Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Παπά Γιώργης Χιωτάκης, ο ζωντανός βράχος των Λευκών Ορέων!



Σκέφτηκα πως πρέπει να γράψω για τον παπά Γιώργη Χιωτάκη, όταν ετοίμαζα για αναδημοσίευση το αφιέρωμα στον παπά Φώτη. Για λόγους, που ελπίζω να γίνουν φανεροί, ο παπά Φώτης μου θύμισε τον παπά Γιώργη…
Ο παπά Γιώργης Χιωτάκης είναι ένας ηλικιωμένος πια παπάς από κάποιο πολύ ορεινό χωριό των Σφακίων της Κρήτης. Παντρεμένος και πατέρας πολλών παιδιών (νομίζω δέκα), έχει και για ενορία πολλούς οικισμούς, ανθρώπινες αετοφωλιές σφηνωμένες σε δυσπρόσιτα σημεία των Λευκών Ορέων, στις Σφακιανές Μαδάρες, που ο ίδιος τις ανεβοκατεβαίνει δεκαετίες τώρα πεζός, περπατώντας με τα χοντρά κρητικά στιβάνια του (τις παραδοσιακές κρητικές μπότες).
Είναι ηλιοψημένος και θυμίζει ασκητή από τοιχογραφία βυζαντινού εξωκκλησιού. Στα Σφακιά πασίγνωστος, και πέρα απ’ τα Σφακιά. Τον εκτιμούν όχι μόνο οι πιστοί, αλλά κι εκείνοι που αγαπούν την κρητική πολιτισμική παράδοση, γνήσιος εκφραστής της οποίας θεωρείται ο παπά Γιώργης. Τα Σφακιά, ας σημειωθεί, υπάγονται στη μητρόπολη Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων, που περιλαμβάνει το νότιο τμήμα του νομού Ρεθύμνης και την επαρχία Σφακίων. Δεν περιλαμβάνει καμία πόλη, μόνο ταπεινά χωριά, και θεωρείται η πιο φτωχή μητρόπολη μέσα στο ελληνικό κράτος.
Ο παπά Γιώργης είναι φτωχός και απλός. Ευγενής και πιστός, ευφυής, αλλά και σοφός, σχετικά μικρόσωμος, αλλά με μεγαλοπρέπεια που σοκάρει, με τον φαινομενικά απελέκητο τρόπο ενός ιθαγενούς, δηλ. ενός Έλληνα ιθαγενούς, απ’ αυτούς που η Ευρώπη τους θαυμάζει και τους φωτογραφίζουν οι τουρίστες, που απ’ αυτούς τους τουρίστες ζουν σε μεγάλο βαθμό τα παραθαλάσσια κομμάτια των Σφακιών κι όλης της Κρήτης… Τίμιος, ανεπιτήδευτος, ανόθευτος εκφραστής ενός πολιτισμού διαφορετικού απ’ αυτόν, στον οποίο ξημεροβραδιαζόμαστε εμείς οι πολιτισμένοι και δυτικοποιημένοι –εξευρωπαϊσμένοι– αστοί. Η παρουσία αυτού του παπά, το βλέμμα του, η φάτσα του, η κουβέντα του αλλά και η σιωπή του σε φέρνει σε επαφή με μια σοφία και μια πνευματική κληρονομιά υψηλού επιπέδου και αποδεικνύει πως ο "δικός του" πολιτισμός (ο ρωμέικος και ορθόδοξος - και δικός μας θα μπορούσε να είναι και ήταν κάποτε) παραδόξως δεν έχει ανάγκη ετούτον τον πολιτισμό για να διαθέτει ποιότητα ζωής, ομορφιά, αυτάρκεια, ευγένεια και αγάπη. Όλα αυτά τα αγαθά τα έχει και τα εκφράζει η συμπεριφορά του παπά Γιώργη. Σε κάθε περίπτωση, "λέει" να τον έχεις παπά και "λέει" να ταξιδέψεις μέχρι τα Σφακιά για να τον συναντήσεις.

