Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΗΘΙΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Μαΐου 2021

Γιατί χρειάζονται οι εικόνες στα νοσοκομεία και στους δημόσιους χώρους‏

 


Τον Αύγουστο του 2010 ήλθε να προσκυνήσει την Παναγία την Βαρνάκοβα μία ευσεβής ψυχή, η οποία διηγήθηκε για τον πατέρα της τα εξής:

«Ο πατέρας μου ήταν ένας απλός άνθρωπος του λαού, καθαρός όμως κατά την ψυχή και πιστός. Πριν χρόνια νοσηλευόταν στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, στην Αθήνα, διότι έπασχε από πνευμονικό νόσημα και είχε βασανιστική δύσπνοια.

Στον θάλαμο που τον είχαν βάλει είχε και άλλα τρία κρεβάτια. Απέναντι από το κρεβάτι του στον τοίχο ήταν κρεμασμένη μια εικόνα του Σωτήρος Χριστού.

Σε μια αγωνιώδη κρίση δύσπνοιας που είχε, επικαλέστηκε με πολύ πόνο, αλλά και πίστη, την βοήθεια του Κυρίου, έχοντας καρφωμένο το βλέμμα του στην εικόνα Του.

Το τί επακολούθησε, μου το διηγήθηκε ο ίδιος ως εξής:

Μια φοιτήτρια αγόρασε πρωινό σε έναν άστεγο. Φεύγοντας, ο άστεγος της έδωσε ένα χαρτί με ένα θλιβερό μυστικό…

 


Όταν η φοιτήτρια Κέισι Φίσερ πήγε να αγοράσει καφέ από ένα κατάστημα της περιοχής της, παρατήρησε έναν άνδρα που στέκονταν στην άκρη του δρόμου.

Η Φίσερ έγραψε στο Facebook ότι μόλις κατάλαβε ότι ο άντρας έψαχνε στο έδαφος για να βρει πεταμένα κέρματα, ένιωσε απίστευτη θλίψη.

Πέρασε δίπλα του καθώς προχωρούσε προς τη καφετέρια, τον χαιρέτησε αλλά ο άντρας δεν της έδωσε σημασία. Συνέχισε να ψάχνει στο έδαφος για κέρματα και σιγοτραγουδούσε.
Μπήκε στο κατάστημα, αγόρασε έναν καφέ για εκείνη και ένα καφέ και ένα κουλούρι για τον άγνωστο άντρα, και τον πλησίασε.

Στην αρχή δεν ήθελε να της μιλήσει αλλά ούτε και να δεχτεί το κέρασμα. Η Φίσερ όμως ήταν τόσο πιεστική που τελικά τον έπεισε.
 

Κάθισε μαζί του και άρχισε να τον ρωτάει για τη ζωή του:

Σάββατο 10 Απριλίου 2021

Σώπα εὐλογημένε, εἶναι ὁ Χριστὸς καὶ μᾶς δοκιμάζει...

 


Ὁ Ἅγιος Νικόλαος ὁ Πλανὰς (Ἡμέρα μνήμης : 2/3) πήγαινε γιὰ ἁγιασμὸ ἤ Εὐχέλαιο σὲ σπίτια χριστιανῶν. Κάποια φορὰ βρέθηκε στὸ Κολωνάκι (μὲ τὸν Αλ. Παπαδιαμάντη πού τοῦ ἔκανε τὸν ψάλτη) τὸν εἴχανε μάθει οἱ Κολωνακιώτες πού ἦταν εὐλαβὴς καὶ τὸν καλούσανε. Καὶ κατεβαίνει ἀπὸ ἕνα ἀρχοντικὸ σπίτι - οἱ ζητιάνοι μεταξὺ τοὺς τὸ λέγανε: "Ποῦ πάει ὁ παπάς; Πάει ἐκεῖ. Πᾶμε καὶ μεῖς". Καὶ ἤτανε στὴν οὐρὰ, μπῆκε λοιπὸν ἕνας ζητιάνος πού ἦταν πιὸ τσίφτης καὶ πηγαίνει κούτσα-κούτσα καὶ τοῦ λέει, παπὰ δῶσε μου. Καὶ ὅτι εἶχε στὴ τσέπη του ὁ Ἅγιος τὰ ἔβγαλε καὶ τὰ ἔδωσε. Ἤτανε δίπλα του ὁ Παπαδιαμάντης καὶ τοῦ λέει, 
– Παπὰ πρόσεξὲ τόν, γιατὶ αὐτὸν τὸν βλέπω στὴν πιάτσα. 
– Ναί, ναὶ, ναὶ, δὲν πειράζει, δὲν πειράζει. 
Καὶ περπατώντας τὸ τετράγωνο, αὐτὸς κάνει τὸ γύρο τοῦ τετραγώνου ἀπὸ τὴν πολυκατοικία τὴν ἑπόμενη καὶ πάει στὸ δεύτερο στενό, καὶ κουτσαίνει πάλι καὶ ξαναπάει μπροστὰ στὸν Ἅγιο. Καὶ ξαναβγάζει ἀπὸ τὴν ἄλλη τσέπη ὁ παπὰς καὶ τὰ δίνει. Θύμωσε ὁ Παπαδιαμάντης καὶ τοῦ λέει, 

Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

Το καλύτερο μήνυμα που διάβασα ποτέ.

 


Αφιερώστε λίγο χρόνο στη μητέρα σας…
Η γυναίκα μου μού πρότεινε να βγω με άλλη γυναίκα.
‘Γνωρίζεις πολύ καλά πως την αγαπάς’ μου είπε μια μέρα ξαφνιάζοντάς με.

‘Η ζωή είναι πολύ σύντομη, αφιέρωσέ της χρόνο.’
‘Μα εγώ ΕΣΕΝΑ αγαπώ’ της είπα έντονα.
‘Το ξέρω. Εξίσου όμως αγαπάς κι εκείνη.’

Η άλλη γυναίκα, την οποία η γυναίκα μου ήθελε να επισκεφθώ, ήταν η μητέρα μου, χήρα εδώ και χρόνια. Όμως οι απαιτήσεις της δουλειάς και των παιδιών με ανάγκαζαν να την επισκέπτομαι αραιά και που.’


Εκείνο το βράδυ της τηλεφώνησα και την προσκάλεσα έξω σε δείπνο και μετά για κινηματογράφο.
‘Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;’ με ρώτησε.
Η μητέρα μου είναι από τους ανθρώπους που εκλαμβάνει ένα νυχτερινό τηλεφώνημα ή μια αναπάντεχη πρόσκληση ως αρχή κακών μαντάτων.
‘Νόμιζα πως θα ήταν καλή ιδέα να περνούσαμε λίγο χρόνο μαζί’ της απάντησα. ‘Οι δυο μας μόνοι… Τί λες;’


Σκέφθηκε λιγάκι και απάντησε: ‘Θα το ήθελα πολύ.’
Εκείνη την Παρασκευή, καθώς οδηγούσα μετά το γραφείο για να πάω να την πάρω, αισθανόμουν περίεργα. Ήταν ο εκνευρισμός που προηγείται ενός ραντεβού… Και πώς τα φέρνει η ζωή, όταν έφθασα στο σπίτι της, παρατήρησα πως και η ίδια ήταν φοβερά συγκινημένη!

Ο γιαπωνέζος ζητιάνος που έγινε Ορθόδοξος μοναχός.


Θα ήθελα να δώσω ένα μικρό παράδειγμα ποιμαντικής δραστηριότητας. Εμείς έχουμε ένα μικρό μετόχι στην Νέα Υόρκη. Βρίσκεται σε μία πολύ φτωχή συνοικία της πόλης όπου ζουν κυρίως ισπανόφωνοι και μαύροι: Παντού ναρκωτικά, αλκοόλ, άστεγοι. Πίστευω πως πάνω από τους μισούς κατοίκους της περιοχής ζουν από τα επιδόματα του κράτους.

Για τους εφήβους της περιοχής το να γεννήσεις ένα παιδί στα 14-15 σου χρόνια είναι λόγος να υπερηφανεύεσαι. Όχι να το φροντίζεις, απλώς να το γεννήσεις. Γι αυτό πολλοί λίγοι ατενίζουν το μέλλον με κάποια προοπτική. Σε κάθε δεύτερη γωνία θα βρεις μία καθολική ή προτεσταντική εκκλησία, μία συναγωγη, αλλά όλες είναι άδειες.

