνα η Εκκλησία της Ανατολής συνεόρταζε τη γέννηση και τη βάπτιση του Χριστού υπό το όνομα τα Επιφάνεια την ίδια ήμερα, στις 6 Ιανουαρίου. Τα Χριστούγεννα ως ξεχωριστή εορτή, εορταζομένη στις 25 Δεκεμβρίου εισήχθη στην Ανατολή από τη Δύση περί τα τέλη του Δ' αιώνα.

Ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος, που πρώτος ομιλεί για την εορτή των Χριστουγέννων, την ονομάζει «μητρόπολιν πασών των εορτών» και μας πληροφορεί περί το 386 ότι «ούπω δέκατον έστιν έτος, εξ ου δήλη και γνώριμος ημίν αύτη η ημέρα (της εορτής) γεγένηται».
Με τη διαίρεση της άλλοτε ενιαίας εορτής και την καθιέρωση των τριών ξεχωριστών εορτών, της Γεννήσεως την 25η Δεκεμβρίου, της Περιτομής την 1η και της Βαπτίσεως την 6η Ιανουαρίου, διαμορφώθηκε και το λεγόμενο Δωδεκαήμερον, δηλαδή το εόρτιο χρονικό διάστημα από τις 25 Δεκεμβρίου ως τις 6 Ιανουαρίου. Έτσι διασώθηκε κατά κάποιο τρόπο η αρχαία ενότητα των δύο μεγάλων εορτών της Γεννήσεως και της Βαπτίσεως του Κυρίου.

3. Ή μεγάλη σημασία που απέκτησε με την πάροδο του χρόνου στη συνείδηση της Εκκλησίας η νέα εορτή των Χριστουγέννων και η ευλάβεια των πιστών και ιδιαίτερα των μοναχών, απετέλεσαν τις προϋποθέσεις για την καθιέρωση και της προ των Χριστουγέννων νηστείας. Σ' αυτό ασφαλώς επέδρασε και η διαμορφωμένη ήδη τεσσαρακονθήμερη νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής που προηγείτο του Πάσχα.
Όπως η εορτή έτσι και η νηστεία, ως προετοιμασία για την υποδοχή των γενεθλίων του Σωτήρος, εμφανίστηκε αρχικά στη Δύση, όπου η νηστεία αυτή ονομαζόταν Τεσσαρακοστή τον άγιου Μαρτίνου επειδή άρχιζε από την εορτή του άγιου τούτου της Δυτικής Εκκλησίας. Το ίδιο επανελήφθη και σ' εμάς, όπου πολλοί τη νηστεία των Χριστουγέννων ονομάζουν του άγιου Φιλίππου επειδή προφανώς αρχίζει την επομένη της μνήμης του Αποστόλου. Οι πρώτες ιστορικές μαρτυρίες, που έχουμε για τη νηστεία προ των Χριστουγέννων, ανάγονται για τη Δύση στον Ε' και για την Ανατολή στον ΣΤ' αιώνα. 'Από τούς ανατολικούς συγγραφείς σ' αυτήν αναφέρονται ό Αναστάσιος Σιναιτης, ό πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικηφόρος ο Ομολογητής, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, καθώς επίσης και ο πατριάρχης Αντιοχείας Θεόδωρος Βάλσαμων.

4. Ή νηστεία στην αρχή, καθώς φαίνεται, ήταν μικρής διάρκειας. Ό Θεόδωρος Βαλσαμων, που γράφει περί τον ΙΒ' αιώνα —και κατά συνέπεια μας πληροφορεί για τα όσα ίσχυαν στην εποχή του —, σαφώς την ονομάζει «επταήμερον». Όμως υπό την επίδραση της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής επεξετάθη και αυτή σε σαράντα ήμερες, χωρίς εν τούτοις να προσλάβει την αυστηρότητα της πρώτης.

Πως θα πρέπει να την νηστεύουμε; Καθ' όλη τη διάρκεια του σαρανταημέρου δεν καταλύουμε κρέας, γαλακτερά και αυγά. Αντίθετα, επιτρέπεται να καταλύουμε ψάρι όλες τις ήμερες — πλην, φυσικά, της Τετάρτης και της Παρασκευής— από την αρχή μέχρι και την 17η Δεκεμβρίου. Ψάρι καταλύουμε επίσης και κατά την εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, οποιαδήποτε ημέρα κι αν πέσει.
'Από την 18η μέχρι και την 24η Δεκεμβρίου, παραμονή της εορτής, επιτρέπεται η κατάλυση οίνου και ελαίου μόνο — εκτός, βέβαια, των ημερών Τετάρτης και Παρασκευής που θα παρεμβληθούν και κατά τις οποίες τηρούμε ανέλαιη νηστεία. Επίσης με ξηροφαγία θα πρέπει να νηστεύουμε την πρώτη ήμερα της νηστείας, 15η Νοεμβρίου, καθώς και την παραμονή της εορτής, έκτος βέβαια κι αν πέσουν Σάββατο η Κυριακή.

ΝΗΣΤΕΙΑ: ΑΠΟΧΗ ΑΠΟ ΠΑΣΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ
«Επίσης οφείλουμε να μην τηρούμε μόνο την τάξη της νηστείας που αφορά τις τροφές, αλλά να απέχουμε και από κάθε αμαρτία, έτσι ώστε, όπως νηστεύουμε ως προς την κοιλιά, να νηστεύουμε και ως προς τη γλώσσα, αποφεύγοντας την καταλαλιά, το ψέμα, την αργολογία, τη λοιδορία, την οργή και γενικά κάθε αμαρτία που διαπράττουμε μέσω της γλώσσας.
Επίσης χρειάζεται να νηστεύουμε ως προς τα μάτια. Να μη βλέπουμε μάταια πράγματα. Να μην αποκτούμε παρρησία διά μέσου των ματιών. Να μην περιεργαζόμαστε κάποιον με αναίδεια. Ακόμη θα πρέπει να εμποδίζουμε τα χέρια και τα πόδια από κάθε πονηρό πράγμα.
Με αυτό τον τρόπο νηστεύοντας μια νηστεία ευπρόσδεκτη στον Θεό, αποφεύγοντας κάθε είδους κακία που ενεργείται διά μέσου της καθεμιάς από τις αισθήσεις μας, θα πλησιάζουμε, όπως είπαμε, την άγια ήμερα της αναστάσεως αναγεννημένοι, καθαροί και άξιοι της μεταλήψεως των άγιων μυστηρίων».
ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ

Από το "Η νηστείαι της Εκκλησίας", Αρχιμ. Συμεών Κούτσα Εκδ. Αποστολική Διακονία, σελ. 88-92
http://orthodox-answers.blogspot.com/2008/11/blog-post_12.html
Πηγή εἰκόνας: Ἱ. Ἡσ. Ἀνάστασις Χριστοῦ-Ἐμμαούς, Ἅγ. Βασίλειος Λαγκαδᾶ.

Η τελευταία λέξη που θα ακουστεί στη Γη θα είναι.


                                                          Εκπληκτικό κείμενο από τον Γάλλο λογοτέχνη Ζαν Ρισπέν Ζαν.
«Δεν γίνεται να σβήσει η Ελλάδα, ο Έλληνας, η προσφορά του πάνω σε αυτόν τον πλανήτη.»
1. Γκρεμίστε όλη την Ελλάδα σε βάθος 100 μέτρων.
2. Αδειάστε όλα τα μουσεία σας, από όλον τον κόσμο.
3. Γκρεμίστε κάθε τι Ελληνικό από όλο τον πλανήτη.
Έπειτα σβήστε την Ελληνική γλώσσα από παντού.
1. Από την ιατρική σας, την. . φαρμακευτική σας.
2. Από τα μαθηματικά σας (γεωμετρία, άλγεβρα)
3. Από την φυσική σας, χημεία
4. Από την αστρονομική σας
5. Από την πολιτική σας
6. Από την καθημερινότητα σας.
Διαγράψτε τα μαθηματικά, διαγράψτε κάθε σχήμα, κάντε το τρίγωνο-οκτάγωνο, την ευθεία-καμπύλη, σβήστε την γεωμετρία από τα κτίρια σας, τους δρόμους σας, τα παιχνίδια σας, τα αμάξια σας, σβήστε την ονομασία κάθε ασθένειας και κάθε φαρμάκου, διαγράψτε την δημοκρατία και την πολιτική, διαγράψτε την βαρύτητα και φέρτε το πάνω κάτω, αλλάξτε τους δορυφόρους σας να έχουν τετράγωνη τροχιά, αλλάξτε όλα τα βιβλία σας (γιατί παντού θα υπάρχει και έστω μια ελληνική λέξη), σβήστε από την καθημερινότητα σας κάθε ελληνική λέξη, αλλάξτε τα ευαγγέλια, αλλάξτε το όνομα του Χριστού που και αυτό βγαίνει από τα Ελληνικά και σημαίνει αυτός που έχει το χρίσμα, αλλάξτε και το σχήμα κάθε ναού (να μην έχει την ελληνική γεωμετρία), σβήστε τον Μέγα Αλέξανδρο, σβήστε όλους τους Μυθικούς και Ιστορικούς ήρωες, αλλάξτε την παιδεία σας, αλλάξτε το όνομα της ιστορίας, αλλάξτε τα ονόματα στα πανεπιστήμια σας, αλλάξτε τον τρόπο γραφής σας, χρησιμοποιήστε τον αραβικό, διαγράψτε την φιλοσοφία, διαγράψτε, διαγράψτε, διαγράψτε.
Θα πείτε «δεν γίνεται».
Σωστά, δεν γίνεται γιατί μετά δεν θα μπορείτε να στεριώσετε ούτε μία πρόταση! Δεν γίνεται να σβήσει η Ελλάδα, ο Έλληνας, η προσφορά του πάνω σε αυτόν τον πλανήτη.
Η πρόκληση πάντως ισχύει

Νηστεία και ασθένειες (π. Βασίλειος Βολουδάκης)

 (από το βιβλίο : ΝΗΣΤΕΙΟΔΡΟΜΙΟΝ του π. Βασιλείου Βολουδάκη , εκδόσεις ΥΠΑΚΟΗ)
Η νηστεία είναι για όλους τους ανθρώπους.

Για όλες τις ηλικίες.


Για τα παιδιά, τους νέους, τους άνδρες, τις γυναίκες, τους γέροντες.


Η νηστεία ανακουφίζει τους εργαζόμενους και τους οδοιπόρους


Αυτό σαλπίζει το Άγιο Πνεύμα με το στό­μα του Μ. Βασιλείου:


«Γυναιξί δε ώσπερ ιό άναπνεϊν, ούτω και ιό νηστεύειν οικείον εστί  και κατά φύσιν.
Οι παίδες, ώσπερ ιών φυτών τα ευθαλή τω της νηστείας ύδατι καταρδευέσθωσαν.
Τοις πρεσβύτεροις κούφον ποιεί τον πόνον ή εκ παλαιού προς αυτήν οικείωσηις,  πόνοι γαρ εκ μακράς συνήθειας μελετηθέντες, αλυπότερον προσπίπτουσι τοις γεγυμνασμένοις.
Τοις οδοιπόροις ευσταλής εστί συνέμπορος η νηστεία. Ώσπερ γαρ η τρυφή αχθοφορεϊν αυτούς αναγκάζει, τας απολαύσεις περικομίζοντας, ούιω κούφους ( = άνάλαφρους) και ευζώνους (=ευκίνητους) η νηστεία 
παρασκευάζει. (Περί Νηστείας, Λόγος Β.')


Νηστεία και ασθένειες
(σελ.32-40)
Ο  ΞΘ' Κανών των Άγιων Αποστόλων ορίζει ότι πρέπει να νηστεύει οπωσδήποτε κάθε πιστός, κλη­ρικός ή λαϊκός,«εκτός ει μη δι' ασθένειαν σωματικήν εμποδίζοιτο». Αυτή,λοι­πόν,τη διάταξη βρίσκουν πολλοί χριστι­ανοί ως πρόφαση για ν`αποφύγουν τη νηστεία,προβάλλοντες στον Πνευματι­κό τους την α' ή την β ' ασθένεια τους.
 
Ας ιδούμε, όμως, πώς ακριβώς ερ­μηνεύει η Εκκλησία μας τη φράση (που ή ίδια διετύπωσε) «εκτός ει μη δι' ασθένειαν σωματικών εμποδίζοιτο»,ώστε να κα­θορίσουμε και μεις εν προκειμένω τη γραμμή πλεύσεως μας.
 