Η Γέφυρα της Αράδαινας, στα μυθικά ύψη της Μαδάρας, χωρίζει τον... κανονικό κόσμο από τον Άγιο Ιωάννη Σφακίων, το πιο απομακρυσμένο χωριό της επαρχίας. Αν θυμάμαι καλά, από κει είναι ο παπά Γιώργης (φωτο από εδώ). Έχω πάει, αλλά δεν τόλμησα να την περάσω, γιατί ζαλιζόμουνα - και είναι ξύλινη, ούτε με τ' αμάξι δε μπήκα μέσα. Εν τω μεταξύ, ο τύπος στη φωτο κάνει μπάντζι τζάμπινγκ... Να 'ναι ευλογημένος.

Ο παπά Γιώργης Χιωτάκης ανήκει στο ίδιο είδος ανθρώπων όπου ανήκαν ο Παπαδιαμάντης και ο Κόντογλου. Δεν είναι σαν εμένα π.χ., που μου αρέσει να διαβάζω Παπαδιαμάντη και Κόντογλου, αλλά είμαι ένα "τρυφερό πόδι" της Ενωμένης Ευρώπης – εκείνος είναι ό,τι ήταν οι δυο εκείνοι άνθρωποι της δικής μας παράδοσης. Τι είναι, δηλαδή; Έλληνας του παλιού καιρού, να το πω απλά, όχι Εγγλεζάκι, ούτε Αμερικανάκι. Απ’ αυτούς τους Έλληνες, την καλή εκδοχή, που δεν έχουν ανάγκη το Δ.Ν.Τ. και την Ε.Ε. και που τώρα είναι υπό εξαφάνισιν.
Το γράφει και στο Internet μια ταξιδιώτισσα:
Αν σταθείτε τυχεροί θα συναντήσετε τον παπά-Γιώργη Χιωτάκη που η κουβέντα μαζί του θα σας συνεπάρει... ακόμα κι αν τον βρείτε υπερβολικό...
Ο πόνος του για το συνάνθρωπο τον οδήγησε να γίνει μέλος της Ένωσης Σφακιανών Παπάδων, μιας συντροφιάς ορεσίβιων ιερέων της περιοχής του, που έκανε κάποιες πολιτικές και κοινωνικές παρεμβάσεις, ιδίως τις δεκαετίες του ’80 και ’90.
Το 15αύγουστο 2010 ο Λαογραφικός Όμιλος Χανίων τίμησε τον παπά Γιώργη ως έναν από τους γνήσιους εκφραστές της κρητικής πολιτισμικής κληρονομιάς. Ο παπάς ανέβηκε στο βήμα και, αν και δεν είναι λόγιος, διάβασε ένα κομμάτι από αρχαίο εκκλησιαστικό κείμενο για την Κοίμηση της Θεοτόκου, από το πρωτότυπο.
Εκτός από σοφός και στοχαστικός, είναι επίσης μερακλής και τραγουδιστής, τραγουδώντας μαντινάδες και ριζίτικα. Το λέει και ο ταξιδιώτης: 
Μια καλή ημερομηνία για να επισκεφτείτε το φαράγγι [της Σαμαριάς] (και μάλιστα πριν ανοίξει επίσημα για το κοινό) είναι το πρώτο Σαββατοκύριακο του Απριλίου, όταν γίνεται το διήμερο πανηγύρι στη μικρή βυζαντινή εκκλησία της Οσίας Μαρίας, στο εγκαταλελειμμένο χωριό Σαμαριά στην καρδιά του φαραγγιού. Αυτή είναι επίσης και η μία και μοναδική ευκαιρία σας να διανυκτερεύσετε μέσα στο φαράγγι, αλλά πρέπει προηγουμένως να συνεννοηθείτε με τον ΕΟΣ. Χοροστατεί ο εκπληκτικός παπά Γιώργης Χιωτάκης, ένας αντάρτης σφακιανός παπάς, ένας γλεντζές αλλά ταυτόχρονα άγιος άνθρωπος, και ακολουθεί γλέντι με παραδοσιακούς μεζέδες (γραβιέρα και σαρδέλες) (Στέφανος Ψημένος, από εδώ)
Τουρίστες στο πάτο του Φαραγγιού της Σαμαριάς

Ο παπά Γιώργης δεν λέω πως είναι άγιος (ο Θεός ξέρει), αλλά έχει ευλογηθεί με αρκετές ξεχωριστές επισκέψεις της θείας χάριτος. Θα αναφέρω τρεις.
