Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανὰς (Ἡμέρα
μνήμης : 2/3) πήγαινε γιὰ ἁγιασμὸ ἤ Εὐχέλαιο σὲ σπίτια χριστιανῶν.
Κάποια φορὰ βρέθηκε στὸ Κολωνάκι (μὲ τὸν Αλ. Παπαδιαμάντη πού τοῦ ἔκανε
τὸν ψάλτη) τὸν εἴχανε μάθει οἱ Κολωνακιώτες πού ἦταν εὐλαβὴς καὶ τὸν
καλούσανε. Καὶ κατεβαίνει ἀπὸ ἕνα ἀρχοντικὸ σπίτι - οἱ ζητιάνοι μεταξὺ
τοὺς τὸ λέγανε: "Ποῦ πάει ὁ παπάς; Πάει ἐκεῖ. Πᾶμε καὶ μεῖς". Καὶ ἤτανε
στὴν οὐρὰ, μπῆκε λοιπὸν ἕνας ζητιάνος πού ἦταν πιὸ τσίφτης καὶ πηγαίνει
κούτσα-κούτσα καὶ τοῦ λέει, παπὰ δῶσε μου. Καὶ ὅτι εἶχε στὴ τσέπη του ὁ
Ἅγιος τὰ ἔβγαλε καὶ τὰ ἔδωσε. Ἤτανε δίπλα του ὁ Παπαδιαμάντης καὶ τοῦ
λέει,
– Παπὰ πρόσεξὲ τόν, γιατὶ αὐτὸν τὸν βλέπω στὴν πιάτσα.
– Ναί, ναὶ, ναὶ, δὲν πειράζει, δὲν πειράζει.
Καὶ
περπατώντας τὸ τετράγωνο, αὐτὸς κάνει τὸ γύρο τοῦ τετραγώνου ἀπὸ τὴν
πολυκατοικία τὴν ἑπόμενη καὶ πάει στὸ δεύτερο στενό, καὶ κουτσαίνει πάλι
καὶ ξαναπάει μπροστὰ στὸν Ἅγιο. Καὶ ξαναβγάζει ἀπὸ τὴν ἄλλη τσέπη ὁ
παπὰς καὶ τὰ δίνει. Θύμωσε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ τοῦ λέει,