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης σημειώνει: «Επειδή ίση είναι ή νηστεία της Τεσσαρακοστής με την νηστείαν της Τετάρτης και της Παρασκευής, ίση ακο­λούθως είναι και ηή λύσις των δύο τούτων νηστειών κοντά εις τους ασθενείς. Όθεν καθώς ο Τιμόθεος εις τον η' και ι' αυτού Κανόνα, συγχωρεί την μεν γυναίκα όπου γεννήσει μέσα εις την Τεσσαρακοστήν να πιει οίνον, και να φάγει τροφήν αρκετήν, ό­σον νά  μπορεί  να βαστάσει, τον δε ξηραθέντα από υπερβολικήν ασθένειαν συγχω­ρεί να φάγει λάδι εν τη Τεσσαρακοστή "τό γάρ μεταλαμβάνειν ελαίου τον άπαξ έκτακέντα, φησί, δίκαιον εστί", τοιουτοτρόπως πρέπει νά συγχωρείται να μεταλαμβάνει μόνον έλαιον, και να πίνει οίνον εν τη Τετράδι και τη Παρασκευρή όποιος κατεξηράνει από μεγάλην ασθένειαν . Δι ο, και ο Θείος Ιε­ρώνυμος λέγει, "τη Τετάρτη και Παρασκευή ου χρή λυθήναι νηστείαν χωρίς μεγάλης α­νάγκης". Το αυτό λέγει και ό Ιερός Αυγου­στίνος. Όμως επειδή και οι φιλόσαρκοι θέλοντες νά καταλύωσι την Τεσσαρακοστήν και τάς Τετράδας και Παρασκευάς ή προφασίζονται πώς είναι ασθενείς, χωρίς να είναι, ή και όντες ασθενείς, λέγουσιν, ότι δεν εί­ναι αρκετόν μόνον το έλαιον και ο οίνος να υποστήριξη την αδυναμίαν τους, δια ταύτας τας προφασιολογίας είναι χρεία να ερωτά­ται ιατρός τις έμπειρος, ομού και θεοφοβού­μενος, ποίον φαγητόν είναι αρκετόν εις  υποστηριγμόν της ασθενείας, και ούτω κατά τον διορισμόν του ιατρού, να απολύει ο Αρ­χιερέας ή ο Πνευματικός τον ασθενή εις το να λύει  την νηστεία ν και να μη εμπιστεύηται εις μόνα τα προφασιστικά λόγια των ασθε­νών, και μάλιστα, όταν οι τοιούτοι ασθενείς τύχωσι να είναι εκ τον λεγομένων ευγενών( = άριστοκρατών και ευπόρων)»*.
*(Πηδάλιον, Ερμηνεία ΞΘ΄Κανόνος των Αγίων Αποστόλων)
 
Και πράγματι! Ιδιαίτερα στις μέ­ρες μας έχουν πληθύνει οί άνθρωποι που ζητούν να απαλλαγούν από τη νηστεία προφασιζόμενοι κάποια ασθένεια. Ενι­σχύονται μάλιστα από μερικούς Πνευ­ματικούς, oι οποίοι, λόγω πνευματικής απειρίας, υποκύπτουν εύκολα στις μωρουδίστικες ενστάσεις των πιστών και για το παραμικρό τους επιτρέπουν να μη νηστεύουν.
Ρεκόρ στην κατηγορία αύτη κατέ­χουν oι γυναίκες, πού πάσχουν από
κο­λίτιδα σε ποσοστά επιδημίας, καθ' ότι η πάθηση αυτή είναι σαφώς ψυχολογική και έχει, ως επί τό πλείστον, υστερική αιτιολογία. Oι πάσχουσες «εν ενί στόματι» ζητούν απαλλαγή από τα νηστήσιμα φαγητά, διότι, κατά τα λεγόμενα τους, έ­χουν διαπιστώσει πώς αυτά τα φαγητά τους προκαλούν ερεθισμό τού εντέρου.
 
Όμως, τα πράγματα δεν είναι έτσι, ούτε το πρόβλημα τους λύνεται με πασχα­λινά φαγητά. Πρωτίστως τους χρειάζε­ται ψυχική ηρεμία και ησυχία. Να αφή­σουν τις ευθύνες για τους συζύγους τους και να μη παριστάνουν τους Άτλαντες. Να μετριάζουν τις πολλές παθολογικές θλίψεις τους με την πίστη των αγίων γυ­ναικών, οι όποιες απέκτησαν ανδρικό φρόνημα. Ως προς τις σωματικές επιπτώ­σεις της κακής ψυχολογικής καταστά­σεως στη χλωρίδα του εντέρου,αυτές αντιμετωπίζονται με την αποφυγή ορισμέ­νων χορταρικών, που προκαλούν ερεθισ­μό, χωρίς να υπάρχει η παραμικρή ανά­γκη καταλύσεως της νηστείας.
Αντίθετα από τη δική μας τακτική, του να εφευρίσκουμε τρόπους αποφυγής της νηστείας, ενεργούν oι άνθρωποι του Θεού. Ο αείμνηστος π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, μετά από βαρύτατη πάθηση του στομάχου του επείσθη από διαπρε­πείς και ευλαβείς ιατρούς ότι δεν έπρε­πε να νηστεύει πλέον το λάδι. Και τι έ­κανε; Μέσα σε ολόκληρη κατσαρόλα φα­γητού έβαζε μόνο μία κουταλιά της σού­πας λάδι! Όταν, λοιπόν, κάποτε τον επεσκέφθη ό μακαριστός Καθηγούμενος τής Ί. Μ. Λογγοβάρδας Πάρου Αρχιμ. Φιλόθεος Ζερβάκος και είδε τι είδους... καχάλυση (!) ελαίου έκανε ό π. Επιφάνι­ος, του είπε: —«π. Επιφάνιε, μέ τέτοια πο­σότητα ελαίου πού χρησιμοποιείς στο φαγητό σου μπορείς να το κατάλυσης και τη Μ. Παρασκευή»,
Αλλά και ο σοφός Γέροντάς μας ο π. Σίμων αντιμετώπιζε με μεγάλη διάκριση τούς ασθενείς και δεν ελάμβανε υπ' όψιν του μόνο την παθολογική τους κατάσταση αλλά με τή Χάρι του Θεού ενετόπιζε και την ψυχική αιτία του σω­ματικού αρρωστήματος, επειδή διέκρινε άμεση σχέση του χαρακτήρος των ανθρώ­πων και των συνθηκών ζωής τους με τις περισσότερες ασθένειες. Έτσι, έδινε ο­δηγίες στους ανθρώπους πρωτίστως για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζουν ψυχο­λογικά τον χαρακτήρα τους και τις πε­ριστάσεις της ζωής και κατόπιν, αναλό­γως της παθήσεως τους, υπεδείκνυε σ' αυτούς και το είδος των φαγητών, που θα τους ωφελούσε άλλα ακόμη και τον τρόπο που θα τα μαγειρέψουν, ώστε νά έχουν αγαθά ψυχοσωματικά αποτελέ­σματα.
Χαρακτηριστικά αναφέρουμε την περίπτωση ενός πνευματικού τέκνου του, νεαρού τότε ιατρού, ο οποίος ζήτη­σε από τον Γέροντα να πίνει γάλα κατά τη διάρκεια τής Μ. Τεσσαρακοστής λόγω του στομάχου του. Ό Γέροντας όμως δεν εκάμφθη, ούτε άπό τήν πάθηση του πνευματικού του τέκνου, ούτε από την ιατρι­κή του ιδιότητα και του απάντησε: —«Και 'γώ τι νομίζεις πώς κάνω επί 40 χρόνια, παιδί μου; Φτιάχνω στομάχια! Όχι δεν χρειάζεται να πιεις γάλα». Ό γιατρός υπήκουσε, τήρησε τη νηστεία και συγχρό­νως έπαυσαν και οι ενοχλήσεις του στο­μάχου του. Σήμερα είναι διαπρεπής Γασ­τρεντερολόγος, καθηγητής στο Πανεπι­στήμιο Κρήτης. Κάποτε ό π. Σίμων είχε συζήτηση για τη νηστεία με ομάδα πιστών. Κατά τη συζήτηση, κάποιος αντέτεινε στον Γέ­ροντα ότι οι σύγχρονες συνθήκες της ζωής δεν επιτρέπουν νηστείες, όπως κα­τά το παρελθόν, που δεν υπήρχε μόλυνση της ατμόσφαιρας και διαρκές άγχος. Τότε ο Γέροντας τον ρώτησε: —«Δε μου λες, αγαπητέ: Γιατί είναι σήμερα γεμάτα τα νοσοκομεία, αφού προσέχετε τόσο πο­λύ τη διατροφή σας; Από νηστευτάς έ­χουν γεμίσει τα νοσοκομεία ή από ανθρώ­πους πού τρώγουν συνεχώς κρέατα και λί­πη; Αν κάνης έρευνα, θα διαπίστωσης ότι έχουν κατακλύσει τα νοσοκομεία, μέ­χρι και τούς διαδρόμους, άνθρωποι πού ουδέποτε ένήστευσαν. Πραγματοποιεί­ται δηλαδή ο αψευδής λόγος του Κυρί­ου: «Εάν θέλητε και εισακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε· εάν δε μη θέλητε μηδέ εισακούσητέ μου, μάχαιρα υμάς κατέδεται το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα»**». Και συμπλήρωσε ό π. Σίμων: —«Ποιά είναι ή "μάχαιρα"; Τα μα­χαίρια των χειρουργών, τα οποία κατά κανόνα πέφτουν πάνω στα σώματα αυτών που δεν γνώρισαν ποτέ τι θα ειπεί νη­στεία» !
**(Ησ. 1.20)

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012

Tο θαύμα-Chudo. (ΕΝΣΩΜΑΤΩΜΕΝΟΙ ΥΠΟΤΙΤΛΟΙ). ΡΏΣΙΚΗ ΤΑΙΝΊΑ ΜΕ ΘΈΜΑ ΈΝΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΌ ΘΑΎΜΑ ΤΟΥ ΑΓΊΟΥ ΝΙΚΟΛΆΟΥ ΣΤΗΝ ΡΩΣΊΑ ΤΗΝ ΔΕΚΑΕΤΊΑ ΤΟΥ '50


Το Θαύμα - Η ταινία βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά που συνέβησαν στη Σαμάρα το 1956. Στη διάρκεια των διακοπών, μια κοπέλα παίρνει από τον τοίχο την θαυματουργή εικόνα του Αγίου Νικολάου και αρχίζει να χορεύει μαζί της, αλλά ξαφνικά παγώνει στη θέση της. Η κατάστασή της θα κρατήσει πολλούς μήνες. Οι κάτοικοι της μικρής πόλης είναι τρομοκρατημένοι από αυτό το εξαιρετικό γεγονός, το οποίο εξελίσσεται σε ένα θαύμα...

Ο Γέροντας Παίσιος για την βασκανία



                          
Η ζήλεια, όταν έχει κακότητα, μπορεί να κάνει ζημιά. Αυτή είναι η βασκανία·
 είναι μια δαιμονική ενέργεια.
- Γέροντα, τη βασκανία την παραδέχεται η Εκκλησία;
Ναι, υπάρχει και ειδική ευχή (Ο Γέροντας τόνιζε πως μόνο ο ιερέας 
μπορεί να διαβάζει την ευχή για βασκανία). Όταν κανείς λέει κάτι με 
φθόνο, τότε πιάνει το «μάτι».
Πολλοί, Γέροντα, ζητούν «ματάκια» για τα μωρά, για να μην τα ματιάζουν.
 Κάνει να φορούν τέτοια;
Όχι, δεν κάνει. Να λέτε στις μητέρες σταυρό να τα φορούν.
- Γέροντα, αν κανείς επαινέσει ένα ωραίο έργο, και αυτοί που το έφτιαξαν
 δεχθούν τον έπαινο με υπερήφανο λογισμό και γίνει ζημιά, αυτό είναι βασκανία;
Αυτό δεν είναι βασκανία. Σ’ αυτήν την περίπτωση λειτουργούν οι πνευματικοί 
νόμοι. Παίρνει τη Χάρη Του ο Θεός από τον άνθρωπο, και τότε γίνεται ζημιά. 
Βασκανία υπάρχει σε σπάνιες περιπτώσεις. Ιδίως oι άνθρωποι που έχουν 
ζήλεια και κακότητα – λίγοι είναι τέτοιοι – αυτοί είναι που ματιάζουν. 
Μια γυναίκα λ.χ. βλέπει ένα παιδάκι χαριτωμένο με την μάνα του και λέει 
με κακότητα: «Γιατί να μην το είχα εγώ αυτό το παιδί; Γιατί να το δώσει ο Θεός
 σ’ αύτη;» Τότε το παιδάκι εκείνο μπορεί να πάθει ζημιά- να μην κοιμάται,
 να κλαίει, να ταλαιπωρείται, γιατί εκείνη το είπε με μια κακότητα.
 Και αν αρρώσταινε και πέθαινε το παιδί, θα ένιωθε χαρά μέσα της. 
Άλλος βλέπει ένα μοσχαράκι, το λαχταρά, και αμέσως εκείνο ψοφάει.
Πολλές φορές όμως μπορεί να ταλαιπωρείται το παιδί και να φταίει η
 ίδια η μάνα. Μπορεί δηλαδή η μάνα να είδε καμιά φορά κανένα αδύνατο
 παιδάκι και να είπε: «Τί είναι αυτό; Τί σκελετωμένο παιδί!» 
Να καμάρωνε το δικό της και να κατηγόρησε το ξένο. Και αυτό που
 είπε με κακία για το ξένο παιδί, πιάνει στο παιδί της. Μετά το παιδί 
ταλαιπωρείται εξ αιτίας της μάνας, χωρίς να φταίει. Λειώνει-λειώνει το
 καημένο, για να τιμωρηθεί η μάνα και να καταλάβει το σφάλμα της. 
Τότε φυσικά το παιδί θα πάει μάρτυρας! Τα κρίματα του Θεού 
είναι άβυσσος.
(Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι Α΄, 
Με πόνο και αγάπη για το σύγχρονο άνθρωπο,
 Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» 
Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1998

ΣΥΓΚΛΟΝΙΖΕΙ Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΧΡΙΔΟΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ

Ελέω Θεού, αρχιεπίσκοπος Αχρίδος και μητροπολίτης Σκοπίων, προς την Εκκλησίαν εις την οποίαν από Θεού ετοποθετήθη ως Αρχιποιμήν Αυτής και προς πάσας τας ανά την οικουμένην Εκκλησίας συναγομένας εν ενί του Χριστού Σώματι και εν Πνεύματι Αγίω συνδεδεμένας, από τας φυλακάς της πόλεως των Σκοπίων, όπου έχει εγκλειστεί γιά έκτη φορά κατά τα δέκα τελευταία έτη εκπέμπει αυτήν την Δευτέραν, από φυλακάς, Εγκύκλιον επιστολήν.