Μπροστά από το οίκημά μας βρίσκεται ένα βαθούλωμα, το οποίο εμείς ονομάζουμε ''πηγάδι''. Χρησιμεύει για να κατέβεις σ'ένα υπόγειο μέρος. Μία φορά, μέσα Φεβρουαρίου ήταν, έριχνε χιονόνερο και έκανε κρύο. Ξαφνικά ανάμεσα στους κάδους των σκουπιδιών, που επίσης βρίσκονται σε αυτό το βαθούλωμα, άκουσα ένα θόρυβο. Σκέφτηκα πως κάποιος ζητιάνος ψάχνει μέσα στους κάδους άδεια μπουκάλια και όπως συνήθως γίνονταν, θα πέταγε τα σκουπίδια έξω από την πόρτα μας. Αυτό δεν ήθελα να το επιτρέψω.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2020

Ο «Παπουλάκος» και η διάσημη μάγισσα

 


Στο Γεωργίτσι της Μάνης, περί το 1850 ήταν μια διάσημη μάγισσα. Ήταν πληγή της περιοχής. Την έτρεμαν οι πάντες.

Κάποτε όμως, την συνάντησε ο άγιος μοναχός και ιεροκήρυκας Χριστόφορος Παπουλάκος. Της επετέθει με την μαγκούρα του και την τσάκισε στο ξύλο.

Έκθαμβοι οι Μανιάτες κοίταζαν τον Γέροντα:
«Τι με κοιτάζετε;» τους λέει «και γιατί την φοβόσαστε αυτή την βρωμουναίκα; Να σας το πω εγώ. Φοβάσθε διότι λιγόστεψε η πίστη σας και παρατήσατε τον δρόμο του Χριστού. Διατί τάχα δεν την φοβούμαι εγώ; Ούτε πιο γερός από σας είμαι ούτε πιο νέος. Δεν είναι το μυαλό και τα χέρια, που μου έδωσαν την δύναμη να χτυπήσω με τούτο το ραβδί κατακέφαλα τον σατανά την ώρα που έκανε τα μάγια του, αλλ’ ο Χριστός.

Μονάχα όταν γυρίσετε στον Χριστό θα σπάσετε τις δαιμονικές κλωστές, με τις οποίες οι μάγισσες κυκλώνουν τα σπίτια σας και δένουν τους άνδρες σας και βασκαίνουν τα παιδιά σας.

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2020

Ἐσεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι παπάδες εἶσθε φωτιά!”

 


Μαρτυρία π. Ιάκωβος Μπάντζα, Κονγκό:
 
«Κάποια φορά μέ ἔστειλε ὁ παπα-Κοσμᾶς Γρηγοριάτης νά συναντήσω τό μάγο μίας συνοικίας τοῦ Κολουέζι, ὁ ὁποῖος μέ τά μαγικά του εἶχε παραλύσει δύο Ὀρθόδοξα παιδιά μας. Θυμᾶμαι τούς γονεῖς αὐτῶν τῶν παιδιῶν στό χῶρο τῆς Ἱεραποστολῆς μας, πού μᾶς ἐξιστόρησαν τό πρόβλημά τους και μᾶς ζήτησαν νά διερευνήσουμε τήν ὑπόθεσι. Πῆγα στή συνοικία τους καί γνωρίσθηκα μέ τό μάγο. Ἦταν ἕνα παιδί ἡλικίας δεκατριῶν ἐτῶν.
– Ἐσύ εἶσαι πού παρέλυσες δύο Ὀρθόδοξα παιδιά μας;

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

Παράπονα στο Θεό (Υπέροχο δίδαγμα)

 



Ήταν κάποτε στην Παλαιστίνη ένας άνθρωπος πολύ πλούσιος. Είχε σπίτια, αμπέλια, χωράφια και περιβόλια, είχε κοπάδια πρόβατα κι οι κασέλες του ήταν γεμάτες χρυσά νομίσματα. Όμως όλα του τα αγαθά τα είχε αποκτήσει με αδικίες και τοκογλυφίες.

Είχε αφήσει στο δρόμο χήρες και ορφανά, είχε δανείσει σε φτωχούς με βαρύ τόκο, είχε ξεγελάσει άλλους πουλώντας τους σκάρτα εμπορεύματα, είχε πει ψέμματα, μόνο και μόνο για να κερδίσει λεφτά.