Πριν λίγα χρόνια, σε Θεολογικό Συνέδριο στο Σπήλι (έδρα της μητρόπολης), κατά τη συζήτηση με το κοινό, είπε πως το πρώτο του παιδί πέθανε –ή, μάλλον, κοιμήθηκε–  σε μικρή ηλικία. Ο ίδιος και η παπαδιά του ήταν, φυσικά, συντετριμμένοι, όμως το είδε στον ύπνο του και του είπε: «Μη στενοχωριέσαι, μπαμπά. Τώρα που η μαμά μου θα κάνει άλλο παιδί, θα με αντικαταστήσει στο σπίτι μας». Παπάς και παπαδιά δεν ήξεραν πως η παπαδιά ήταν ήδη έγκυος. «Έτσι» κατέληξε ο παπά Γιώργης «έμαθα για την εγκυμοσύνη στο δεύτερο παιδί μου από την ψυχή του πρώτου παιδιού μου».
Κάποτε, με μια παρέα προσκυνητών, κατέβηκε στο Φαράγγι της Σαμαριάς να λειτουργήσουν σ’ ένα ξωκλήσι. Όταν έφτασαν όμως, διαπίστωσαν πως κανείς δεν είχε φέρει μαζί του πρόσφορο - και ήταν πολύ μακριά από κατοικημένες περιοχές, για να πάνε να αναζητήσουν. Απογοητευμένος, ο παπά Γιώργης μπήκε στο εκκλησάκι και βλέπει στο Ιερό, στην αγία τράπεζα, ακουμπισμένο ένα φρέσκο πρόσφορο… Όχι ολόκληρο, αλλά μόνο το κεντρικό κομμάτι με τη σφραγίδα, δηλ. εκείνο που χρειάζεται ο ιερέας για να τελέσει τη θεία λειτουργία!
Το γεγονός αυτό, έτσι λιτό όπως το διηγήθηκε με δέος ο Κρητικός παπάς, είναι κι ένα τεκμήριο της αυθεντικότητας των αρχαίων διηγήσεων για τους απομονωμένους ασκητές, που τους έφερνε άγγελος ψωμί να φάνε.
Το ξωκλήσι του αγίου Νικολάου, μέσα στο Φαράγγι της Σαμαριάς (από εδώ)
Πριν λίγα χρόνια τελούσε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας στη βυζαντινή εκκλησία της Παναγίας στο Λουτρό, το διάσημο τουριστικό θέρετρο των Σφακίων. Κάποια στιγμή, από τα μάτια της Παναγίας, σε μια πολύ παλιά φορητή εικόνα, και από τα μάτια των αγγέλων που είναι ζωγραφισμένοι στην κάτω μεριά, άρχισαν να τρέχουν δάκρυα. Ο παπάς κατέγραψε σ’ ένα χαρτί το περιστατικό με ημερομηνία, το υπέγραψε ο ίδιος και όλο το εκκλησίασμα και το τοιχοκόλλησε στην εκκλησία, όπου βρίσκεται ακόμη, ως μια μαρτυρία για όσους έχουν ανοιχτό μυαλό σε αλήθειες μη εξευρωπαϊσμένες (με το συμπάθειο).
Κάποια στιγμή ο παπά Γιώργης φιλοξένησε και το Γέροντα Πορφύριο, που βρέθηκε για λίγες μέρες στις Σφακιανές Μαδάρες χωρίς κανείς να καταλάβει πώς ήρθε και πώς έφυγε. Επισκέφτηκαν μερικά χωριά και είχαν σημαντικές πνευματικές συζητήσεις.