Όταν αποκτήσωμεν την αγάπη του Χριστού και την αρετή, τότε αξίζει να υποστούμε ακόμη και διωγμούς ένεκεν Αυτού, αν χρειαστεί και εξορία να ανεχτούμε, αλλά και έτοιμοι να ακούσουμε γιά τους εαυτούς μας τις πιο απρεπείς συκοφαντίες, και ακόμη, να χαιρόμαστε για όλα αυτά, λέει ο άγιος Νικόλαος о Καβάσιλας.
Όταν μέσα στον άνθρωπο ανάψει αυτή η αγάπη του Θεού και όταν οι αρετές λάμψουν μέσα του, τότε ο άνθρωπος είναι έτοιμος όχι μόνον να υποφέρει βάσανα, όχι μόνον να υπομένει φαύλα έργα εναντίον του και δεσμά εγκλεισμού, αλλά είναι ακόμη έτοιμος και να χαίρεται για όλα αυτά.


Η χαρά όμως αυτή δεν διαδίδεται ανάλογα με το πόσο την αξίζει κάποιος, δεν αποτελεί επ΄ουδενί ανταμοιβή για τις ασκήσεις, αλλά είναι χάρις, υπέροχη και τέλεια δωρεά του ελέους του Θεού που Αυτός μόνος ο Πατήρ ευδοκεί, όπως εισέλθωμεν εις την χαράν του Κυρίου ημών (Ματθ. 25,21-23).

Διότι, εκείνοι που εισήλθαν εις την χαράν του Πατρός, χαίρονται με την χαράν του Χριστού και έτσι, εκείνο το οποίον χαροποιεί τον Χριστόν, Αυτός κάνει να χαίρονται με αυτό και εκείνοι που είναι δικοί Του, ενώ ουσιαστικά ο Ίδιος χαίρεται εν Αυτώ.

Επειδή Εσείς, οι οποίοι είσαστε εν τω Σώματι Αυτού και χαίρεστε με τη χαρά του Χριστού, εύκολα θα αναγνωρίσετε τη χαρά με την οποίαν χαρήκαμε εκ νέου εγκλωβισμένοι στα δεσμά ένεκεν Αυτού, σε Εσάς απευθύνομεν την Δευτέραν κατά σειράν αυτήν Εγκύκλιον επιστολήν, γεγραμμένην μέσα εις τας φυλακάς, διά να Σας παρακαλέσωμεν, όπως διατηρείτε εις την μνήμην Υμών τα δεσμά ημών και όπως μην αισχύνεσθε ένεκεν ημών, διότι και περαιτέρω υπ΄ αυτά παραμένομεν.

Όταν ο θείος Παύλος ζητά από τον Τιμόθεο να μην εντραπεί για το μαρτύριόν του (Β΄Τιμοθ. 1,8), δεν το κάνει αυτό για να τον επικρίνει επειδή αισχυνόταν αυτός από τα δεσμά του Παύλου, αλλά το έκανε για να τον ενθαρρύνει, έτσι ώστε και ο ίδιος να δεχθεί να υποφέρει τα δικά του δεινά, εάν και εφ΄ όσον βρεθεί στην ίδια κατάσταση.

Εάν λοιπόν, έως κάποιου σημείου, θα ήταν επιτρεπτό στον Παύλο να έχει έστω και την ελάχιστην αμφιβολίαν και υποψίαν έναντι κάποιων οι οποίοι ακόμη δεν ήταν σταθεροί εις την πίστην, κι είχαν ανάγκη ακόμη όχι από στερεά τροφή αλλά από βρεφικό γάλα (Α΄Κορ. 3,2), δεδομένου του ότι στην πρώτη του απολογία στο δικαστήριο κανείς δεν του είχε συμπαρασταθεί αλλά όλοι τον είχαν εγκαταλείψει (Β΄Τιμοθ. 4,16), και γι΄ αυτό λέει στον Τιμόθεο ότι το Πνεύμα το οποίον ο Θεός μάς έδωσε δεν είναι πνεύμα φόβου αλλά πνεύμα δυνάμεως, αγάπης και σοφίας (Β΄Τιμοθ. 1,2), εις ημάς δεν είναι επιτρεπτή καμία αμφιβολία έναντι Υμών, διότι Εσείς μας υποστηρίξατε και  κατά την πρώτην και κατά την δευτέραν, όσο και σε όλες κατά σειράν μέχρι και αυτήν την έκτην απολογίαν της πίστεως ημών, ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων της ΠΓΔΜ.  

Ως εκ τούτου, αυτήν την επιστολήν δεν την αναγράφομεν διά να ενθαρύνωμεν την ανδρείαν Υμών εν τη πίστη, η οποία αποδείχθηκε ημίν μέσω των μαρτυριών Υμών και κατά τας προηγούμενας φοράς, καθ΄ ον χρόνον τελούσαμεν υπό κράτησιν, παρά, την αποστέλλομεν προς Υμάς, όπως μοιρασθώμεν μεθ΄ Υμών την χαράν με την οποίαν ο Κύριος μάς χαροποίησε, χαράν η οποία πηγάζει από τα δεσμά του Χριστού, και με την οποίαν χαίρεται καθείς, όστις και ο ίδιος υπομένει τοιαύτα με τον έναν ή τον άλλον τρόπον.

Εκείνοι όμως οι οποίοι θα αγαπήσουν τα δεσμά Αυτού έναντι κάθε είδους φυσικής ελευθερίας, θα καταλάβουν και την δική μας χαρά, χαράν με την οποίαν χαίρεται η καρδία ημών όταν φέρομεν εις την μνήμην μας Εσάς και την μέριμναν Υμών δι΄ ημάς.

Διότι, κανείς άλλος εκτός από εκείνον που επλήγη από την τρελή αγάπη του Θεού δεν δύναται να ανακαλύπτει και να αναγνωρίζει αυτήν την χαράν, η οποία εκχέεται από τα πάθη, από τη λύπη, τις δυσκολίες, τις φυλακίσεις, τις διώξεις ή τις εξορίες.

Εκείνος όμως, που άνοιξε την καρδιά του στο έλεος του Θεού και επέτρεψε να τον τραυματίσει αυτή η ανείπωτη αγάπη, όχι μόνον επιτρέπει αυτή να τον πληγώνει συχνά, αλλά τις πληγές που δέχεται από αυτήν την αγάπη τις εκτιμά περισσότερο απ΄ οτιδήποτε άλλο.

Εκείνοι δε, οι οποίοι γνωρίζουν ότι οι πειρασμοί που υπομένει κανείς ένεκεν του Χριστού αυξάνουν το χάρισμα της χαράς, αυτοί ζηλεύουν τα δεσμά με τα οποία είμαστε δεμένοι στη φυλακή των Σκοπίων, μάλιστα όχι με αρρωστημένη ζήλεια αλλά με συναγωνιστικό καλό ζήλο και αυτός ο ζήλος δεν είναι ίδιος με εκείνων που με κάθε τρόπο προσπαθούν να μας αποτρέψουν από τον σκοπόν μας, ο οποίος δεν είναι άλλος από την ίδιαν την ενότητα της Εκκλησίας.

Οι μεν πρώτοι, ζηλεύουν άδολα, με ζήλεια που φαίνεται ότι είναι ζήλος προς τον Θεόν, οι δε άλλοι, ζηλεύουν ημάς με κακεντρέχεια και απροκάλυπτη επιθυμία να κάνουν κακό, υποτιμώντας ακόμη και τα δεινά του Χριστού, μόνον και μόνον επειδή σε αυτήν την στιγμή αυτά έγιναν και δικά μας πάθη.

Τι λοιπόν; Ένα είναι το ζητούμενον, λέει ο απόστολος: «πλὴν παντὶ τρόπῳ, εἴτε προφάσει, εἴτε ἀληθείᾳ, Χριστὸς καταγγέλλεται» (Φιλ.1,18). Όποιος μπορεί να καταλάβει, θα καταλάβει και εκείνο που ακολουθεί: «Ἐμοὶ γὰρ τὸ ζῆν Χριστὸς καὶ τὸ ἀποθανεῖν κέρδος» (Φιλ. 1, 21).

Μπορεί να εκληφθεί ο θάνατος ως κέρδος μόνον εάν προηγουμένως με χαρά αποδεχθεί κάποιος και τις δυσβάσταχτες ταπεινώσεις, τους λοιδωρισμούς, τις βλασφημίες και συκοφαντίες, τους διωγμούς και τις φυλακίσεις διά Χριστόν (Α΄Κορ. 4,9-13). Και αυτό, εάν και εφ΄όσον, στην αδικία που υπομένει δεν απαντάει εκδικητικά, με οργή, με μίσος, πεπεισμένος για της αρετές του. Διότι, κάθε είδος αρετής ξευτίζει όταν έρθει σε επαφή με το μίσος.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ο απόστολος προτρέπει τους Κορινθίους στους λοιδωρισμούς να απαντούν με ευλογία, στους διωγμούς με ανοχή και στις βλασφημίες με λόγους φιλικούς.

Όπλον στον πνευματικόν αγώνα αποτελεί η αδυναμία του σταυρού· όπλο για το οποίο οι περισσότεροι σε αυτόν τον κόσμο δεν πιστεύουν ότι είναι νικηφόρο. Στην ουσία όμως, όταν όλα δείχνουν ότι απωλέσαμε όλη μας τη δύναμη, τότε είμαστε αληθινά δυνατοί (Β΄Κορ.12,10).

Γι΄ αυτό εμάς, που επιλέξαμε αυτόν τον αγώνα, μας θεωρούν μωρούς,  όπως ακριβώς συνέβαινε και στα χρόνια των αποστόλων (Α΄Κορ.1,23-24). Ποιος, όμως, υπέφερε περισσότερα δεινά από τον ίδιο τον θείον Παύλο;

Φυλακισμένος πολλές φορές, ραβδισμένος με ασύλληπτη αυστηρότητα, πολλάκις εν κινδύνοις ακόμη και εις θάνατον. Διήλθε όλων των ειδών τους πειρασμούς, εν ξηρά, εν ερήμω, εν θαλάσση (Β΄Κορ.11,23-29).

Όμως δεν προκάλεσαν όλ΄ αυτά, το να χαραχθεί βαθιά μέσα του η πεποίθησις, ότι οι δοκιμασίες οδηγούν στην υπομονή, η υπομονή στο δοκιμασμένο χαρακτήρα και ο δοκιμασμένος χαρακτήρας στην ελπίδα. Η ελπίδα τελικά δεν απογοητεύει (Ρωμ.5,3-5).

Μπορεί, άραγε, να βρεθεί κανείς κακοπροαίρετος που θα πει ότι ο Απόστολος Παύλος ήταν μακράν του Θεού και ότι η οργή του Θεού στράφηκε εναντίον του, και ότι γι΄αυτό του συνέβησαν όλα τα παραπάνω;

Αντιθέτως, όλα αυτά εκείνος τα υπομένει με χαρά, λόγω ακριβώς της ζωντανής και φανερής παρουσίας του Θεού σ’ Αυτόν. «Ἀρκεῖ σοι ἡ χάρις μου», του λέει, διότι «ἡ γὰρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται» (Β΄Κορ.12,9). Μακάριος ο υπομένων τους πειρασμούς με ελπίδα. Διότι, εάν τους υπομείνει με αταλάντευτη την πίστη εις τα επαγγελλόμενα, «λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν» (Ιακωβ.1,12).