Στην πόλη του κανένας δεν τον συμπαθούσε. και μολονότι πάσχιζε να πνίξει τη φωνή της συνείδησής του, έρχονταν στιγμές, που οι αδικίες του τον τάραζαν και του έκοβαν τον ύπνο. Και έφτασε μια εποχή που τίποτα πια δεν τον ευχαριστούσε, ούτε τα εκλεκτά φαγιά, ούτε τα ακριβά ρούχα, ούτε οι διασκεδάσεις. τα δάκρυα και οι κατάρες των ανθρώπων που είχε αδικήσει, δεν τον άφηναν να ησυχάσει. Τον έτρωγαν οι τύψεις, τον έπνιγε η θύμηση των ανομημάτων του. Μη ξέροντας, λοιπόν, τι να κάμει, για να δώσει τέλος στο μαρτύριο του, αποφάσισε να ζητήσει τη συμβουλή ενός σοφού γέροντα, που μόναζε έξω από την πόλη.

Σάν έφτασε έξω από το κελλί, είδε τον μοναχό να προσεύχεται γονατιστός, ξεκουκίζοντας το κομποσχοίνι του. Ο πλούσιος παρατήρησε τη γαλήνη και την ακτινοβολία που είχε το πρόσωπό του γέροντα και για μια στιγμή τον ζήλεψε!

Χωρίς να το καλοκαταλάβει, γονάτισε δίπλα του.

«Άνθρωπε του Θεού, σε ικετεύω, ψιθύρισε, πες μου, πως μπορώ να σωθώ;

Από τί να σωθείς, αδελφέ μου; από τί ή από ποιόν κινδυνεύεις; Απάντησε ήρεμα ο μοναχός.

Δουλώθηκε η ψυχή μου στα υλικά αγαθά, παραδέχτηκε ο πλούσιος. Αδίκησα, εξαπάτησα, έκλεψα, συκοφάντησα, για να μαζέψω τα πλούτη που έχω και τώρα μου έχουνε γίνει βάρος ασήκωτο.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2020

Ο άθεος και η γριούλα



Στις δώδεκα τα μεσάνυχτα χτύπησαν την πόρτα. Ήταν μια γριούλα και ζητούσε να πάει να κοινωνήσει έναν άρρωστο. Ό Ιερέας ετοιμάστηκε και βγήκε αμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σε ένα φτωχό σπιτάκι, τύπου παράγκας. Ή γριούλα ανοίγει την πόρτα και μπάζει τον Ιερέα σε ένα δωμάτιο. Και να, ξαφνικά ό παπάς ευρίσκεται εκεί μόνος με τον άρρωστο.Ό άρρωστος του δείχνει με χειρονομίες την πόρτα και σκούζει. Φύγε από εδώ! Ποιός σε κάλεσε; Εγώ είμαι άθεος. Και άθεος θα πεθάνω.
Ό παπάς τα έχασε. Μά δεν ήλθα από μόνος μου! με κάλεσε ή γριά! Ποιά γριά; “Εγώ δεν ξέρω καμιά γριά!

Ό παπάς, καθώς στέκει απέναντί του, βλέπει επάνω από το κεφάλι του άρρωστου, μια φωτογραφία με την γυναίκα που τον κάλεσε.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Όταν η αγάπη του λαϊκού διδάσκει τον πνευματικό



Ήταν ένα ζευγάρι άτεκνο. Και οι δύο με κοινό πνευματικό και θρησκευόμενοι.

Οπότε η σύζυγος, εγκαταλείπει τον σύζυγο γιατί δεν της έκανε παιδιά. Δεν δίνει καμιά ευκαιρία στον γάμο της, πού ήταν μάλιστα και ο δεύτερος γάμος της!

Σκοπός της και θέλημα της να κάνει παιδιά. Τον διώχνει από το σπίτι λοιπόν, αλλά δέχεται και να την συντηρεί, ασχέτως αν δεν τον παραδέχοταν για άντρα της.

Ο σύζυγος να την παρακαλεί, να βάζει μεσίτη τον πνευματικό, αλλά και να την συντηρεί οικονομικά χωρίς να γογγύζει. Αυτή εκμυστηρεύεται στον πνευματικό, μετά από πολλά, ότι κατάφερε να μείνει έγκυος από έναν άλλο, εκτός γάμου και πάει για τρίτο γάμο!

Θρησκευόμενη και δεν κατανόησε πώς σκοπός του γάμου δεν είναι μόνο η παιδοποιία. Τα λεφτά εν τω μεταξύ τα λάμβανε κανονικά από τον κανονικό της σύζυγο, εν πλήρει αναισθησία.  

