Ἐν Πειραιεῖ τῇ 1ῃΦεβρουαρίου 2018
Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
Ὅπως διακηρύσσει ὁ μέγας Παῦλος, «ἡμῶν
γάρ, [τῶν Χριστιανῶν], τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ’ οὗ καὶ
σωτήρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν» (Φιλιπ. 3,20). Καὶ τοῦτο
διότι «οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν»
(Ἑβρ.13,14). Πραγματικὴ καὶ αἰώνια πατρίδα μας εἶναι ὁ οὐρανός, ἡ
ἑτοιμασμένη «ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» Βασιλεία τοῦ Θεοῦ (Ματθ.25,34), «τοῖς
ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν» (Ρωμ.8,28). Στὸ πρωτοχριστιανικὸ κείμενο «Πρὸς
Διόγνητον Ἐπιστολή», ὁ ἄγνωστος συγγραφέας του, ἀναφέρει ὅτι οἱ
Χριστιανοὶ «πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι• μετέχουσι πάντων
ὡς πολίται, καὶ πάνθ’ ὑπομένουσιν ὡς ξένοι• πᾶσα ξένη πατρὶς ἐστιν
αὐτῶν, καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη» (κεφ. V,4-5).
Ὡστόσο ὁ Θεός, ὁ
Ὁποῖος μᾶς ἔφερε «ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι», γιὰ νὰ ζήσουμε στὴ γῆ
τὴ σύντομη ζωή μας, μᾶς χάρισε καὶ μία ἄλλη, ἐπίγεια πατρίδα, γιὰ νὰ
μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε τὸν προορισμό μας, νὰ γίνουμε, δηλαδή, «σύσσωμοι
καὶ συμμορφοι» τοῦ Χριστοῦ μας. Ἡ Πατρίδα ὡς ἔννοια καὶ ὡς περιεχόμενο,
ὡς τόπος κατοικίας ἑνὸς λαοῦ, μὲ ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά, μὲ γλῶσσα, μὲ
ἱστορία καὶ παραδόσεις, δὲν ἀπαξιώνεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἀντίθετα
μάλιστα ἀποτελεῖ ἀξία, ἡ ὁποία βρίσκει θέση στὸν αἰώνιο λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἤδη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, στὸ βιβλίο τοῦ Δευτερονομίου ἀναφέρεται ὅτι:
«ὅτε διεμέριζεν ὁ Ὕψιστος ἔθνη, ὡς διέσπειρεν υἱοὺς Ἀδάμ, ἔστησεν ὅρια
ἐθνῶν κατὰ ἀριθμὸν ἀγγέλων Θεοῦ» (32,8). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν ὁμιλία
του στὸν Ἄρειο Πάγο ἀναφέρει ὅτι «ἐποίησέ τε ἐξ’ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος
ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, ὁρίσας προστεταγμένους
καιροὺς καὶ τὰς ὁροθεσίας τῆς κατοικίας αὐτῶν» (Πράξ.17,26). Ἐπίσης ὁ
Χριστὸς κλαίει γιὰ τὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν πρωτεύουσα τῆς ἐπιγείου Πατρίδος
Του, ἐκφράζοντας τὸ παράπονό Του γιὰ τὴν ἀμετανοησία τῶν κατοίκων της,
πρᾶγμα ποὺ δείχνει τὸ πατριωτικό Του συναίσθημα: «Καὶ ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν
τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ’ αὐτὴ» (Λουκ. 19,41). Τὸ ἴδιο παράπονο ἐκφράζει
καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση:«Ἱερουσαλήμ Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτείνουσα τοὺς
προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν! ποσάκις ἠθέλησα
ἐπισυναγαγεῖν τὰ τέκνα σου ὂν τρόπον ἐπισυνάγει ὄρνις τὰ νοσσία ἑαυτῆς
ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε. ἰδοὺ ἀφίεται ὑμῖν ὁ οἶκος ὑμῶν
ἔρημος» (Ματθ.23,37-38). Ἐὰν λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀγαποῦσε τὴν ἐπίγεια
πατρίδα Του, γιατί δὲν θὰ πρέπει καὶ ἐμεῖς νὰ ἀγαποῦμε τὴ δική μας;
Ἰδιαίτερα
ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχουμε βαθειὰ ἀποτυπωμένη στὴν ἰδιοσυγκρασία μας τὴν
ἀγάπη πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὴν ἐλευθερία. Οἱ προαιώνιοι καὶ διαχρονικοὶ
ἀγῶνες τῶν προγόνων μας γιὰ τὴν ἐλευθερία, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐθνικός μας ὕμνος,
ποὺ εἶναι ἕνας ὕμνος πρὸς τὴν ἐλευθερία, γραμμένος ἀπὸ τὸν ἐθνικό μας
ποιητὴ Διονύσιο Σολωμό, καταδεικνύουν αὐτὴ τὴν ἀγάπη, ἡ ὁποία βεβαίως
οὐδόλως ἀντιτίθεται στὴν παγκοσμιότητα τῆς Ὀρθοδόξου πίστεώς μας.