Κανένας όμως πειρασμός δεν είναι επάνω από τα όρια αντοχής αυτού που δοκιμάζεται.

Ο Θεός, που είναι καρδιογνώστης και ετάζων τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, που γνωρίζει τις πνευματικές δυνάμεις και ικανότητες του καθενός ξεχωριστά, δεν επιτρέπει στους πειρασμούς που αντιμετωπίζουμε να υπερβαίνουν τα όρια της ανθεκτικότητος ημών.

Εκείνος που πιστεύει, σε κάθε δοκιμασία που του δίδεται να αντιμετωπίσει, ταυτόχρονα λαμβάνει και την δύναμιν να την υπερβεί (Α΄Κορ.10,13). Αυτή η υπέρβασις, εντούτοις, δεν είναι πάντοτε ορατή στην αρχή της δοκιμασίας.

Είναι κεκρυμμένη μέσα σε ένα πλέγμα υπομονής και ελπίδος, και αποκαλύπτεται μόνον όταν φανούμε υπομονετικοί ως προς τα ελπιζόμενα (Ιακωβ.1,4).

Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ο Θεός εκείνος ο Οποίος μας θέτει εις πειρασμόν.

Εις πειρασμόν οδηγούμεθα υπό της προς λάθος κατεύθυνση στραμμένης ιδίας επιθυμίας (Ιακωβ.1,13-14).

Αλλά, σε πειρασμούς, και χωρίς την συμμετοχή της θελήσεώς μας, δύνανται να μας οδηγήσουν και εκείνοι οι οποίοι μας ζηλεύουν, που μας μισούν ή έχουν για σκοπό τους να αφαιρέσουν από εμάς την περιουσία μας.

Κάποιες φορές λοιπόν, χωρίς αυτό να είναι θέλημα Θεού αλλά ούτε και εξαιτίας δικής μας υπαιτιότητος, υποφέρουμε διάφορους πειρασμούς· σε αυτές τις περιπτώσεις, ο στέφανος που προορίζεται για εμάς θα είναι κατά πολύ ενδοξότερος από εκείνον που θα στεφώμασταν, εάν αντέχαμε κάποια δοκιμασία στην οποία υποπέσαμε εξαιτίας της εσφαλμένα παρασυρόμενης ημών βουλήσεως.

Όταν οι άλλοι μας παρασύρουν στο πειρασμό, τότε αυτό μπορεί να ονομαστεί πάθος.

Ο μισθός, δηλαδή, για τα υπομείναντα πάθη τα οποία ανεχθήκαμε με ευχαριστία και χωρίς γογγυσμούς, χωρίς να καταβληθούμε από μίσος προς εκείνους που μας έσπρωξαν στο ακούσιον πάθος και τα ανεπιθύμητα δεινά, θα είναι μεγαλύτερος και από εκείνον που χαρίζεται για την ενάρετη και στολισμένη με κάθε αγαθοεργία ζωή κάποιου.

Παράδειγμα όλων αυτών είναι ο μακάριος Ιώβ. Πότε αυτός αποδείχθηκε περισσότερο άξιος για το στέφανο; όταν διέπρεψε με έργα αγαθά όπως η φιλοξενία, η συμπόνοια, οι ελεημοσύνες, οι φιλανθρωπίες, η δικαιοσύνη, η φιλοπονία, η πραότητα, η σοφία, η εγκράτεια και πολλά άλλα; ή μήπως, όταν φάνηκε υπομονετικός στα δεινά τα οποία επ΄ ουδενί δεν άξιζε, δεχόμενος επιθέσεις από διαβολική ζήλεια και μὀνον;

Οπωσδήπωτε, οι αγαθοεργίες του Ιώβ είναι αναμφισβήτητες και υπέρ αρκετές για την απόκτηση του στεφάνου, όμως η υπομονή των αδίκως προκληθέντων αυτώ παθημάτων αναδεικνύει τον Ιώβ ακόμη πιο άξιο.

Η υπομονή των παθών αποτελεί το δυσκολότερο μέρος του αγώνος μας,  κατά το οποίον για τη νίκη, πέραν της μεγάλης επιμονής και καρτερίας, είναι απαραίτητη και η ανυπολόγιστη αγάπη προς τον Θεόν.

Όταν υποφέρουμε αδίκως και ένεκεν της αγάπης του Χριστού, στην ουσία γινόμαστε συμμέτοχοι των αδίκων Αυτού παθών, αλλά συνάμα και Εκείνος γίνεται μέτοχος του δικού μας πόνου.

Τοιαύτη ακριβώς συσσωμάτωση μετά του Χριστού είναι που μας δίδει και την μεγαλύτερη παρηγορίαν στα πάθη μας.

Η ζωή μας είναι κεκρυμμένη στην ζωή του Χριστού και ημείς ήδη έχουμε αποθάνει εν Χριστώ (Κολ.3,3), όπως και ο Ίδιος έχει αποθάνει για εμάς εφάπαξ.

Εντούτοις, όταν οι πολιτικές αρχές στην πατρίδα μας συνειδητοποίησαν ότι για εκείνον που έχει αποθάνει εν Χριστώ και εκ νέου έχει γεννηθεί ως αιχμάλωτος της αγάπης Αυτού, η κάθειρξη σε φυλακές δεν μπορεί να προξενήσει ούτε πόνο ούτε πληγές, αποφάσισαν να επιτεθούν στους πιο αγαπημένους, στους αξιοσέβαστους Επισκόπους και τους ευλαβεστάτους ιερείς, στους μοναχούς και τις μοναχές, χωρίς να εξαιρέσουν ούτε το λογικόν ποίμνιον, μεταξύ αυτού και ανήμπορους ηλικιωμένους ανθρώπους.

Τους σέρνουν σε δικαστικές αγωγές με κατηγορίες εναντίων των, προκειμένου να τους καταστήσουν συμμέτοχους κακών για τα οποία πρώτον ημάς, ψευδώς και χωρίς καμία τύψη συνειδήσεως κατηγόρησαν και επιβάρυναν.

Τοιουτοτρόπως, εξισώθησαν με εκείνους τους διώκτες της Εκκλησίας των πρώτων αιώνων, γενόμενοι και οι αυτοί διώκτες του Ιδίου του Χριστού, διότι εκείνος που καταδιώκει τα μέλη του Σώματος Αυτού, που δεν είναι άλλο από την Εκκλησίαν Του, διώκει Αυτόν τον Ίδιον τον Κύριον ημών, ο Οποίος κατοικεί μέσα εις τον καθένα από εμάς ξεχωριστά και μέσα σε όλους εμάς μαζί.

Εάν τα δεσμά της φυλακής δεν μας έχουν καταβάλει με την βαρύτητά τους, ο πόνος για τα δεινά στα οποία υποβλήθηκαν οι αδελφοί ημών αρχιερείς, οι κληρικοί, οι μοναχοί και ο πιστός καθ΄ ημάς λαός του Θεού, μας έχουν κόψει σαν το πιο κοφτερό δρεπάνι και έχουν ενχύσει εις τα σπλάχνα ημών πικρόν ποτήριον όξους και χολής.

Ασυγκρίτως οδυνηρότερη είναι η πληγή που προκλήθηκε εις ημάς από τα δεινά αυτών που αγαπούμε, από την πληγή για τα δικά μας πάθη. Διότι, όντως, σε εκείνον που είναι εν Χριστώ νεκρός, η αγάπη ακριβώς προς τα αγαπημένα του πρόσωπα δεν του επιτρέπει αληθώς και καθ΄ ολοκληρίαν να αποθάνει.

Ο αγαπών, θέτει εαυτόν εις διάθεσιν εκείνου που αγαπάει, καρτερώντας την στιγμή που, αν χρειαστεί, και θα αποθάνει χάριν αυτού.

Έτσι μας δίδαξε ο Σωτήρ ημών, όταν μας είπε, ότι μείζον αυτού δεν υφίσταται, από το να δίδουμε την ίδια μας τη ζωή για εκείνους που αγαπούμε (Ιωαν.15,13).

Μας είπε όμως και το εξής: «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ.10,28).

Δεν δύνανται οι διώκτες ημών να βλάψουν τις ψυχές μας, αν και ήδη έχουν καταφέρει να βλάψουν την σωματική υγεία κάποιων από εμάς.

Δεν κατάφεραν όμως, με τη δύναμη της εξουσίας, να μας ταλαντεύσουν εις την πίστην προς Εκείνον που προσδωκούμε να έλθει για να μας ενδύσει το νέο σώμα, αυτό που είναι αντάξιο των ανεκτίμητων ψυχών μας, με τις οποίες μας προίκησε ο Κύριος.

Και όταν είναι ο Θεός μεθ΄ ημών, τις δύναται εναντίον ημών; Δεν εφείσθη, όμως, ο Θεός, ούτε του μονογενούς Αυτού Υιού, μας θυμίζει ο ιερώτατος Παύλος, και παρέδωκεν Αυτόν θανάτω δι΄ ημάς.

Συνεπώς, αδελφοί μου, εάν δι΄ ημάς παραδίδει τον Υιόν Του τον αγαπητόν εις το πάθος, αυτό σημαίνει ότι δεν θα παραμείνει αδιάφορος και αδρανής ούτε όταν κάποιος αποπειραθεί να αγγίξει όχι μόνον το σώμα μας, αλλά και την ψυχή μας.

Έχουν την δύναμιν οι διώκτες ημών ψευδώς να μας ενοχοποιήσουν και με τον πιο απρεπή τρόπο να μας συκοφαντήσουν, μπορούν να μας δικάσουν και να μας καταδικάσουν, μπορούν να μας φυλακίσουν και διώξουν, μπορούν με τη δύναμη του  εξαναγκασμού σε κάτι στο οποίο μπορεί να καταφεύγει κάθε ανεύθυνη γήινη εξουσία, να πολλαπλασιάσουν τα σωματικά μας βάσανα έως τα όρια της ανθεκτικότητός μας.

Μπορούν, όμως, έτσι άραγε, να μας χωρίσουν από την αγάπη του Χριστού; Δύνανται, μήπως, τα δεινά, οι απειλές, οι διώξεις, η πείνα, η γύμνια, οι κίνδυνοι, ή ακόμη και αυτός ο μαρτυρικός θάνατος, να μας χωρίσουν από τον Χριστό; - ρωτάει ο απόστολος Παύλος τους Ρωμαίους.

Και απαντάει έτσι όπως θα απαντούσε κάθε ένας από εμάς, τους χτυπημένους και σκλαβωμένους από την τρελή αγάπη του Θεού «πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἑτέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ.8,38-39).

Γι΄ αυτό, μην ανησυχείτε υπέρ του δέοντος, αδελφοί, ούτε για τα δικά μας δεσμά ούτε για τους διωγμούς εναντίον μας, των οποίων το τέλος δεν λέει να φανεί στον ορίζοντα.

Γιατί δεν έχουμε εδώ μόνιμη πολιτεία αλλά λαχταρούμε την μελλοντική (Εβρ. 13,14). Ας μην Σας ανησυχούν ούτε οι ψευδείς κατηγορίες με τις οποίες κάποιους από Εσάς σας αντιμετωπίζουν σαν συμμέτοχους στις συκοφαντίες εναντίον ημών, θέλοντας έτσι να εντροπιάσουν την αφοσίωσήν μας στον Θεό και την Εκκλησία.

Ο Κύριος μάς διδάσκει να μην μεριμνούμεν για το τι θα απολογηθούμε όταν μας παραδώσουν στα δικαστήρια.

Αυτός θα μας φωτίσει εκείνη την ώρα τι να είπωμεν, διότι δεν θα είμαστε εμείς εκείνοι που θα μιλούμε ενώπιον των δικαστών, αλλά το Πνεύμα του Πατρός ημών το λαλούν εν ημίν (Ματθ. 10,19-20).

Για εμάς που είμαστε στην Εκκλησία και προικιστήκαμε από το Θεό με όλα τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, επειδή η συμμετοχή έστω και σε ένα μέρος και μόνον του πιο μικρού χαρίσματος είναι αρκετό να μας καταστήσει κοινωνούς των μεγαλυτέρων δωρεών του Θεού, είναι χαρακτηριστικό να λέμε μόνον την αλήθεια, διότι αυτή για εμάς σημαίνει την ίδια τη ζωή.

Εντούτοις, δεχτείτε σαν κάποια εκ των προτέρων γνώση, και την καθόλου μικρή δική μας εμπειρία από τα δικαστήρια της πατρίδος μας και τις εναντίον ημών άδικες και παράνομες αποφάσεις τους.