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019

Μια αληθινή σύζυγος


Η Βάσω και ο Τάκης παντρεύτηκαν νέοι, όμως η Βάσω ήταν πολύ καλή και θρησκευόμενη, ενώ ο Τάκης πολύ καλός, αλλά αδιάφορος θρησκευτικά.

Η Βάσω βλέποντας τον ωραίο χαρακτήρα του του φερόταν με πολλή αγάπη, όμως και εκείνος χαιρόταν πάρα πολύ για την αγάπη της γυναίκας του. Μια μέρα ο Τάκης ρώτησε την γυναίκα του:

– Βασούλα βλέπω ότι μου κάνεις όλα τα χατίρια και ποτέ δεν μου λες όχι. Εσύ τι θέλεις από μένα;

– Έχω από όλα του απάντησε, δεν θέλω τίποτε.

Εκείνος όμως επέμενε:
– Θέλω και εγώ να κάνω κάτι για σένα. Πες μου και ό,τι θέλεις θα γίνει.

– Αφού επιμένεις σου το λέω. Το μόνο που θέλω είναι να κάνεις και εσύ τον σταυρό σου, όταν τρώμε, όταν πάμε να κοιμηθούμε…

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

Θα είμαι δίπλα σου να σε σηκώνω μέχρι να μπορέσεις να σηκώνεσαι μόνος σου


Κάποτε ήταν ο γιος ενός πολύ πλούσιου ανθρώπου στο κολλέγιο και κόντευε να τελειώσει. Ο πατέρας του, του είχε υποσχεθεί πως όταν έφτανε στην αποφοίτηση θα του έπαιρνε σαν δώρο ό,τι εκείνος ήθελε.

Πράγματι, ο γιος, που δεν είχε στερηθεί ποτέ τίποτα, έφτασε στην αποφοίτηση και ζήτησε ένα ολοκαίνουριο και πανάκριβο αυτοκίνητο.

Το επόμενο πρωί ο πατέρας τον κάλεσε στο γραφείο του για να του δώσει το δώρο του. Προς μεγάλη έκπληξη του γιου, ο πατέρας του, του έδωσε ένα μικρό τυλιγμένο πακέτο. Ανοίγοντας το περιτύλιγμα, ο γιος αντίκρυσε ένα πανέμορφο δερματόδετο σημειωματάριο μαζί με μια υπέροχη χειροποίητη πένα. Δεν φάνηκε όμως να ενθουσιάζεται… εξοργίστηκε τόσο πολύ που πέταξε με δύναμη το δώρο του πατέρα του στο πάτωμα και έφυγε, χτυπώντας την πόρτα πίσω του και φωνάζοντας: «Κράτα το σημειωματάριο εσύ, θα πάρω το αυτοκίνητο μόνος μου, δεν σε έχω ανάγκη παλιοτσιγγούνη»!

Ο θυμός του γιου ήταν τόσο έντονος που έφυγε από το σπίτι και έκανε χρόνια να δει τον πατέρα του. Έπιασε μια καλή δουλειά μετά τις σπουδές του, βγάζοντας πολλά χρήματα και πήρε μόνος του το αμάξι που ήθελε. Μεγαλώνοντας όμως κάτι άλλαζε μέσα του και μετάνιωνε για την πράξη του. Σκεφτόταν, λοιπόν, να βρει ξανά τον πατέρα του και να του ζητήσει συγγνώμη. Δυστυχώς, όμως, πριν προλάβει να το κάνει, ο πατέρας του πέθανε.

Ο ανάξιος ετοιμοθάνατος


Ένας Ρώσος ιερέας καταθέτει την ακόλουθη προσωπική του μαρτυρία:

«Με κάλεσαν να εξομολογήσω και να κοινωνήσω έναν βαριά άρρωστο. Μπαίνοντας στο σπίτι, άκουσα άπ” το δωμάτιό του φωνές και κατάρες. Αναρωτήθηκα ποιός βρίζει με τέτοιο τρόπο και ταράζει τη γαλήνη, που πρέπει να επικρατεί στις κρίσιμες αυτές ώρες.

Έκπληκτος όμως διαπίστωσα πώς ήταν ο ίδιος ο ετοιμοθάνατος. Σκεφτόμουν με τι τρόπο να επικοινωνήσω μ” αυτόν τον άνθρωπο, που λίγο πριν πεθάνει βρίζει και καταριέται. Αφού προσευχήθηκα, μπήκα τέλος στο δωμάτιό του, αποφασισμένος να κάνω Το καθήκον μου. τον εξομολόγησα πρώτα, και ύστερα τον κοινώνησα.

