Θαύματα τοῦ Ἁγίου Νικολάου μέ τό χαλί.
Ἐκλεκτές διηγήσεις καί προσευχές γιά μικρά παιδιά
Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
Στήν Κωνσταντινούπολι ζοῦσε ἕνας γέροντας μέ τό ὄνομα Νικόλαος. Ἦταν μόνος μέ τήν γυναῖκα του, διότι δέν εἶχαν ἀποκτήσει παιδιά. Αὐτοί σέ ὅλη τήν ζωή τους, τήν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου, ἐπήγαιναν ἀπό τό πρωΐ στήν ἐκκλησία, ἔκαναν ἐλεημοσύνες, συμμετεῖχαν στίς ἀκολουθίες, ἔφτιαχναν κεριά, θυμίαμα, πρόσφορα. Ἔκαναν ὅ,τι ἠμποροῦσαν.
Καί τώρα πού ἦταν γεροντάκια καί πτωχοί συνέχιζαν τό ἴδιο τυπικό τους. Ἐρχόταν κάθε χρόνο ἡ γιορτή τοῦ ἁγίου Νικολάου κι αὐτοί δέν εἶχαν μέ τί νά κάνουν τήν γιορτή τους, ὅταν ἐγύριζαν ἀπό τήν ἐκκλησία στό σπίτι, δηλαδή δέν εἶχαν νά στρώσουν τραπέζι γιά τούς πτωχούς νά εὐχαριστήσουν καί ἐκεῖνοι τόν Θεό.
Ἔτσι ἔλεγε ἡ γιαγιά στόν παπποῦ: -Ἔε, Νικόλαε, τί νά κάνουμε τώρα ἐμεῖς πού εἴμεθα πτωχοί καί γεροντάκια; Ἰδού, ἔρχεται ἡ ἡμέρα τῆς γιορτῆς τοῦ ἁγίου Νικολάου καί δέν ἔχουμε τίποτε: οὔτε χρήματα, οὔτε τρόφιμα.
-Τί νά κάνουμε ἐμεῖς γιά νά γιορτάσουμε κι αὐτό τόν χρόνο τόν ἅγιο Νικόλαο; Μπορεῖ τόν ἑπόμενο χρόνο νά μήν εἴμαστε, διότι ἰδού πλησιάζουμε στόν θάνατο.
Καί ἠσθάνοντο καί οἱ δυό τους ἄσχημα, διότι δέν εἶχαν χρήματα.
Τότε ἡ γιαγιά ἄνοιξε ἕνα μπαοῦλο, ὅπου μέσα ὑπῆρχε ἕνα χαλί ἀπό τήν προῖκα της, τό ὁποῖον δέν τό ἐγνώριζε ὁ παπποῦς, διότι τό εἶχε κρύψει ἀπό τότε πού παντρεύθηκε. Ἦταν πάρα πολύ ὡραῖο. Τό κρατοῦσε ἐκεῖ μέ 2-3 ἄλλα ὑφάσματα γιά τόν ἐνταφιασμό της. -Ἀπό ποῦ τό βρῆκες, γυναῖκα, αὐτό τό χαλί;


