Όταν οι δικαστικές αποφάσεις είναι υπό επιρροή από τις πολιτικές καταστάσεις, όπως άλλωστε συμβαίνει με όλες τις σχετικές με την Ορθόδοξο Αρχιεπισκοπή Αχρίδος δικαστικές διαδικασίες τα τελευταία δέκα χρόνια, τότε η δικαιοσύνη στερείται της αισθήσεως του δικαίου και η αλήθεια ουσιαστικά παραγνωρίζεται.

Και παρ΄ όλο που έχουν θεσμοθετηθεί για να κρίνουν με βάση το δίκαιο και την αλήθεια, τα δικαστήρια που κρίνουν εμάς, είναι σαν να έθεσαν για σκοπό τους να κάνουν ακριβώς το αντίθετο.

Ως εκ τούτου, είναι δυνατόν να μας δημιουργηθεί η εντύπωσις, ότι από μια τέτοια εν γένει κατάσταση δεν διαφαίνεται καμία διέξοδος.

Αλλ΄ όμως, δεν υπάρχει χώρος για απογοήτευση. Εμείς είμεθα πήλινα δοχεία αδύναμοι, ευθραύστοι, φτωχοί για κάποιους ίσως μηδαμινοί και ανάξιοι.
Για το Θεό, όμως, έχουμε ανεκτίμητη αξία (Β’Κορ. 4, 7-8).

Ας επιρρίψομεν επ΄ Αυτόν πάσαν τήν μέριμναν ημών, διότι Αυτός νοιάζεται και ενδιαφέρεται δι΄ ημάς (Α΄Πετρ. 5, 7).

Όσο περισσότερο συμμετέχουμε εις τα πάθη του Χριστού, τόσο περισσότερο έχουμε τη δική Του στήριξη. Ακόμα και τότε όταν περνάμε μέσα από λύπες εξαιτίας αναξιοπαθούντων δεινών που μας βρίσκουν στη ζωή, αυτό συμβαίνει ένεκεν της υποστηρίξεως και της σωτηρίας μας.

Κι όταν ο Θεός στηρίζει κάποιον που πάσχει, δι΄ αυτού στηρίζει και εκείνους που μέσω των δεσμών της αγάπης συμμετέχουν στα δεινά του αναξιοπαθούντος.

Όπως οι Κορίνθιοι, μέσω των δεσμών της αγάπης, συνέπασχον με τον απόστολο Παύλο, και ως εκ τούτου, εύλογα Εκείνος ανέμενε να βοηθηθούν αυτοί από τον Θεόν (Β΄Κορ. 1,3-11), ούτως και ημείς ικετεύομεν τον Κύριον και αναμένομεν να Σας αναζωπυρώσει την πίστη εις την επαγγελία Αυτού, να Σας κραταιώνει και να Σας παρηγορεί στον αγώνα με τις δοκιμασίες στις οποίες Σας έσπρωξε η κακία των σχισματικών και να Σας ρυσθεί οριστικώς από αυτά που θα μπορούσαν να υπερβούν τις δυνάμεις Σας εις το να αντέξετε και να νικήσετε.

Αλλά σε εκείνους που γεύτηκαν τον πόνο που προκαλούν τα βάσανα στα οποία τους έριξε ο φθόνος των εχθρών τους, δεν χρειάζονται περαιτέρω εξηγήσεις γιατί είναι  «ἀγαθὸν πεποιθέναι ἐπὶ Κύριον ἢ πεποιθέναι ἐπ᾿ ἄνθρωπον» (Ψαλ. 117,8), όπως είναι καλύτερο και το να αναζητούμε καταφύγιο στο Θεό παρά να ελπίζουμε μόνον στους ανθρώπους και στους κοσμοκράτορες του αιώνος τούτου (Ψαλ. 117,8-9).

Η ωμότητα και η αναισθησία των ανθρώπων μπορούν συχνά να είναι χειρότερες και από εκείνη την κακία του διαβόλου, και γι΄ αυτό ο θεόπνευστος Δαυίδ επιλέγει ως καλύτερο το να πέσει κανείς στα χέρια του Θεού, ακόμη κι αν πρόκειται για θεία τιμωρία, παρά να πέσει στα χέρια ανθρώπων και να γίνει έρμαιο της εκδίκησής τους (Β΄Σαμ. 24,12).

Οι υποσχέσεις που δίνει ο άνθρωπος είναι άστατες και συχνά εξαρτώνται από το ατομικό συμφέρον.

Οι υποσχέσεις που επαγγέλλεται ο Θεός εκπληρώνονται σίγουρα, κάθε μια στην ώρα της, όταν ο Κύριος αποφασίσει ότι είναι το πιο ωφέλιμο.

Εκείνο που ο Θεός υπόσχεται το σφραγίζει και το υπογράφει με το αίμα που έχυσε στο σταυρό. Γι΄ αυτό, όταν μας έρχεται να αναστενάξουμε βαθιά, θλιμμένοι από το βάρος των δυσκολιών, αισθανόμενοι ότι δεν έχουμε κανένα άλλο στήριγμα παρά μόνον τον Θεό, αναστενάζουμε αλλά χωρίς να απελπιζόμαστε, διότι «τί γάρ μοι ὑπάρχει ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ παρὰ σοῦ τί ἠθέλησα ἐπὶ τῆς γῆς;» (Ψαλ. 72,25).

Ο Θεός ημών, εντούτοις, θα εισακούσει και θα παρηγορήσει σίγουρα ημάς, ιδιαιτέρως δε, εφόσον καταφέραμε να εφαρμόσουμε εκείνο το τελειώτερο το οποίο εντέλλεται ημίν, να αγαπούμε τους εχθρούς μας (Ματθ. 5,44).

Να προσεύχεσθε για το καλό των διωκτών Υμών, να ζητάτε την ευλογία του Θεού γι΄ αυτούς, και όχι να τους  καταριέστε (Ρωμ. 12,14).

Ω, ποία μεγαλειότις, ω, ποία τελειότις! Το να σεβόμαστε τις αρχές του κράτους φαίνεται κάπως φυσικό ύστερα από αυτό που λέει ο απόστολος των εθνών στους Ρωμαίους, (Ρωμ. 13,1-7), ακόμη και το να προσευχόμαστε για τους έχοντας την εξουσία (Α΄Τιμ. 2,2), αλλά το να προσευχόμαστε για τους εχθρούς, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των αρχόντων που είναι εχθρικά διακείμενοι προς την Εκκλησία, ε, αυτό πια, είναι παράδοξο!

Παρ΄ όλα αυτά, δεν είναι άραγε γεμάτη η Εκκλησία μας από διαφόρων ειδών παράδοξα; Δεν είναι ακατανόητα παράδοξον η ενσάρκωση της υποστάσεως του Υιού του Θεού; Δεν είναι παράδοξον η άσπορος σύλληψις του Χριστού και η υπέρ φύσιν γέννησίς Του από Παρθένο;

Δεν είναι άραγε παράδοξον το ότι τρώγοντας ψωμί και πίνοντας κρασί γινόμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού και με αυτό και μέτοχοι της εν Θεώ ζωής;

Οπότε, το να αγαπάει κάποιος τους εχθρούς του, και να ζητάει το έλεος του Θεού γι΄ αυτούς είναι όντως παράδοξον.
Όμως, ακριβώς αυτή η παραδοξότητα είναι που μας κάνει να ομοιάζουμε με τον Ίδιον τον Θεόν. Η κρίσις και η εκδίκησις είναι του Θεού.

Εκείνος είπε ότι σε Αυτόν ανήκουν η εκδίκησις και η ανταπόδωσις. Ο Κύριος θα δικαιώσει τον αδικημένον (Δευτ. 32,35-36) και είναι φοβερό να πέσει κανείς στα χέρια του αληθινού Θεού (Εβρ. 10, 31).

Αυτός δεν τιμωρεί πάντοτε τους αδίκους· αλλά ακόμη, κι όταν τους τιμωρεί δεν το κάνει πάντοτε με ορατό τον τρόπο. Διότι, εάν τιμωρούσε όλους τους ενόχους κατά τάξην, και εάν το έκανε αυτό με ορατό τρόπο, τί θα απέμενε να συντελεστεί για την τελευταία Κρίση;

Σε τούτον τον κόσμο, αγαπημένοι μας αδελφοί, υποφέρουν και οι καλοί και οι κακοί. Αλλά, αν και τα παθήματα είναι ίδια, και για αυτούς που κατά κάποιο τρόπο τα αξίζουν και για εκείνους που δεν έχουν καμία υπαιτιότητα, εντούτοις, η διάκρισις μεταξύ των μεν και των δε, δεν εξαφανίζεται, λέει ο ιερός Αυγουστίνος.

Υπάρχει διαφορά μεταξύ αυτών που υποφέρουν, ακόμη κι αν ο τρόπος που υποφέρουν τα δεινά είναι όμοιος, έστω και ο πόνος ακόμη να είναι ίδιος, όμως ούτε η καταδίκη, αλλά ούτε η βοήθεια που είναι του Θεού είναι ίδιες.

Όπως ακριβώς μέσα στην ίδια φωτιά ο χρυσός αστράφτει ενώ τα άχυρα καίγονται, ή όπως κάτω από το ίδιο αλώνι, τα στάχια κόβονται ενώ το σιτάρι αλωνίζεται, έτσι και όταν η ίδια δύναμη χτυπάει, τους μεν καλούς τους δοκιμάζει, τους καθαρίζει, τους διορθώνει, τους δε κακούς τους τιμωρεί, τους συντρίβει και τους διαλύει.

Έτσι, κατά τον ίδιο πειρασμό, οι κακοί καταρώνται και βλασφημούν τον Θεό ενώ οι καλοί προσεύχονται και Τον δοξολογούν. Δεν είναι, λοιπόν, πρωτίστως σημαντικό το ποια και πόσα είναι τα βάσανα, αλλά το ποιος και πώς τα υπομένει.

Εν τέλει, δεν είναι, άραγε, περισσότερο μακάριοι εκείνοι ακριβώς οι ονειδιζόμενοι, οι δεδιωγμένοι και υβριζόμενοι με ψευδείς και πονηρές κατηγορίες ένεκεν του Χριστού (Ματθ. 5,11); Το αποκορύφωμα όλων των μακαρισμών δεν είναι στην πραότητα, ούτε στην καθαρότητα της καρδίας, ούτε ακόμη, στην ειρήνη της ψυχής και στην μετάδοση αυτής, ούτε καν, στην δικαιοσύνη.

Το αποκορύφωμα είναι στο χάρισμα του να υπομένει κάποιος την αδικία, τους ονειδισμούς, τους διωγμούς και τις συκοφαντίες χάριν της ζωής εν Χριστώ.

Κι όταν ο άνθρωπος αγγίξει αυτήν την κορυφή τότε η χαρά μόνη της τον επισκέπτεται, μη ερχόμενη αυτή κατ΄ αναλογίαν με τα έργα, ούτε πάλι ως αμοιβή για τους μεγάλους άθλους και τις αρνήσεις, αλλ΄ όπως είπαμε στην αρχή, έρχεται ως χάρις, ως υπέροχο και τέλειο δώρο του ελέους του Θεού.

Αυτή η εγκύκλιος επιστολή, αγαπημένοι μας εν Χριστώ αδελφοί και αδελφές, είναι γραμμένη στο κελί των προφυλακισμένων των φυλακών των Σκοπίων όπου είμεθα εγκλεισμένοι ήδη εδώ και δέκα μήνες.

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες κρατούμεθα είναι ωμές και απάνθρωπες.

Κατά τους θερινούς μήνες, σχεδόν καθ΄ όλη τη διάρκεια της ημέρας δεν είχαμε νερό, με λίγη τροφή και κανενός είδους ιατρική παρακολούθηση.

Κλειδωμένοι για 23 ώρες και με μία μόνον ώρα παραμονής στον καθαρό αέρα την ημέρα. Κάθε τι που λαμβάνουμε περνάει από ενδελεχή έλεγχο και για οτιδήποτε είναι γραμμένο σε ξένη γλώσσα περιμένουμε μήνες την άδεια από το δικαστήριο για να μας παραδοθεί.

Παρ΄ όλα αυτά, ο άνθρωπος είναι εικόνα του Θεού και διαθέτει χαρίσματα ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται στις εξωτερικές συνθήκες, και έτσι, κάθε προφυλακισμένος, αργά ή γρήγορα, αποδέχεται την ωμά διαγραφόμενη πραγματικότητα και ζει σ΄ αυτήν και μαζί μ΄ αυτήν.

Οι περισσότεροι από τους προφυλακισμένους δεν έχουν  καταδικαστεί, αυτοί ή περιμένουν την ημέρα της δίκης τους ή την απόφαση της καταδίκης τους. Αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα είναι το πιο δύσκολο πράγμα στην προφυλάκιση.

