Ὅλα τὰ θέματα στὴ ζωὴ μας εἶναι στὴν οὐσία θέματα πίστεως. Εἶναι δηλαδὴ θεολογικὰ,
δείχνουν ποιὰ εἶναι ἡ σχέσι μας καὶ ἡ ἀναφορά μας πρὸς τὸν Θεὸν. Καθημερινὰ λειτουργοῦμε
περισσότερο μὲ τὴν πίστι παρὰ μὲ τὴν λογικὴ. Ὅταν ταξιδεύουμε π.χ μὲ ἕνα αὐτοκίνητο, μὲ
ἕνα πλοῖο ἤ μὲ ἕνα ἀεροπλάνο, χωρίς νὰ τὸ σκεφτόμαστε καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ τὸ περάσουμε ἀπὸ
τὴν λογικὴ μας, ἐμπιστευόμαστε τὴν ἴδια τὴν ζωὴ μας, (τὴν ὁποίαν ὅλοι μας, τόσο πολὺ
ἀγαποῦμε), στὴν ὑποτιθεμένη ἀσφάλεια τοῦ μέσου μεταφορᾶς καὶ τοῦ ὁδηγοῦ, γιὰ τὰ ὁποῖα
ὑπάρχουν ἄπειρες πιθανότητες ἀνά πᾶσαν στιγμὴ νὰ ἀνατραποῦν. Αὐτὴν τὴν τόσο πολύτιμη
ὑγεία μας, γιὰ τὴν ὁποία ἐλοχεύει, ὁ θάνατος, σὲ κάθε λεπτὸ, τὴν ἐμπιστευόμαστε σὲ κτιστὰ καὶ
ἀνθρώπινα πράγματα! Μὲ τὴν ἵδια λογικὴ, ἐμπιστευόμαστε τὴν ζωὴ μας στὸν γιατρὸ, στὴν
ἐπιστήμη, στὰ φάρμακα, ἤ σὲ ἕναν τυχαῖο ἄνθρωπο-ὁδηγὸ, τὸν ὁποῖο οὔτε κἄν γνωρίζουμε καὶ
ὄχι στὸν οὐράνιο Πατέρα μας, τὸν Θεό !
Τό δῶρο τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας, ποιός μᾶς τὸ χάρισε; Μήπως ἐμεῖς ἀπὸ μόνοι μας, ἤλθαμε
στὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία; Ἤ μήπως προήλθαμε ἀπὸ κάποιες τυχαῖες χημικὲς ἑνώσεις,
ὅπως λέγει ἡ ‘’ἐπιστήμη’’, οἱ ὁποῖες κατὰ λάθος ἔφτιαξαν, κάποιο ὄν ποὺ τὸ ὠνόμασαν
ἄνθρωπον, ἤ μήπως ἔχουμε ὡς πρόγονό του κάποιον πίθηκο, ὁ ὁποῖος ἐξελίχθηκε σὲ ἄνθρωπο,
καὶ πετάχθηκε σ’ αὐτὴν τὴν σφαῖρα τῆς φτωχογειτονιᾶς τῆς γῆς, γιὰ νὰ βασανίζεται, ἄλλος γιὰ
20 ἤ 30 ἤ 80 ἤ τὸ πολὺ γιὰ 100 χρόνια μίζερης ζωῆς;
Ὄντως, ὅλα αὐτὰ τὰ γελοῖα καὶ ἄλλα
παρόμοια, τὰ λέγει ἡ ‘’ἐπιστήμη’’ καὶ οἱ ‘’πολυδιαβασμένοι’’ καὶ τὰ πιστεύουν οἱ ἄθεοι καὶ οἱ
ὑλιστὲς, καὶ τὰ διδάσκουν στὰ σχολεῖα στὰ παιδιὰ μας, ὡς ἐπιστήμη!
Ἐμεῖς, ὅμως, ἀντίθετα, πιστεύουμε, ὅτι καὶ ἡ ζωή μας, καὶ ἡ ὑγεία μας καὶ ὁ θάνατός μας
εἶναι δῶρα Θεοῦ, εἶναι στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν θεία σκέπη καὶ πρόνοια.
Ἐμπιστευόμαστε στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ, « ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν
Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα».
Ἡ πηγή τῆς ζωῆς μας, ὁ ἰατρός μας καὶ ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς, ὁ
Κύριός μας καὶ ὁ Θεός μας. Πιστεύουμε, ὅτι « Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον
πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος»; Ἤ ἁπλὰ τὸ ψέλνουμε ἀπὸ συνήθεια;
Πιστεύουμε ὅτι ἡ φθορὰ, ἡ ἀσθένεια καὶ ὁ θάνατος γιὰ τὸν Χριστιανὸ ἔχουν χάσει τὴν δύναμί
τους, καὶ ἔχουν νικηθεῖ ἀμετακλήτως; Πιστεύουμε αὐτὸ ποὺ ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς
πίστεώς μας, « προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος» ; Ἄς ψάξει ὁ
καθένας τὴν συνείδησί του, διότι χωρὶς αὐτὴν τὴν πίστι κανένας δὲ σώζεται.
« Μηδεὶς φοβείσθω θάνατον· ἠλευθέρωσε γὰρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος...Ποῦ σου,
θάνατε τὸ κέντρον; Ποῦ σου Ἅδη, τὸ νῖκος; Ἀνέστη Χριστὸς καὶ σὺ καταβέβλησαι. Ἀνέστη
Χριστὸς καὶ πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστὸς καὶ ζωὴ πολιτεύεται ». ( Κατηχητικὸς Λόγος τοῦ
ἐν Ἁγίοις ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου). Ὅλοι ἐμεῖς ποὺ ὀνομάζουμε τὸν ἑαυτό μας Χριστιανὸ καὶ
μάλιστα Ὀρθόδοξο τὰ πιστεύουμε αὐτά; Ὅλοι μας, ἄλλος λίγότερο ἤ περισσότερο, πάχουμε,
τελκὰ ἀπὸ ἀπιστία ἤ ὀλιγοπιστία.