ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ
ΜΗΝΑ
Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο μὲ προορισμὸ τὰ ἀγαθὰ
ἔργα, τὴν ἀρετή, προστάζοντάς τον νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὴ θεία ἐντολή Του. Ἔστειλε
μάλιστα τόν Υἱό του, τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ ἀνάμεσά μας, ὅταν ἦρθε ἡ κατάλληλη
στιγμή, γιά νὰ μᾶς διδάξει μὲ τὴ ζωή Του
καὶ τὴ διδασκαλία Του τὴν ἀρετήν, τὴν ὁποίαν ἀπωλέσαμεν μὲ δική μας ὑπαιτιότητα.
Ὁ
ἄνθρωπος ὅμως ὑποτάχθηκε στὸ Διάβολο μὲ ἑκούσια ὑπακοὴ καὶ παραβαίνοντας τὴ θεία
ἐντολή ἁμάρτησε καὶ καταδικάστηκε δίκαια σὲ θάνατο.
Βεβαίως
στόν Θεό δὲν ἦταν ταιριαστὸ νὰ λυτρώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπ’αὐτόν, τὸν Σατανᾶ, κατὰ
τρόπον δυναστικόν, διότι ἔτσι θὰ ἀδικοῦσε τὸν διάβολο ἀποσπώντας μὲ βία ἀπὸ τὰ
χέρια του τὸν ἄνθρωπο τὸν ὁποῖον ἐκεῖνος, ὁ ἀρχέκακος, δὲν τόν εἶχε λάβει μὲ τὴ
βία.
Ἦταν,
λοιπόν, ἀναγκαῖο νὰ ὑπάρξει ἕνας ἄνθρωπος ἀναμάρτητος,πού νὰ ζήσει καί ἀναμάρτητα,
ὥστε ἔτσι νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἁμάρτησε μὲ τὴ θέλησή του νὰ ἐπανέλθει στὴν
προτέρα θέση ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξέπεσε. Γι’αὐτὸ ὁ μόνος ἀναμάρτητος Λόγος τοῦ Θεοῦ
γίνεται υἱὸς ἀνθρώπου. Γεννᾶται ἀπὸ Παρθένο καὶ μαρτυρεῖται ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς μὲ
τὴν Πατρικὴ φωνή(Ματθ.,γ΄,17)· πειράζεται (Ματθ.,δ΄,1) καὶ πολεμεῖται ἀπὸ τὸ Διάβολο καὶ νικάει τὸν πειραστή. Μὲ ἔργα
καὶ λόγια καὶ θαύματα μεγάλα δείχνει καὶ ἐπιβεβαιώνει τὴν πίστη καὶ τὴ διαγωγὴ
τῆς σωτηρίας. Ἔτσι μαθαίνουμε ὅτι ἡ ἀρετὴ ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὸ χρόνο ἀρχαιότερό
της, εἶναι ἄναρχη, διότι ἔχει τὸν Τριαδικὸ Θεὸ καὶ τὸ Μεσσία Χριστὸ μοναδικὸ
γεννήτορα τῆς ὑπάρξεώς της ἀϊδίως.













