[Ο Γέροντας Σωφρόνιος (1896–1993), έζησε περίπου πέντε χρόνια
(Φθινόπωρο του 1925–Πάσχα του 1930) στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος,
πριν ακόμη γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Σιλουανό (1866–1938). Ο
Γέροντας, χειροτονήθηκε διάκονος το 1930. Και, κάθε φορά που έβγαινε να
θυμιάσει τους μοναχούς, αισθανόταν δέος και ντροπή, όταν περνούσε
μπροστά από τον Άγιο. Μέχρι τότε όμως δεν έτυχε να συνομιλήσει μαζί του.
Λίγο χρόνο μετά την χειροτονία του, ήλθε να τον επισκεφθεί ο ερημίτης μοναχός π.Βλαδίμηρος, με τον οποίον συζήτησαν διάφορα πνευματικά θέματα. Κατανυγμένος από την συζήτηση και από την όλη πνευματική ατμόσφαιρα της συνομιλίας, ο π.Βλαδίμηρος, απευθύνει ξαφνικά το ερώτημα στον τότε νεαρό ιεροδιάκονο:
–«Πάτερ Σωφρόνιε, πες μου ένα λόγο για την σωτηρία της ψυχής μου· πώς μπορώ να σωθώ;».
Την αφήγηση για την συνέχεια του λόγου την αφήνουμε εξ ολοκλήρου στον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο:]
«Η συνάντησή μου με τον Γέροντα Σιλουανό, συνέβη ως εξής: Ήμουν πολύ ντροπαλός και δεν μπορούσα να απευθυνθώ μόνος σε αυτόν. Μία ημέρα, με επισκέφθηκε ένας μοναχός που είχε σπουδάσει μηχανολόγος, ο π.Βλαδίμηρος. Αυτός, είχε πάει στον Άθωνα πριν από μένα. Και, να! Την δεύτερη –ίσως και την πρώτη– ημέρα του Πάσχα του 1930, έρχεται και μου λέει:
–Πάτερ Σωφρόνιε, πώς μπορώ να σωθώ;
Λίγο χρόνο μετά την χειροτονία του, ήλθε να τον επισκεφθεί ο ερημίτης μοναχός π.Βλαδίμηρος, με τον οποίον συζήτησαν διάφορα πνευματικά θέματα. Κατανυγμένος από την συζήτηση και από την όλη πνευματική ατμόσφαιρα της συνομιλίας, ο π.Βλαδίμηρος, απευθύνει ξαφνικά το ερώτημα στον τότε νεαρό ιεροδιάκονο:
–«Πάτερ Σωφρόνιε, πες μου ένα λόγο για την σωτηρία της ψυχής μου· πώς μπορώ να σωθώ;».
Την αφήγηση για την συνέχεια του λόγου την αφήνουμε εξ ολοκλήρου στον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο:]
«Η συνάντησή μου με τον Γέροντα Σιλουανό, συνέβη ως εξής: Ήμουν πολύ ντροπαλός και δεν μπορούσα να απευθυνθώ μόνος σε αυτόν. Μία ημέρα, με επισκέφθηκε ένας μοναχός που είχε σπουδάσει μηχανολόγος, ο π.Βλαδίμηρος. Αυτός, είχε πάει στον Άθωνα πριν από μένα. Και, να! Την δεύτερη –ίσως και την πρώτη– ημέρα του Πάσχα του 1930, έρχεται και μου λέει:
–Πάτερ Σωφρόνιε, πώς μπορώ να σωθώ;



