Μυθικά είναι όλα αυτά άραγε; Ζει ο παπά Γιώργης, απ’ όσο ξέρω (Οχτώβρης 2011), και μπορεί κανείς να τον γνωρίσει –αξίζει να τον γνωρίσει– και να δει αν είναι ψεύτης, παλαβός ή φαντασιόπληκτος, αυτός ο πολύτεκνος, μερακλής φτωχόπαπας, που γυρίζει με τα πόδια στα δυσπρόσιτα χωριά που έχει υπ’ ευθύνη του. Και τι έγινε; Έρχου και ίδε.
Λουτρό Σφακίων. Πας μόνο με καραβάκι από τη Χώρα Σφακίων, όπως οι τουρίστες, ή κατεβαίνοντας σαν αγριοκάτσικο απ' τη Μαδάρα, όπως ο παπά Γιώργης... (από εδώ)
Για τον παπά Γιώργη γράφει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Νίκος Ψιλάκης στο άρθρο του Γέννηση, η ανατολή των πραγμάτων (από κει και η φωτο στην αρχή του post):
Ξένος τοκετός εκ κόρης θεόπαιδος...
Η φωνή που ραγίζει τη σκοτεινή νύχτα του Δεκέμβρη με λάμψεις φωτός, η ετήσια επανάληψη που μοιάζει καταφυγή. Ακούω πάλι το Λόγο καθώς ξεφυλλίζω το συναξάρι της μνήμης. Σε κάθε ναό γεννιέται κι ένας Χριστός. Προαιώνια η ελπίδα που γίνεται σάρκα, σαν την ανθρώπινη. Ταξινομώ και πάλι τις στιγμές και τις εικόνες. Σπήλαιο, φάτνη, ποιμένες· εικόνες – αρχέτυπα. Ένας παπάς ταπεινός, ένα παλιό βιβλίο κι ένα καντήλι. Βλέπω το χέρι του που ακουμπά στο χαρτί για να μη χάσει τις γραμμές στη γλυκιά (και κάποτε νοσταλγική) αρχαΐζουσα· δεν χρειάζεται να ξέρεις γράμματα πολλά για να καταλάβεις, αρκεί να ξέρεις να διαβάζεις τα σημάδια των ημερών, να τα καταφέρνεις στην ανάγνωση του κόσμου. Μου αρέσει που κάποτε οι παπάδες ήταν και ποιμένες μαζί, να, όπως γίνεται τώρα με τις εξαιρέσεις, πως ήξεραν από σπήλια και λέσκες, πως κατηφόριζαν στα χειμαδιά το φθινόπωρο, τυροκομούσαν, έσπερναν, θέριζαν· ήξεραν τι σημαίνει ζεστασιά στις κρύες νύχτες του χειμώνα. Κοιτάζω τον παπά Γιώργη να μετρά τα Γράμματα με το δάκτυλο, να συλλαβίζει τον προαιώνιο Λόγο, Αυτόν που γνωρίζει ως άδηλη γραφή. Κάπου εκεί στην αυγή του κόσμου υπήρξε μια γέννηση. Ο παπά Γιώργης ξέρει την ιστορία όπως την άκουγε από παιδί.
Ναι, μια γέννηση, που άλλοι τη λένε Μεγάλη Έκρηξη, άλλοι βλέπουν το σκότος που διαλύεται. Από μια γέννηση αρχίζει ο κόσμος…
 

 
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
 
----------  ----------AlexandrosPapadiamantis1.jpg
>
Η αργία εγέννησε την πενίαν.
Η πενία έτεκεν την πείναν.
Η πείνα παρήγαγε την όρεξιν.
Η όρεξις εγέννησε την αυθαιρεσίαν.
Η αυθαιρεσία εγέννησε την ληστείαν.
Η ληστεία εγέννησε την πολιτικήν.
Ιδού η αυθεντική καταγωγή του τέρατος τούτου...


Αλ. Παπαδιαμάντης
"Οι έμποροι των εθνών"




Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Μιά μοναδική φωτογραφία τού Παπαδιαμάντη.