Ο άνθρωπος μπορεί να συνηθίσει τον αποπνικτικά μικρό χώρο του κελίου των ελάχιστων τετραγωνικών μέτρων να τον μοιράζει και με άλλους συγκρατούμενους του, μπορεί να προσαρμοστεί και σε μια ζωή μέσα σε τέσσερις υγρούς και μουχλιασμένους τοίχους, ακόμη και η έλλειψη τροφής και ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως δεν μπορούν να τον πτοήσουν τόσο, όσο έχει τη δύναμη αυτό να το κάνει και να τον πτοήσει η αναμονή της εκδικάσεως της υποθέσεώς του και η δικαστική απόφασις.

Η κατάστασις των προφυλακισμένων ίσως μπορεί να συγκριθεί με αυτήν των εγκληματιών που μετά τον θάνατό τους αναμένουν την προσωρινή τους καταδίκη. Αυτοί, αργότερα, ύστερα από την τελική κρίση, θα εκτίσουν την ποινή τους, αλλά η ίδια η αναμονή της ποινής είναι ήδη ποινή.

Εάν θα μπορέσουμε να ισχυριστούμε για τους εγκληματίες, ότι και πριν από την δίκαια απόφαση για την κόλαση ήδη την περιμένουν αυτή σε ένα είδος κολάσεως, τότε για τους προφυλακισμένους μπορούμε να πούμε, ότι τελούν υπό δεσμά, συχνά πιο βαριά από εκείνα που θα αντιμετωπίσουν ύστερα από την εκδίκαση και την απόφαση.

Ύστερα από όλα αυτά, θα θέλαμε μόνον να Σας παρακαλέσουμε έτσι όπως ο Απόστολος Παύλος παρακαλεί τους φωτισμένους «μιμνήσκεσθε τῶν δεσμίων ὡς συνδεδεμένοι, τῶν κακοχουμένων ὡς καὶ αὐτοὶ ὄντες ἐν σώματι» (Εβρ. 13, 3).

Ενθυμήσθε ημάς αλλά μην μεριμνάτε υπέρ του δέοντος περί ημών.

Τα άδικα δεσμά ελευθέρωσαν πολλούς από τις αμαρτίες τους, τις εκούσιες και τις ακούσιες. Έτσι και τα δικά μας αυτά δεσμά και δεινά, εάν τα υπομένουμε εξ αιτίας κάποιας αμαρτίας με την οποίαν κάποιον αδικήσαμε ή βλάψαμε, είναι δίκαια.

Εάν πάλι, δεν υποφέρουμε εξ αιτίας κάποιων δικών μας αμαρτιών, τότε αυτοί οι πόνοι και τα βάσανα που υπομένουμε θα συντελέσουν μόνον εις το εκτυπώτερον μετασχείν του Χριστού και Υμών.

Τα από αδικία πάθη, εν Χριστώ αγαπημένοι αδελφοί, είναι ο συντομότερος δρόμος προς τα βάθη της θεογνωσίας.

Οπωσδήποτε, όταν τα πάθη αυτά γίνουν αποδεκτά εκουσίως, χωρίς εναντιόσεις και αντιρρήσεις και όταν υποστούν με χαρά. Με τα παθήματα και τις συμφορές που μας βρίσκουν, ιδιαιτέρως δε, εάν αυτά είναι αναξιοπαθούντα βάσανα, ανακαλύπτουμε και αληθινά επιβεβαιώνουμε το κατά πόσον είμεθα πλησίον του Θεού, ή καλύτερα, το πόσον Αυτός μας πλησίασε.

Ημείς πλησιάζουμε Αυτού, όταν με τα παθήματα μας συμμετέχουμε στη δική Του θυσία για τη ζωή του κόσμου. Μόνον η δική μας θυσία δεν είναι αρκετή για την συμφιλίωσή μας με το Θεό. Γι΄ αυτό και ήταν απαραίτητη η θυσία του Χριστού.

Όμως, η θυσία που εμείς προσφέρουμε, κάποτε μπορεί να μας συμφιλιώσει μεταξύ μας.

Εάν αυτή η δική μας ελάχιστη θυσία, την οποίαν εκουσίως και εθελουσίως προσφέρομεν εις τον Θεόν, συντελέσει εις το να επέλθει πλήρης συμφιλίωσις μετά των σχισματικών και εις την υπέρβασιν του υπάρχοντος σχίσματος, τότε όλα όσα υπομένουμε τα δέκα τελευταία χρόνια, μεταξύ των άλλων μερικές διώξεις, εξορίες και μεγάλο αριθμό φυλακίσεων, ας είναι από εμάς μόνον ένα μικρό λιθαράκι προς εκείνο το οποίον είναι το πιο πολύτιμο για την Εκκλησίαν, και αυτό είναι  η Ενότητά Της.

Έτι ευχόμεθα, προς τον Θεόν και Πατέρα, να Σας ενισχύει και να Σας στερεώνει στην ενότητα μετά του αγαπημένου Αυτού Υιού, ώστε συναζόμενοι εν ενί Σώματι συνεργεία του Αγίου Πνεύματος, από κοινού να δοξάζομεν τον εν Τριάδι Θεόν, αναμένοντας την παρουσία του Χριστού, διότι εν Αυτώ απεθάνομεν, και η ζωή ημών κέκρυπται σύν τω Χριστώ εν τω Θεώ. Και όταν ο Χριστός φανερωθεί, η ζωή ημών, τότε και ημείς συν Αυτώ θα φανερωθούμε δοξασμένοι στην παρουσία Του (Κολ. 3, 3-4).

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Λόγος γιά τήν ὁμοφυλοφιλία, Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου


 Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί ομοφυλοφιλίας

 
«Ἀλλ’ ἀκόμη δέν ἀνέφερα τό ἀποκορύφωμα τῶν κακῶν, οὔτε τό κυριώτερον μέρος τῆς συμφορᾶς ἀπεκάλυψα, διότι πολλάκις, πού ἠτοιμάσθην νά τό εἰπῶ ἐκοκκίνησα, πολλάκις δέ ἐντράπηκα. Ποῖον λοιπόν εἶναι αὐτό; Διότι πρέπει πλέον νά τό ἀποτολμήσωμεν νά τό εἴπωμεν. Ἄλλωστε θά ἦτο μεγάλη ἀνανδρία, ἐνῶ πρόκειται νά ἐκριζώσωμεν κάτι κακόν, νά μή τολμῶμεν οὔτε κἄν νά ὁμιλήσωμεν δι’ αὐτό, ὡσάν νά πρόκειται ἡ σιωπή νά ἰατρεύση ἀφ’ ἑαυτῆς τήν ἀσθένειαν.

Δέν θά σιωπήσωμεν λοιπόν, καί ἄν ἀκόμη πρόκειται μυριάκις νά ἐντραπῶμεν καί νά κοκκινίσωμεν. Διότι καί ὁ ἰατρός, προκειμένου νά καθαρίση τήν μολυσμένην πληγήν, θά παραιτηθῆ ἀπό τοῦ νά χρησιμοποίηση τόν σίδηρον, καί νά βυθίση τά δάκτυλά του εἰς τόν πυθμένα τοῦ τραύματος;
Λοιπόν, οὔτε καί ἡμεῖς πρόκειται νά σταματήσωμεν τόν λόγον αὐτόν, καθ’ ὅσον ἡ μόλυνσις εἶναι χειροτέρα. Ποῖον λοιπόν εἶναι τό κακόν; Κάποιος παράδοξος καί παράνομος πόθος εἰσῆλθεν εἰς τήν ζωήν μας. Ἐπέπεσεν ἀσθένεια βαρεία καί ἀθεράπευτος καί ἐνέσκηψε πανώλης χειροτέρα ὅλων. Ἐπενοήθη κάποια νέα καί φοβερά παρανομία, διότι ἀνατρέπονται ὄχι μόνον οἱ ἀνθρώπινοι, ἀλλά καί οἱ φυσικοί νόμοι. Κατήντησε λοιπόν μικρόν πρᾶγμα ἡ πορνεία θεωρουμένη ὡς συνήθης ἀσέλγεια. Καί ὅπως εἰς τάς ὀδύνας, τό τυραννικώτερον πάθος, ὅταν ἐπέλθη, καλύπτει τήν ἐντύπωσιν τοῦ προηγουμένου, ἔτσι καί τό ὑπερβολικόν μέγεθος αὐτῆς τῆς ὕβρεως κάμνει τό ἀνυπόφορον, νά μή φαίνεται πλέον ὡς ἀνυπόφορον, δηλαδή τήν ἀκολασίαν περί τήν γυναίκα.

Διότι φαίνεται ὅτι εἶναι εὐχάριστον τό νά ἠμπορέση νά διαφύγη κανείς ἀπό τά δίκτυα αὐτά καί κινδυνεύει εἰς τό ἑξῆς νά γίνη περιττόν τό γυναικεῖον φύλον, ἐφ’ ὅσον οἱ νέοι ἀναπληρώνουν ἀντί ἐκείνων, ὅλα τά εἰς ἐκείνας ἀνήκοντα. Καί δέν εἶναι μόνον αὐτό τό κακόν, ἀλλ’ ὅτι μέ πολλήν ἐλευθερίαν ἀποτολμᾶται τοιαύτη ἀκολασία καί ἐνομιμοποιήθη ἡ παρανομία. Κανείς λοιπόν δέν φοβεῖται καί δέν τρέμει. Κανείς δέν ἐντρέπεται οὔτε κοκκινίζει, ἀλλά καί ὑπερηφανεύεται διά τήν γελοίαν αὐτήν πράξιν καί θεωροῦνται παράφρονες οἱ σώφρονες καί ὅτι δῆθεν παραπλανῶνται οἱ νουθετοῦντες. Καί ἄν μέν τύχη νά εἶναι κατώτεροι σωματικῶς, δέρονται, ἄν δέ εἶναι ἰσχυρότεροι χλευάζονται, καταγελῶνται, περιλούονται μέ μυριάδας ἐμπαιγμούς. Εἰς τίποτε δέν ὠφελοῦν τά δικαστήρια, οὔτε οἱ νόμοι, οὔτε οἱ παιδαγωγοί, οὔτε οἱ πατέρες, οὔτε οἱ ὑπηρέται, οὔτε οἱ διδάσκαλοι.


Διότι ἄλλους μέν κατώρθωσαν νά διαφθείρουν διά χρημάτων, αὐτοί δέ ἐνδιαφέρονται πῶς νά ἀποκτήσουν μισθόν. Ἐξ ἐκείνων δέ πού εἶναι φρονιμώτεροι καί φροντίζουν διά τήν σωτηρίαν αὐτῶν, πού τούς ἔχουν ἐμπιστευθῆ, ἄλλοι μέν πολύ εὐκόλως ἀποκοιμίζονται καί ἐξαπατῶνται, ἄλλοι δέ φοβοῦνται τήν δύναμιν τῶν ἀνηθίκων. Ἄλλωστε εὐκολώτερον θά ἠδύνατο νά γλυτώση κάποιος, ὁ ὁποῖος ἔχει γίνει ὕποπτος ὅτι ἐποφθαλμιᾶ τό βασιλικόν ἀξίωμα, παρά νά ξεφύγη ἀπό τά χέρια τῶν μιαρῶν ἐκείνων, ἄν προσπαθήση νά ἁρπάξη ἀπό αὐτούς τά παιδιά. Ἔτσι, ὡσάν εἰς μεγάλην ἐρημίαν, μέσα εἰς τάς πόλεις οἱ ἀρσενικοί μέ ἀρσενικούς διαπράττουν τήν ἀκολασίαν. Ἐάν δέ μερικοί ἔχουν ξεφύγει τάς παγίδας αὐτάς, δυσκόλως θά ἀποφύγουν ὅμως τήν κακήν φήμην αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι διαπράττουν τάς ἀσχήμιας αὐτάς. Πρῶτον μέν, διότι εἶναι πάρα πολύ ὀλίγοι καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπον εὐκόλως θά ἠμποροῦσαν νά κρύπτωνται ἀνάμεσα εἰς τό πλῆθος τῶν κακῶν, δεύτερον δέ, διότι καί οἱ ἴδιοι οἱ μιαροί καί οἱ μολυσμένοι ἐκεῖνοι δαίμονες, ἐπειδή δέν ἠμποροῦν κατ’ ἄλλον τρόπον νά βλάψουν αὐτούς οἱ ὁποῖοι τούς περιεφρόνησαν, προσπαθοῦν νά τούς τιμωρήσουν διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ. Διότι, ἀφοῦ δέν ἠμπόρεσαν νά τούς πλήξουν θανασίμως οὔτε νά ἐγγίσουν τήν ἰδίαν τήν ψυχήν των, ἐπιχειροῦν λοιπόν νά πληγώσουν τουλάχιστον τόν διάκοσμον τῆς σωφροσύνης των, τόν ὁποῖον λαμβάνουν ἀπό τήν κοινωνίαν καί νά καταστρέψουν τήν καλήν ὑπόληψίν των.


