Λίγο-πολύ όλοι ξέρουμε αυτήν την καθημερινή έκφραση. Το λίγο ή πολύ, που
το χρησιμοποιούμε συχνά. Και είναι γνωστή η πρακτική, οτι οποιος
παίρνει κάτι το θεωρεί λίγο και όποιος δίνει κάτι το θεωρει πάντοτε
πολύ, αφού το κριτήριον και στις δύο περιπτώσεις είναι το συμφέρον. Έτσι
πολλοί άποκτούν το θανάσιμον πάθος τής πλεονεξίας, ενώ οι αληθινά
πιστοί άνθρωποι δίνουν πάντοτε το πολύ στους άλλους και προτιμοΰν το
λίγο για τον εαυτό τους. Γιατί ξέρουν οτι το πολύ, το παραπανίσιο, είναι
μία φυλακή άνήλιαγη, πού ρίχνει τήν ζωή στά σκοτάδια.
Μιλούμε για τα υλικά και τα γήϊνα πράγματα. Γιατί στα πνευματικά ο
κανόνας άντιστρέφεται. Το πολύ γίνεται λίγο και το λίγο γίνεται πολύ. Ο
κόσμος δεν πλάστηκε άδικος από τον Θεό, αλλά έγινε άδικος από τους
ανθρώπους, από τους πλεονέκτες ανθρώπους. Αυτό μου το δίδαξε ο Γέροντας
Σίμων, σε μία συνάντησή μας στο Μοναστήρι του, λίγο έξω από την Αθήνα.
Ήταν την ίδια μέρα, που πρωτοσυνάντησα τον άλλον όσιο Γέροντα π.
Πορφύριον, πρίν από πολλά -πολλά χρόνια.