.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Η επέτειος τών 100 ετών από τήν κοίμηση τού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη έδωσε τήν αφορμή νά γραφούν πολλά κείμενα ή άρθρα γιά τόν μεγάλο αυτόν σκιαθίτη λογοτέχνη. Στό σχόλιο αυτό θά γίνη αναφορά σέ κείμενο τού Παύλου Νιρβάνα πού δημοσιεύθηκε στό περιοδικό «Νέα Εστία» τό έτος 1933 καί περιγράφει πώς τράβηξε μιά μοναδική φωτογραφία τού Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, στό καφενεδάκι τής Δεξαμενής όπου σύχναζε ο σκιαθίτης λογοτέχνης, τό έτος 1906, όπως γράφει, γιά νά μή σβησθή «η οσία μορφή του».
Ο Παπαδιαμάντης δέν ήθελε νά φωτογραφηθή έχοντας υπ’ όψη τό ρητό: «Ου ποιήσεις σ’εαυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα». Ο Νιρβάνας πήρε τήν πρωτοβουλία μέ διάφορες ενέργειες -«μέ δόλο καί αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τόν άθλο μου αυτό», όπως γράφει- νά τόν φωτογραφίση. Καί γράφει: «Ένας από τούς ωραιότερους τίτλους πού αναγνωρίζω στήν ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στούς μεταγενέστερους τή μορφή τού Παπαδιαμάντη». Εγώ θά προσέθετα καί τό ύφος του.
Σέ κάποια στιγμή ο Παπαδιαμάντης υποχώρησε στήν αποφασιστικότητα τού Νιρβάνα, όπως γράφει ο τελευταίος. «Είχε πάρει μόνος του τή φυσική του στάση απάνω σέ μιά πρόστυχη καρέκλα, μέ τά χέρια σταυρωμένα στό στήθος, μέ τό κεφάλι σκυφτό, μέ τά μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σάν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο τέμπλο ερημοκκλησιού τού νησιού του. Ήταν μιά καλλιτεχνική σύνθεση, καί θά μπορούσε νά είναι ένα έργο τού Πανσελήνου ή τού Θεοτοκόπουλου. Αμφιβάλλω άν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μιά τέτοια ευτυχία».
Σέ αυτήν τήν διαδικασία ο Παπαδιαμάντης ήταν καί βιαστικός, δηλαδή ήθελε νά τελειώση γρήγορα αυτή η διαδικασία. Γράφει ο Νιρβάνας: «Αλλά ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός γιά νά τελειώνουμε. Γιατί; Μού τό ψιθύρισε ανήσυχα στό αυτί, καί ήταν η πρώτη φορά πού τόν είχα ακούσει -ούτε φαντάζομαι πώς θά τόν άκουσε ποτέ κανένας άλλος- νά μιλά γαλλικά: «Nous excitons la curiosit du pablic», δηλαδή «ερεθίζουμε τήν περιέργεια τού κοινού». Καί τήν ώρα εκείνη ήταν «ένα κοιμισμένο γκαρσόνι τού καφενείου, ένας γεροντάκος πού λιαζότανε στήν άλλη γωνιά τού μαγαζιού, καί δυό λουστράκια πού παίζανε παράμερα».
Αυτή η φωτογραφία πού τράβηξε ο Παύλος Νιρβάνας είναι όλος ο Παπαδιαμάντης, παρουσιάζει τό ήθος καί τήν προσωπικότητά του.
Σέ πρόσφατο δημοσίευμα τού Βασίλη Γκουρογιάννη σχολιάζεται αυτή η φωτογραφία ως στάση ενός καθισμένου νεκρού. Γράφει: «καθισμένος ο όσιος άσωτος σέ μιά φτηνοκαρέκλα καφενείου μέ τά χέρια του ταπεινά σταυρωμένα, είχε χαμηλωμένα τά μάτια σχεδόν κλειστά, σάν νά μήν είχε ο απάνω κόσμος κάτι πού άξιζε νά δή. Όμως υποπτεύομαι πώς κάτω από τά βλέφαρα αυτός κάτι κρυφοβλέπει λοξά, τόν θάνατο κοιτάζει, όπως κοιτάζουν οι άνθρωποι πρός τήν κατεύθυνση πού περιμένουν νά φανή τό τρένο νά τούς πάρη. Από κάποια ηλικία διαισθάνονται οι άνθρωποι αλάνθαστα από πού θά φανή νά τούς πάρη καί κοιτάζουν πρός τά εκεί, άλλοι γαλήνιοι καί άλλοι μέ τρόμο. Στή φωτογραφία εικονίζονται σταυρωμένα τά χέρια τού οσίου, έτοιμα γιά νά μή κουράση κάποιον άνθρωπο νά τού τά σταυρώση, κλειστά τά βλέφαρα, έτοιμα νά μήν κουράσει κάποιον νά τού τά κλείσει, καθιστός μέ ευσέβεια στή στάση ακριβώς πού κηδεύουν τούς ιερωμένους γιά νά μήν κουράση κάποιους νά τόν ανακαθήσουν» (Ελευθεροτυπία 3-9-11).