Διά τοῦτο καί ἤκουσα ὅτι πολλοί παραξενεύονται, πῶς ἀκόμη καί σήμερον δέν ἔβρεξε ἄλλην πυρίνην βροχήν, πῶς δέν ἐπαθεν ἡ πόλις μας αὐτά, ποὺ ἔπαθον τά Σόδομα ἐνῶ εἶναι ἀξία διά πολύ σκληροτέραν τιμωρίαν, καθόσον δέν ἐσωφρονίσθη οὔτε μέ τά κακά ἐκείνων; Ἀλλά μολονότι λοιπόν ἡ χώρα ἐκείνη ἐπί δύο χιλιάδες ἔτη βοᾶ διά τῆς ὄψεώς της λαμπρότερον καί ἀπό φωνήν, πρός ὅλην τήν οἰκουμένην, διά νά μή ἀποτολμήση παρόμοιον ἁμάρτημα, ὄχι μόνον δέ ἐμειώθη ἡ τάσις των διά τήν ἁμαρτίαν αὐτήν, ἀλλά καί περισσότερον αὐθάδεις ἔγιναν, ὡσάν νά φιλονεικοῦν καί μάχωνται μέ τόν Θεόν καί προσπαθοῦν νά ἀποδείξουν ἐμπράκτως ὅτι τόσον περισσότερον θά εἶναι προσκεκολλημένοι εἰς τά κακά αὐτά, ὅσον περισσότερον τοὺς ἀπειλεῖ. Πῶς λοιπόν δέν ἔγινε τίποτε τέτοιο, ἐνῶ τά μέν Σοδομιτικά ἁμαρτήματα διαπράττονται, ὅμως, δέν ἐπιβάλλονται αἱ τιμωρίαι τῶν Σοδόμων; Ἐπειδή τούς ἀναμένει ἄλλο πῦρ καυστικώτερον καί τιμωρία ἀτελεύτητος. Ἄλλωστε καί ἐκεῖνοι, ἐνῶ διέπραξαν πολύ βαρύτερα ἁμαρτήματα ἀπό τούς καταστραφέντας διά τοῦ κατακλυσμοῦ, ἐννοῶ τούς μετέπειτα, καμμία τέτοια ραγδαία βροχή, δέν ἔγινε μετά ἀπό ἐκεῖνον.


Καί ἐδῶ πάλιν ὁ λόγος εἶναι ὁ ἴδιος. Διατί τάχα οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι, ὅταν οὔτε δικαστήρια ὑπῆρχον, οὔτε φόβος ὑπῆρχε ἀπό τούς ἄρχοντας, οὔτε νόμος νά τούς ἀπειλῆ, οὔτε ὅμιλος προφητῶν διά νά τούς ἐπαναφέρη εἰς τάξιν, οὔτε φόβος κολάσεως, οὔτε ἐλπίς βασιλείας αἰωνίου, οὔτε ἄλλη γνῶσις ἀληθείας, οὔτε καί τά θαύματα, πού ἠμποροῦν νά ἀναστήσουν καί τούς λίθους, πῶς λοιπόν αὐτοί, πού δέν ἀπήλαυσαν τίποτε ἀπό αὐτά, ἐτιμωρήθησαν τόσον αὐστηρά διά τάς ἁμαρτίας των καί αὐτοί, πού ἔχουν συμμετάσχει εἰς ὅλα αὐτά καί ζοῦν μέσα εἰς τόσον φόβον καί θείων καί ἀνθρωπίνων δικαστηρίων, δέν ἐτιμωρήθησαν ἀκόμη μέχρι σήμερον μέ τάς αὐτὰς τιμωρίας, ἐνῶ εἶναι ἄξιοι σκληροτέρας τιμωρίας; Ἄρα, δέν εἶναι εὐνόητον καί εἰς ἕνα παιδί, ὅτι τούς ἐπιφυλάσσεται αὐστηροτέρα τιμωρία; Διότι, ἐάν ἐμεῖς ὀργιζώμεθα ἔτσι καί ἀγανακτῶμεν, ὁ Θεός, πού φροντίζει δι’ ὅλα καί ἰδιαιτέρως διά τό ἀνθρώπινον γένος καί ἀποστρέφεται καί μισεῖ σφοδρῶς τήν κακίαν, πῶς θά ἠνείχετο νά ἀποτολμῶνται αὐτά χωρίς τιμωρίαν;


Δέν εἶναι ἔτσι, ὄχι! Ἀλλά θά ἐπιφέρη ἐπ’ αὐτῶν τήν παντοδύναμον χείρα του καί τήν ἀφόρητον πληγήν καί τήν ὀδύνην τῶν βασανιστηρίων ἐκείνων, πού εἶναι τόσον φοβερά, ὥστε αἱ συμφοραί τῶν Σοδόμων συγκρινόμενοι πρός αὐτά, θά θεωροῦνται ἀστεῖαι. Διότι ποίους βαρβάρους δέν ἐξεπέρασαν, ποῖον γένος θηρίων, διά τῆς μιαρᾶς αὐτῆς σαρκικῆς μίξεως; Ὑπάρχει εἰς μερικά ἀπό τά ἄλογα ζῶα μεγάλη γενετήσιος ὁρμή καί ἐπιθυμία ἀσυγκράτητος, πού δέν διαφέρει καθόλου ἀπό τήν τρέλλαν. Ἀλλ’ ὅμως, δέν γνωρίζουν τόν ἔρωτα αὐτόν τοῦ ἀρσενικοῦ πρός τό ἀρσενικόν, ἀλλά στέκονται εἰς τά ὅρια, πού ἔθεσεν ἡ φύσις. Καί ἄν ἀκόμη μυριάκις κοχλάζει μέσα των τό πάθος, ὅμως, δέν ἀνατρέπουν τούς νόμους τῆς φύσεως. Οἱ δῆθεν, ὅμως, λογικοί, πού ἐγνώρισαν τήν θείαν διδασκαλίαν καί διδάσκουν εἰς ἄλλους τί πρέπει καί τί δέν πρέπει νά κάμνουν καί ἤκουσαν Γραφάς, πού κατῆλθον ἀπό τόν οὐρανόν, συνάπτουν σχέσεις ὄχι τόσον ἐλευθέρως μέ τάς πόρνας, ὅσον μέ τούς νέους. Ὡσάν νά μή εἶναι ἀκριβῶς ἄνθρωποι, μήτε νά ὑπάρχη ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τιμωρεῖ τάς παρανομίας, ἀλλά ὡσάν σκότος, πού κατέλαβε τά πάντα καί κανείς πλέον οὔτε βλέπει αὐτά οὔτε τά ἀκούει, τοιουτοτρόπως ἀποτολμοῦν τά πάντα, καί μάλιστα μέ τόσην μεγάλην μανίαν. Οἱ δέ πατέρες τῶν διαφθειρομένων παιδιῶν ὑπομένουν αὐτά σιωπηλῶς καί δέν ἐξαφανίζονται μαζί μέ αὐτά, οὔτε σκέπτονται καμμίαν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ.


Διότι καί ἐάν ἔπρεπε νά μεταφέρουν τά παιδιά των ἐξορία εἰς ξένην χώραν ἐξ αἰτίας τοῦ πάθους αὐτοῦ, εἴτε εἰς τήν θάλασσαν, εἴτε εἰς τάς νήσους, εἴτε εἰς ἀπάτητον γῆν, εἴτε εἰς τήν ὑπεράνω ἡμῶν οἰκουμένην, δέν θά ἔπρεπε νά κάνουν τό πᾶν καί νά προσπαθήσουν, ὥστε νά μή συρθοῦν αὐταί αἱ αἰσχρότητες; Καί ἄν ὑπάρχη κάπου ἕνα χωρίον προσβληθέν ἀπό ἀσθένειαν καί μάλιστα χολέραν, δέν θά μεταφέρωμεν ἀπό ἐκεῖ τοὺς υἱούς καί ἄν ἀκόμη πρόκειται νά κερδίσουν ἐκεῖ πολλά καί ἡ ὑγεία των εἶναι ἀρίστη; Τώρα δέ, ὅμως, πού τόση διαφθορά ὑπάρχει παντοῦ, ὄχι μόνον σύρομεν αὐτούς πρός τά βάραθρα αὐτά, ἀλλά ἀπομακρύνομεν καί αὐτούς, πού θέλουν νά τούς ἀπαλλάξουν, ὡσάν καταστροφεῖς. Καί πόσης ὀργῆς ἄξια δέν εἶναι αὐτά καί πόσων κεραυνῶν, ὅταν τό μέν λεκτικόν αὐτῶν προσπαθοῦμεν νά τό διορθώσωμεν καί νά τά καθαρίσωμεν διά τῆς κοσμικῆς σοφίας, τήν δέ ψυχήν, πού κεῖται μέσα εἰς τόν βόρβορον τῆς ἀσελγείας καί σαπίζει διαρκῶς, ὄχι μόνον παραμελοῦμεν, ἀλλά καί ὅταν θέλη νά ἀνορθωθῆ, τήν ἐμποδίζωμεν;


Ἀκόμη λοιπόν θά τολμήση νά εἰπῆ κανείς ὅτι εἶναι δυνατόν αὐτοί, ποὺ εἶναι τόσον βυθισμένοι εἰς τοιαύτας ἁμαρτίας νά σωθοῦν; Ἀπό ποῦ; Διότι αὐτοί, πού διέφυγον τήν μανίαν τῶν ἀκολάστων (εἶναι δέ ὀλίγοι αὐτοί), τούς τυραννικούς ἐκείνους ἔρωτας, πού διαφθείρουν τά πάντα, ὅμως, δέν διαφεύγουν τόν πόθον τοῦ πλούτου καί τῆς δόξης. Οἱ περισσότεροι, ὅμως, καί ἀπό τά ἴδια αὐτά πάθη καί ἀπό τά πάθη τῆς ἀσελγείας καταλαμβάνονται μέ μεγαλυτέραν ὁρμήν. Ἔπειτα θέλοντες νά τούς καλλιεργήσωμεν τήν εὐγλωττίαν, δέν ἀπορρίπτομεν μόνον τά ἐμποδίζοντα τήν παίδευσιν, ἀλλά δημιουργοῦμεν καί τά συντελοῦντα διορίζοντες καί παιδαγωγούς καί διδασκάλους καί χρήματα δαπανῶντες καί ἀπαλλάσσοντες αὐτούς ἀπό τάς ἄλλας ἀσχολίας καί τονίζοντες εἰς αὐτούς τακτικώτερον ἀπ’ ὅσον οἱ παιδοτρίβαι εἰς τούς Ὀλυμπιακούς ἀγώνας ἀφ’ ἑνός μέν δέ τήν πενίαν λόγω τῆς ἀπαιδευσίας καί ἀφ’ ἑτέρου τόν πλοῦτον, πού ἀποκτᾶ κανείς ἀπό τήν μόρφωσιν καί πράττοντες καί λέγοντες τό πᾶν καί μόνοι μας καί μέ ἄλλους, ὥστε νά τούς ὁδηγήσωμεν εἰς τό τέλος τῆς ἐν λόγω παιδείας καί παρά ταῦτα πολλάκις οὔτε ἔτσι τό ἐπιτυγχάνομεν.


Νομίζομεν δέ ὅτι θά προκύψη καλλιέργεια συμπεριφορᾶς καί ὀρθότητος ἀρίστου βίου, ἐνῶ ὑπάρχουν τόσον πολλά, ποὺ τήν διακόπτουν; Καί τί χειρότερον θά ἠδύνατο νά γίνη ἀπό τόν παραλογισμόν αὐτόν; Τό μέν εὐκολώτερον δηλαδή νά γίνεται ἀντικείμενον τόσον μεγάλης τιμῆς καί ἐπιμελείας, ὡσάν νά μή εἶναι δυνατόν χωρίς αὐτήν νά κατορθωθῆ ποτέ αὐτό, ἐκεῖνο δέ πού εἶναι δυσκολώτερον, τοῦτο νά νομίζωμεν ὅτι θά μᾶς ἔλθη ἐνῶ κοιμούμεθα, ὡς νά ἦτο κάτι ἀπό τά εὐτελῆ καί μηδαμινά; Διότι ἡ παίδευσις τῆς ψυχῆς εἶναι ἔργον τόσον δυσκολώτερον καί ἐπιπλέον, ὅσον τό νά πράττη κανείς ἀπό τό νά λέγη καί ὅσον τά ἔργα εἶναι κοπιαστικώτερα τῶν λόγων.