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Ο συγκλονιστικός πατέρας που από πίστη χόρεψε στον θάνατο του παιδιού του


Το παρακάτω συγκλονιστικό περιστατικό, που δείχνει την απλή και καθαρή πίστη του λαού, διηγόταν ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Δαμασκηνός (1891-1949).

Την παραμονή ενός Πάσχα, όταν αυτός ήταν μικρός, οι γονείς του μελλοντικού Αρχιεπισκόπου έχασαν ένα άλλο παιδί τους που πέθανε.


Ο αδελφός του που εκοιμήθη ήταν παλικάρι είκοσι χρονών και το πένθος των γονιών ήταν πολύ βαρύ.

Οι χωριανοί της γενέτειράς του Δορβιτσάς, την άλλη μέρα, ανήμερα της Λαμπρής, δεν λέγανε να στήσουν τον χορό στην πλατεία της εκκλησιάς τους, συμπάσχοντας με τον γέρο πατέρα του πεθαμένου παλικαριού.

Ο πατέρας άκουσε την ησυχία.
Ρώτησε: – γιατί δεν χορεύουν;
Του είπαν το γιατί.

Κυριακή 20 Μαΐου 2018

Όσοι έτρωγαν στο εστιατόριο αηδίασαν με τον γέρο πατέρα του, αλλά αυτό που τους είπε στο τέλος ήταν στ’ αλήθεια ανεκτίμητο.


Το πως, όμως, αντιμετωπίζεις τα στερεότυπα, φαίνεται μόνο όταν έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τη διαφορετικότητα.

Όπως ακριβώς, δηλαδή, έγινε και Ιστορία που θα σας διηγηθούμε ευθύς αμέσως.

Ένας γιος δειπνούσε με τον πατέρα του σε ένα πολυσύχναστο εστιατόριο. Ο πατέρας, καθώς ήταν πολύ μεγάλος και αδύναμος, ενώ έτρωγε, έριχνε το φαγητό του στα ρούχα του. Όσοι ήταν εκεί τον παρακολουθούσαν με αηδία. Ο γιος, όμως, παρέμενε ήρεμος.

Αφού τελείωσαν με το φαγητό τους, ο γιος χωρίς να νιώσει καθόλου ντροπή, ήσυχα, πήγε τον πατέρα στην τουαλέτα. Εκεί, σκούπισε το φαγητό από πάνω του, καθάρισε τους λεκέδες, χτένισε τα μαλλιά του και σταθεροποίησε τα γυαλιά του. Όταν βγήκαν, ολόκληρο το εστιατόριο τους κοιτούσε. Κανείς δε μιλούσε.

Ο γιος πλήρωσε το λογαριασμό και προχώρησε να φύγει με τον πατέρα του.

Ξαφνικά, ένας ηλικιωμένος ανάμεσα στον κόσμο φώναξε στον γιο και τον ρώτησε, “Μήπως άφησες κάτι πίσω;”

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

Μάνα συγγνώμη και… σ’ ευχαριστώ!


Ένας νεαρός άνδρας πήγε να υποβάλλει αίτηση για μια διευθυντική θέση σε μια μεγάλη εταιρεία . Αφού πέρασε την αρχική συνέντευξη , έπρεπε τώρα να συμφωνήσει και ο γενικός διευθυντής για την πρόσληψη.

Ο διευθυντής ανακάλυψε από το βιογραφικό του, ότι ο νεαρός είχε εξαιρετικές ακαδημαϊκές σπουδές. Ρώτησε, «Πως κατάφερες να κάνεις αυτέ τις σπουδές; Μήπως πήρες υποτροφίες;»

«Όχι του απάντησε ο νεαρός».

«Ο πατέρας σου κατέβαλλε όλα αυτά τα δίδακτρα;» ρώτησε ξανά ο διευθυντής.
«Ο πατέρας μου κύριε πέθανε όταν ήμουν ενός έτους, η μητέρα μου ήταν αυτή που πλήρωνε τα δίδακτρά μου» Απάντησε.