Παρατηρώντας, όμως, τήν φωτογραφία αυτή πού έβγαλε ο Παύλος Νιρβάνας καταλήγω σέ ένα συμπέρασμα ότι η στάση τού Παπαδιαμάντη, εκτός τού ότι ομοιάζει μέ στάση ζωντανού νεκρού, συγχρόνως είναι στάση πού λαμβάνουν μοναχοί-ησυχαστές κατά τήν διάρκεια τής προσευχής τους. Τό σταύρωμα τών χεριών, η ελαφρά κλίση τής κεφαλής, καί μάλιστα πρός τό μέρος τής καρδιάς, τό χαμήλωμα τών ματιών παρουσιάζει τήν ησυχαστική στάση πού λαμβάνουν οι μοναχοί, όπως τό περιγράφουν διάφοροι διδάσκαλοι τής ησυχαστικής ζωής καί τής νοεράς προσευχής. Δέν γνωρίζω, βέβαια, άν ο Παπαδιαμάντης ασχολείτο μέ αυτό τό έργο, όμως είχε τό ύφος καί τό ήθος τών μοναχών πού είχε γνωρίσει στό Άγιον Όρος. Η φωτογραφία αυτή φανερώνει τήν εσωτερική του ζωή καί τήν προσωπικότητά του. Τό σημαντικό είναι ότι στήν ίδια περίπου στάση (μόνον τό κεφάλι του είναι λίγο σηκωμένο) ήταν όταν φωτογραφήθηκε μέ τόν Ναυπάκτιο Λογοτέχνη Γιάννη Βλαχογιάννη (1908). Ενώ ο Βλαχογιάννης είναι όρθιος καί κοιτά στόν φακό, ο Παπαδιαμάντης είναι καθιστός μέ τά χέρια σταυρωμένα καί κοιτά πρός τά αριστερά του.
Τελικά, αυτό πού βλέπει κανείς στό ύφος, τό ήθος καί τό έργο τού Παπαδιαμάντη είναι τό αγιορείτικο καί προσευχητικό ύφος, η στάση προσευχής καί η ταπείνωσή του.
Ο Παύλος Νιρβάνας γράφει ότι κατά τήν φωτογράφιση πήρε «μόνος του τή φυσική του στάση» καί καυχάται γιατί παρέδωκε «στούς μεταγενεστέρους τήν μορφή» του. Ο Παπαδιαμάντης μάς διδάσκει μέ τά κείμενά του, τό ύφος του, τήν μορφή του, τήν σιωπή του καί τήν φωτογραφία του. Άν συγκρίνουμε αυτήν τήν φωτογραφία μέ τίς σύγχρονες φωτογραφίες καί τήν επικοινωνιακή νοοτροπία τής εποχής μας, τότε καταλαβαίνουμε τήν διαφορά. Η εποχή στήν οποία ζούμε είναι εποχή πού ρίχνει κανείς τό βλέμμα του στόν φακό τής φωτογραφικής καί τηλεοπτικής μηχανής, ενώ η νοοτροπία τού Παπαδιαμάντη είναι νοοτροπία πού κατευθύνει τόν νού του στήν καρδιά, όπου η Χάρη τού βαπτίσματος καί τού χρίσματος, καί αναπτύσσεται η προσευχή