Καί ποίαν ἀνάγκην ἔχουν τά παιδιά μας, λέγει, ἀπό τήν φιλοσοφίαν καί ὀρθότητα βίου; Πράγματι αὐτό εἶναι· αὐτό εἶναι ἐκεῖνο, πού κατέστρεψε τά πάντα, ὅτι δηλαδή πρᾶγμα τόσον ἀναγκαῖον, πού συγκρατεῖ τήν ζωήν μας, θεωρεῖται περιττόν καί πάρεργον. Κανείς δέν θά ἔλεγε, ἐάν ἔβλεπε τόν υἱόν του νά ἀσθενῆ κατά τό σῶμα, ποίαν ἀνάγκην ἔχει ἀπό καθαράν καί ἀκριβῆ ὑγείαν;
 Αναδημοσίευση από http://www.agiazoni.gr
http://katanixis.blogspot.gr

Τά μνημόσυνα καί ἡ ὡφέλειά τους.στ’ μέρος


  

 

 Για ποιο λόγω όμως διάλεξαν οι Πατέρες αυτό το Σάββατο; Επειδή θα τοποθετούσαν την επόμενη μέρα τη Δευτέρα Παρουσία τού Χριστού, ταιριαστά μνημονεύουν και τις ψυχές, για να παρακαλέσουν τον φοβερό Κριτή να χρησιμοποίηση τη συνηθισμένη του συμπάθεια και να τις κατάταξη στην απόλαυση πού τις υποσχέθηκε. Το δεύτερο Ψυχοσάββατο το τελεί η Εκκλησία μας εννέα μέρες μετά την Ανάληψη τού Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, δηλαδή το Σάββατο προ τής Πεντηκοστής.
Στο μνημόσυνο αυτό ή ‘Εκκλησία μας μνημονεύει όλους τούς ευσεβείς κοιμηθέντες από Αδάμ μέχρι σήμερα.Προσεύχεται γι’ αυτούς και ζητά από το Χριστό πού αναλήφθηκε στους ουρανούς και κάθισε στα δεξιά του Πατρός να τους αξίωση την ώρα τής Κρίσεως να δώσουν καλή απολογία σ’ Αυτόν πού Θα κρίνη όλη τη γη. Να παρασταθούν στα δεξιά Του, στη χαρά, με το μέρος των δικαίων και στην φωτεινή τάξη των αγίων. Να γίνουν άξιοι κληρονόμοι τής Βασιλείας και δεν εύχεται μόνο για τούς Χριστιανούς, διότι δεν ήταν κανένας χριστιανός από Αδάμ μέχρι Χριστού, αλλά για όλους τούς ανθρώπους. Στο σημείο αυτό μπορεί να δη κανείς την αγάπη της Εκκλησίας μας για όλο το ανθρώπινο γένος.
Τα υλικά
Τα πιο αναγκαία για την τέλεση ενός μνημόσυνου είναι:
Η προσφορά άρτου (το πρόσφορον), ο οίνος, το Θυμίαμα, το έλαιον (λάδι) και το κερί, τα οποία πάντοτε προσέφεραν οι πιστοί για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας.
Και όλα αυτά διότι η υπόθεσης τού μνημόσυνου είναι στενά συνδεδεμένη με τη Θεία Λειτουργία. Η υπόθεσης του μνημόσυνου δεν είναι μόνον υπόθεσης ανθρώπων, αλλά κυρίως τού Χριστού. Από εκεί θα ζητήσουμε βοήθεια, και αυτή την βοήθεια μπορεί να την προσφέρει μόνον η Θεία Λειτουργία. Τα άλλα πρέπει να γίνονται, αλλά δεν είναι μνημόσυνα, είναι απλώς ένα Τρισάγιο, μία προσευχή υπέρ αναπαύσεως τής ψυχής τού προσφιλούς μας νεκρού.
Γι’ αυτό προσφέρουμε στην Εκκλησία την προσφορά, τον οίνων και κατάλογο των ονομάτων για τα οποία προσφέρονται τα δώρα αυτά.
Στη μνημόνευση αυτή ιδιαίτερα επιμένει ο Συμεών Θεσσαλονίκης τονίζοντας την μεγάλη ωφελεία πού αποκομίζει ή ψυχή από την τέλεση τις Θείας Λειτουργίας.
«Την τρίτη ημέρα», σημειώνει ο Συμεών Θεσσαλονίκης, από την κοίμηση τού ανθρώπου «γίνονται τα λεγόμενα τρίτα, προσφέρομε εις τον Θεών εκ σπερμάτων σίτου και εκ διαφόρων άλλων καρπών. Τι δε δηλουσών οι καρποί; δηλουσών ότι και ο άνθρωπος σπέρμα είναι και ως καρπός εκ της γης και ότι καταβαλλόμενος εις την ζην τώρα, ως σίτος παλιών με την δύναμιν τού Θεού θέλει έξαναστηθή, και αφού τρόπον τινά αναβλαστήσει εν τω μέλλοντι, τότε τέλειος και ζων θέλει προσεχθεί εις τον Χριστόν, επειδή, καθώς ο παρών καρπός θάπτεται μεν εις την ζην, βλαστάνει δε μετά ταύτα και τελεσφορεί, και αναδίδει πλούσιον τον καρπόν, με τον αυτόν τρόπον και ό άνθρωπος, διδόμενος τώρα εις την γήν ένεκα τού θανάτου, θέλει άναστηθή πάλιν. Λέγει τούτο και ο Παύλος δηλών με το παράδειγμα των σπερμάτων την Ανάσταση».
Αυτά αναφέρει σχετικά με τα κόλλυβα καιτο υλικό πού χρησιμοποιείται, αλλά και το συμβολισμό του ο Συμεών Θεσσαλονίκης.
Ή παράδοσις αυτή των κολύβων συναντάτε από τα μέσα του 4ου αιώνος. Μέχρι τότε προσέφερε, κατά τα ιερά μνημόσυνα, ψωμί και κρασί με ελιές ή τυρί ή ρύζι. Εκείνοι πού εδέχοντο αυτή την προσφορά ηύχοντο το «μακαρία ή μνήμη αυτού». Γι’ αυτό και ελέγοντο «μακαριαί». Απομεινάρια αυτών των εκδηλώσεων είναι τα σημερινά άρτίδια και ο καφές τα οποία προσφέρονται κατά τα μνημόσυνα σήμερα από τούς συγγενείς τού κοιμηθέντος.   

«Αντί μνημοσύνου»
Υπάρχουν μερικοί πού αντί μνημοσύνου κάνουν κάποια δωρεά εις μνήμην τού αποθανόντος, «αντί μνημοσύνου». Άλλο όμως το μνημόσυνο και άλλο η ελεημοσύνη πού μπορεί να κάνη κάποιος. Τίποτε, καμιά ελεημοσύνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει την Θεία Λειτουργία , οπού προσφέρεται «ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν τού κόσμου». Γι’ αυτό προσφέρουμε στην Εκκλησία το πρόσφορο και το νάμα, πού μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού.
Από αυτό το πρόσφορο θα βγει και ή μερίδα τού κεκοιμημένου, πού τοποθετείται πάνω στο Δισκάριο, δίπλα στις μερίδες των αγίων και των Δικαίων τής Εκκλησίας. Εκεί βρίσκεται και όλη ή Εκκλησία, ή Στρατευομένη και ή Θριαμβεύουσα.
«Είναι μεγάλη τιμή, τονίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, να αναφερθεί και το όνομα τού δικού μας εκεί πού βρίσκεται ο Χριστός και ολόκληρη ή Εκκλησία. Διότι πρόσεχε. Αναγγέλλεται τότε το φρικτό Μυστήριο, ότι ο Θεός έδωσε τον Εαυτό του για τη σωτηρία τής οικουμένης…»
Επομένως η μεγαλύτερη και η σπουδαιότερη βοήθεια πού μπορεί να δοθεί σε έναν πού έχει αναχωρήσει από τη ζωή αυτή, είναι αυτή που προσφέρεται με την μνημόνευση τού ονόματος του στη Θεία Λειτουργία.
Αυτό πού δεν μπορούν να το κάνουν τα αγαθά που δίνονται στους φτωχούς, αυτό μπορεί να το κάνη η προσευχή ενός δικαίου. Πόσο περισσότερο ή Θεία Λειτουργία!

συνεχίζεται…
 
ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΣΥΝΟΔΙΑ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ
ΝΕΑ ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΣ
http://ithiporos.yakinthos.com

Προσευχὴ τῶν συζύγων καὶ τῆς οἰκογενείας


 Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, ὁ τῇ σῇ ἀναβάσει ἐπὶ τὸν Γολγοθᾶν ἐξαγοράσας ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας τοῦ Νόμου καὶ ἀποκαταστήσας τὴν πεπτωκυῖαν εἰκόνα σου, ὁ ἐκτείνας ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ τὰς ἀχράντους χεῖράς Σου, ἵνα τὰ ἐσκορπισμένα τέκνα τοῦ Θεοῦ ἐπισυναγάγῃς εἰς ἕν, καὶ καλέσας τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ Παναγίου Πνεύματος εἰς ἑνότητα πάντας, Σύ, ὁ Ὤν, τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα, πρὸ τῆς ἐξόδου Σου ἐπὶ τὴν μεγάλην ταύτην καὶ κοσμοσωτήριον ἱερουργίαν ἐδεήθης τοῦ Πατρός Σου, ἵνα πάντες ἓν ὦμεν, καθὼς Σὺ εἶ μετὰ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου.

Παράσχου τοίνυν ἡμῖν χάριν και σοφίαν τοῦ ἐκπληροῦν τὴν ἐντολὴν ταύτην καθ᾿ ἑκάστην, καὶ ἐνίσχυσον ἡμᾶς εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀγάπης, ἣν Σὺ ἐνετείλω ἡμῖν εἰπών· Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς.
Δώρησαι ἡμῖν διὰ τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος τὴν δύναμιν τοῦ ταπεινοῦν ἑαυτοὺς ὁ εἷς ἐνώπιον τοῦ ἑτέρου, ἐν τῷ κατανοεῖν ὅτι, ἐάν τις πλεῖον ἀγαπᾷ, πλεῖον καὶ ταπεινοῦται.
Δίδαξον ἡμᾶς εὔχεσθαι ὁ εἷς ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, ἀλλήλων τὰ βάρη βαστάζειν ἐν ὑπομονῇ καὶ ἕνωσον ἡμᾶς τῷ συνδέσμῳ τῆς ἀκαταλύτου ἀγάπης ἐν τῷ Ὀνόματί Σου τῷ Ἁγίῳ, χαριζόμενος ἡμῖν ὡσαύτως τοῦ ὁρᾶν ἐν ἑκάστῳ ἀδελφῷ καὶ ἑκάστῃ ἀδελφῇ ἡμῶν τὴν εἰκόνα τῆς ἀῤῥήτου δόξης Σου καὶ μὴ ἐπιλανθάνεσθαι ὅτι «ὁ ἀδελφὸς ἡμῶν ἡ ζωὴ ἡμῶν ἐστι».
Ναί, Κύριε, ὁ τῇ Σῇ εὐδοκίᾳ ἐπισυναγαγὼν ἡμᾶς ἐπὶ τὸ αὐτό, ποίησον ἡμᾶς γενέσθαι ἐν ἀληθείᾳ μίαν οἰκογένειαν, ζῶσαν ἐν μιᾷ καρδίᾳ, μιᾷ θελήσει, μιᾷ ἀγάπῃ, ὡς εἷς ἄνθρωπος, κατὰ τὴν περὶ τοῦ προπάτορος Ἀδὰμ προαιώνιον βουλήν Σου. Ἐπισκίασον τὸν οἶκον ἡμῶν τῷ τοῦ φόβου Σου πνεύματι καὶ σκέπασον αὐτὸν τῇ σκέπῃ τῆς Παναχράντου Σου Μητρός, (τῶν ἁγίων ὧν φέρομεν τὰ ὀνόματα καὶ ὧν εὐλαβούμεθα) καὶ πάντων τῶν Ἁγίων Σου, εὐλογῶν καὶ ὑπερασπιζόμενος ἕνα ἕκαστον τῶν ἐνθάδε διαμενόντων (μνημονεύομεν τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας), διαφυλάττων ἡμᾶς ἐκ φθοροποιῶν λογισμῶν, ἀναρμόστων λόγων ἢ κινήσεων καρδίας, ἐπιβλαπτόντων τὴν εἰρήνην καὶ τὴν ὁμόνοιαν, ὅπως οἰκοδομηθῇ ὁ οἶκος οὗτος ἐπὶ τὴν πέτραν τῶν εὐαγγελικῶν Σου ἐντολῶν, εἰς τόπον προσευχῆς, ἁγιασμοῦ καὶ σωτηρίας δι᾿ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ διὰ πάντας τοὺς ἐπισκεπτομένους ἡμᾶς, τοὺς κοπιῶντας καὶ πεφορτισμένους ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς ἡμῶν, ἵνα πάντες εὕρωμεν ἀνάπαυσιν ἐν Σοί, τῷ πράῳ καὶ ταπεινῷ Βασιλεῖ ἡμῶν, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
                                                            ( γέροντας Σωφρόνιος )
http://agiosmgefiras.blogspot.gr/