« Που εργάζεται η μητέρα σου;»

«Η μητέρα μου εργάζεται ως καθαρίστρια ρούχων. Πλένει ρούχα για άλλους»

Ο διευθυντής ζήτησε τότε από το νεαρό να του δείξει τα χέρια του. Ο νεαρός έδειξε τα χέρια του τα οποία ήταν λεία και πολύ απαλά.

«Έχεις βοηθήσει ποτέ τη μητέρα σου στο πλύσιμο των ρούχων;»

«Ποτέ, η μητέρα μου ήθελε πάντα να μελετώ και να διαβάζω όσο το δυνατόν περισσότερο. Εκτός αυτού, η μητέρα μου πλένει τα ρούχα πιο γρήγορα από μένα.

Δείτε τι έγινε όταν ένας γιατρός διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας!


Ήταν Παρασκευή πρωί και στο ιατρείο του νοσοκομείου δεν είχε και πολύ δουλειά. Είχα τελειώσει τις πρωινές παραγγελίες θεραπειών και είχα κενό. Χτύπησε το τηλέφωνό μου. Ήταν ο αδελφός μου, που εκείνη την εποχή ήταν με τους γονείς μου στο νησί.

«Να σου πω, ο μπαμπάς δε μιλάει και πολύ καλά, σαν να είναι μεθυσμένος αλλά δεν έχει πιει». «Δώσέ μου τον» του απάντησα. Ο πατέρας μου, 73 χρονών με ιστορικό χειρουργηθείσας καρδιοπάθειας-διπλό bypass, μεταλλική βαλβίδα και χειρουργείου στις καρωτίδες, υπό αγωγή που ευλαβικά ακολουθεί σύμφωνα με τη συνεννόηση που κάνουμε μεταξύ μας. Μου τον έδωσε… όντως ο πατέρας μου μίλαγε σαν μεθυσμένος, σαν να μασούσε τα λόγια του. Ξαναζήτησα τον αδελφό μου: »περπατάει κανονικά; χαμογελάει κανονικά; έχει δύναμη σε χέρια και σε πόδια;»
«όλα καλά, αλλά δε μιλάει καλά». «Τον φορτώνεις τώρα στο αυτοκίνητο και τον πας νοσοκομείο».

Κλείνω τη γραμμή και με τη μια παίρνω τον παλιό μου διευθυντή στην παθολογική και στην καρδιολογική. «Σας έρχεται ο πατέρας μου με δυσλεξία πρόσφατης έναρξης με το γνωστό του ιστορικό«. Ξαναπαίρνω τον αδελφό μου, «μόλις ξεκινήσαμε, σε 15 λεπτά θα είμαστε εκεί». «Σας περιμένουν, δεν περιμένεις στα επείγοντα, πας σφαίρα στην κλινική μέσα, οκ; » «οκ».

Χίλιοι λογισμοί, χιλιάδες τρομακτικές σκέψεις. Δεν χρειάζεται καν να είσαι γιατρός για να έρθει η λέξη «εγκεφαλικό» στο μυαλό παρέα με σκέψεις για μη αναστρέψιμες βλάβες κλπ κλπ. Τους ξαναπήρα. Είχαν ξεκινήσει. Η ομιλία του πατέρα μου αμετάβλητη.

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2017

«Ρηνούλα Ρηνούλα, ήλθε ο Χριστός να με πάρει με όλα τα τάγματα των Αγίων Του…»


Στην Μονή μας, του Οσίου Γρηγορίου έζησε τα τελευταία του χρόνια ο μοναχός Εμμανουήλ Νεοσκητιώτης, ο οποίος ήταν αδελφός του πρώην Μητροπολίτου Μηθύμνης Ιακώβου Κλεόμβροτου.

Είχε και δύο αδελφές, οι οποίες έζησαν ασκητικό βίο μέσα στον κόσμο, χωρίς ποτέ να φορέσουν το μοναχικό σχήμα. Θα αναφερθούμε στην Οσία Ψυχή, την Βασιλική, όπως μας διηγήθηκε ο π. Εμμανουήλ γα τις τελευταίες ημέρες της ζωής της.

«Τώρα θα σού ειπώ, ο,τι θυμάμαι από την ζωή και το οσιακό τέλος της Βασιλικής».

῾Η αδελφή μου Βασιλική, όπως είπαμε, ζούσε αυστηρή ασκητική ζωή. ῾Υπηρετούσε με την αδελφή της τον πατέρα μας, τον αδελφό μας, τον Δεσπότη εναλλάξ ως οικιακή βοηθός. Ολη σχεδόν την εβδομάδα ενήστευε και ζούσε με το αντίδωρο και τον αγιασμό.

