Μὴ σὲ παραπλανᾶ ἡ ἡλικία μου: στὴν πραγματικότητα παραμένω τὸ ἴδιο παιδὶ πού σοῦ ἔστελνε τὰ ἀνορθόγραφα γράμματα γιὰ νὰ ζητήσει κάποιο παιχνίδι ἀπὸ τὸ μαγικό σου ἐργαστῆρι καὶ νὰ φιξάρει τὸ ραντεβοῦ μαζί σου κάθε Πρωτοχρονιά.
Εἶμαι τὸ ἴδιο παιδὶ ποὺ πίστευε ὅτι ὑπάρχεις ὅ,τι κι ἂν ἔλεγαν οἱ «ψιλιασμένοι» συμμαθητές της: Στὸν δικό μου κόσμο ὑπάρχεις, ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι, ποὺ ἔχουν τὴν ἀνάγκη τῆς ἀληθινῆς ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης.
Ὑπάρχεις κι ἂς προσπαθοῦν οἱ μεγάλοι νὰ σὲ ἀπομυθοποιήσουν στὰ μάτια τῶν παιδιῶν. Πιστεύω μάλιστα ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ κρίση «ἀλήθειας» δὲν εἶναι παρὰ μιά βουτιὰ στὴν ἀπανθρωπιὰ καὶ στὸ ψέμα τοῦ ἐδῶ καὶ τοῦ τώρα: Πράγματι, δὲν ὑπάρχεις γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ χωρὶς ἀγαπητική διάθεση πρός τόν Θεό καί τόν ἀδελφό, ποὺ διακρίνει τὴν προσφορὰ μόνο σ’ ἕνα καλοτυλιγμένο μεγάλο κουτὶ μὲ κόκκινους φιόγκους καὶ ποὺ δὲν ἔχει διάθεση νὰ δώσει παρὰ μόνο ἐκεῖ ὅπου φτάνει τὸ χρέος ἢ – χειρότερα- τὸ συμφέρον του.
Δὲν ὑπάρχεις γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ δέν πιστεύει στό Θεό ὅτι ἔγινε Θεάνθρωπος, ποὺ δὲν ἔχει τό ὅραμα τῆς Βασιλείας Του, ποὺ ταΐζει τὸ σῶμα του μὰ ἀφήνει τὴν ψυχὴ καὶ τὸ πνεῦμα του νηστικά καὶ κακοποιημένα. Δεν ὑπάρχεις γιὰ τὸν κακομοίρη μεμψίμοιρο ἀπαισιόδοξο καὶ γκρινιάρη ἄνθρωπο τοῦ 21ου αἰώνα, γιὰ ἐκεῖνον ποὺ δὲν θέλει νὰ δώσει στὸ συνάνθρωπό του, ὄχι ἕνα ποτήρι νερό, μὰ οὔτε ἕνα χαμόγελο καλημέρας.