Κάθε Σάββατο και Κυριακή έτρωγε μαζί με τον Δεσπότη. Προς το τέλος της ζωής της, εγώ ευρισκόμουν στην Αθήνα, όταν πληροφορήθηκα το γεγονός. Επήγα αμέσως στην Μυτιλήνη και επί 4 ημέρες δεν έφυγα καθόλου από κοντά της.

Στις 30 Ιανουαρίου 1965, είχε πολύ επιδεινωθή η κατάστασίς της. Τότε είχαν συμπληρωθή 40 ημέρες από τότε που η Παναγία την είχε πληροφορήσει, ότι θα αναχωρήση για τις αιώνιες Μονές. Οταν η ίδια άκουσε τους ιατρούς να προτείνουν επίμονα την μεταφοράν της στο Νοσοκομείο, εκείνη αντέδρασε λέγοντας:

Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΑΣΚΗΤΗ





(Μία ΑΝΕΚΔΟΤΗ συγκλονιστική Αγιορείτικη ιστορία )

Ἡ παροῦσα διήγηση εἶναι μία συγκλονιστικὴ ἐμπειρία τοῦ μακαριστοῦ π.Θεόκλητου Διονυσιάτη, ὅπως τὴν  ἐμπιστεύθηκε πρὶν 38 χρόνια σχεδὸν στὸν  Ἁγιορείτη Μοναχὸ π.Κύριλλο Παντοκρατορινό, ὁ ὁποῖος μὲ δέος  καὶ νοσταλγία  πρὶν λίγες ἡμέρες μας τὴν μετέφερε.

 Από τὰ Happy Christmas  λοιπὸν τῶν «εὐτυχισμένων»  ἀνθρώπων  ἂς ταξιδεύσει φέτος ὁ λογισμός μας στ’ Ἅγιονορος ,ἐκεῖ στὰ φρικτὰ Καρούλια ,μὲ τοὺς ξυπόλυτους ἀσκητᾶς  καὶ σὲ ὅσα μας ἐξομολογιέται μὲ συγκλονισμὸ ὁ ἁγιασμένος καὶ σοφός μας π.Θεόκλητος ὁ Διονυσιάτης .

*  *  *

«ΝΕΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ τότε, κατὰ τὸ ἔτος 1941, ἐν μέσῳ τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ  ἐνσκήψαντος δεινοῦ  χειμῶνος ,μου ἦρθε ὁ καλὸς λογισμὸς νὰ ἐπισκεφθῶ προσκυνητὴς τὰ φρικτὰ Καρούλια, νὰ κάμω καὶ ἐγὼ ἀσκητικὰ Χριστούγεννα μαζὶ μὲ τοὺς ἀετόψυχους Καλόγηρους τούτου τοῦ ἀπαράκλητου τόπου.
Τὴν εὐλογία μου τὴν ἔδωκε ἀμέσως δίχως δισταγμὸ ὁ Γέροντάς μου ,ὁ Ὀσιότατος π.Γαβριήλ, ὁ καὶ Ἡγούμενος χρηματίσας τῆς τοῦ Διονυσίου Μονῆς. Μοῦ ἔδωκε εἰσέτι καὶ λίγους ὀβολοὺς διὰ τὸ ταξίδιό μου μὲ  τὸ μοτόρι  καὶ λίγες φανέλες γιὰ νὰ ἔχω νὰ ἀλλάξω, μὲ εὐλόγησε καὶ εὐχόμενος μὲ ἔστειλε σὲ τοῦτο τὸ κατανυκτικὸ ταξίδι.
Ἔβαλα μετάνοια στὸν Γέροντά μου λοιπὸν ,φορτώθηκα τὸν ντορβά μου, κι’ἔλαβα  τὸ ραβδὶ μὲ προορισμὸ τὰ κατανυκτικὰ Καρούλια προκειμένου νὰ λάβω μέρος στὴν ἀγρυπνία τῶν Χριστουγέννων.
 Από τὴν παραμονὴ ήδη τὸ πρωΐ ὁ οὐρανὸς ἤτανε μαῦρος σὰν μολύβι, κ᾿ ἔπιασε να ρίχνει νερόχιονο βελονιαστὸ.