Στην
αγιοκατατάξη του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού προχώρησε σήμερα, Δευτέρα 9
Μαρτίου 2020 η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Επίσης σύμφωνα με πληροφορίες της
Romfea.gr η Ιερά Σύνοδος προέβει και στην αγιοκατάταξη των Γερόντων
Εφραίμ και Δανιήλ Κατουνακιώτη.
Να αναφερθεί
ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος κατά την διάρκεια της
επίσκεψής του στο Άγιον Όρος το φθινόπωρο του 2019, είχε προαναγγείλει
τις αγιοκατατάξεις των τριών Αγιορειτών.
Ο Γέροντας είχε βγει έξω τη διακαινήσιμο εβδομάδα· πάνε πολλά χρόνια.
Είπε ο γερο-Ιωσήφ εις τη Γερόντισσα Ευπραξία και τις άλλες αδελφές:
«Βρήκα ένα παπαδάκι καλό» (για μένα έλεγε). Συνεννοήθηκε η Γερόντισσα με
τις άλλες, και μου πλέξανε ένα σκουφάκι.
Όταν ήρθε ο γερο-Ιωσήφ, πήγε στις αλυκές· δεν ανέβηκε επάνω εις το
σπίτι. Κατεβήκαμε όλοι κάτω. Λέει ο Γέροντας: «Βρε παπά, πάρε αυτό το
σκουφάκι». Μόλις το φόρεσα εγώ το σκουφάκι αυτό, άναψα από προσευχή και
θείο έρωτα! «Τι σκουφί είναι αυτό , Γέροντα;» του λέω. «Να ήξερες», λέει
ο Γέροντας, «τι προσευχές έκανε η Γερόντισσα Ευπραξία σ' αυτό το
σκουφάκι!»
Η Γερόντισσα Ευπραξία έστειλε ένα κομποσχοινάκι. Νομίζω ήτανε πενηντάρι,
«Γέροντα», λέω, «δώσε μου αυτό το κομποσχοινάκι». «Πάρ' το», μου λέει.
Εις την εικόνα που μου είχε δώσει ο Γέροντας, (μία εικόνα και ένα
πολυσταύρι), το κρέμασα αυτό το κομποσχοινάκι. Και όταν αυτό ευωδίαζε
την ημέρα, ήξερα ότι το βράδυ θα έχω προσευχή. Όταν δεν ευωδίαζε το
κομποσχοινάκι, δεν είχα προσευχή Χρόνια πολλά αυτό.
Η προσευχή, το κομποσχοίνι, η ελεημοσύνη νικά το έλεος του Θεού. Καμιά αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη από το έλεος του Θεού.
«Ένας
γέροντας μου διηγήθηκε το εξής: Στην Κρήτη, στο χωριό του, στη γειτονιά
του, μια γυναίκα πολύ υπέφερε από τον άνδρα της. Ήσαν φτωχοί,
πάμφτωχοι. Ο άνδρας ήτο καπνιστής μανιώδης, και όταν δεν είχε τσιγάρο,
στη γυναίκα του ξεθύμαινε. Πολύ ξύλο της έδινε.
Μια
βραδιά πήγε στο σπίτι του και εκτύπησε τη γυναίκα του πολύ. Η Μαρία
όμως, έτσι λεγόταν η γυναίκα του, υπέμενε γενναίως και όλο την Παναγία
επεκαλείτο. Τα μεσάνυχτα σηκώθηκε, λούστηκε, χτενίστηκε, φόρεσε τα καλά
της ρούχα, και πλάγιασε, για να μην ξυπνήσει πλέον. Απέθανε. Όταν μετά
από έναν χρόνο την έκαμαν ανακομιδή, όλος ο τόπος ευωδίασε! Δεν είχαν
φθάσει ακόμη σκάπτοντας στα οστά της και μια άρρητος ευωδία εξήλθε.
Εις την Αγία Άννα, ζούσε ένας Γέροντας με τον υποτακτικό του, ο οποίος έκανε συχνά παρακοές. Ήτανε παραμονή μιας εορτής της Παναγίας.
«Γέροντα»,
λέει ο υποτακτικός, «θά πάω να ψαρέψω κανένα ψάρι, διότι της Παναγίας
εορτή είναι αύριο. Τί θα φάμε;» «Παιδί μου», του λέει ο Γέροντας, «εδώ
οι γείτονες μας ψαράδες είναι.
Ώρες ψάρευαν και δεν πιάσανε
ψάρια. Αν ήθελε η Παναγία να τρώγαμε ψάρια, θα έπιαναν, θα έφερναν και
σε μας. Να μην πάς για ψάρεμα». «Όχι, Γέροντα», ξαναλέει ο υποτακτικός,
«εγώ θα πάω να ψαρέψω». «Μην πηγαίνεις», επαναλαμβάνει ο Γέροντας. «Όχι,
θα πάω», λέει ο υποτακτικός και φεύγει… Διαβάστε εδώ: Χριστέ μου, άνοιξε τα μάτια της καρδιάς μου
Ο
Γέροντας τότε σκέπτεται ότι ο υποτακτικός του ευρίσκεται σε παρακοή αν
του τύχει κανένας μεγάλος πειρασμός του υποτακτικού του; Μήπως
γλιστρήσει εις την θάλασσα; Διά τούτο μπαίνει στο κελλί του και κάνει
προσευχή, κάνει κομποσχοίνι για τον υποτακτικό του.
Δυο μήνες κάθισα κοντά στον γερο-Ιωσήφ (τον Ησυχαστή) και βρήκα τη
χάρη. Ένα βράδυ προσευχόμουν όρθιος στο κελλί μου. Για μια στιγμή σαν να
άνοιξε ο απέναντι τοίχος, και είδα να με πλησιάζουν τρεις μορφές. Η
ψυχή μου άνοιξε τα χέρια της και αγκάλιασε τη μεσαία. Τί αισθάνθηκα δεν
λέγεται. Η πνευματική μου αίσθηση με πληροφορούσε ότι ήταν ο Χριστός
συνοδευόμενος από δύο αγγέλους. Μόλις συνήλθα, πήρα το φαναράκι μου και
μεσάνυκτα ξεκίνησα για τον Άγιο Βασίλειο. Καθ΄ οδόν περικύκλωσαν την
ψυχή μου οι δαίμονες. Φόβος και τρόμος με κατέλαβε. Έφθασα επιτέλους,
αγωνιών και ασθμαίνων, στον Άγιο Βασίλειο.
Το
1933 ο περίφημος γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης σε ηλικία 21 ετών πήρε
την μεγάλη απόφαση της ζωής του να εγκαταλείψει τον κόσμο και να γίνει
μοναχός στο άγιο Όρος.
Έχοντας
σαν οδηγό του την ανεπιφύλακτη πίστη και εμπιστοσύνη του στο Θεό έφτασε
σε μια από τις πιο απομακρυσμένες και απαράκλητες περιοχές του Άθωνα,
τα Καυσοκαλύβια. Εκεί η πρόνοια του Θεού τον οδήγησε στο ασκητικό
Ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου. Εκεί ζούσανε τρεις γέροντες,
πολύ αυστηροί και τραχείς, κατά γενική ομολογία.
Έζησε
κοντά τους με πολύ υπακοή, ταπείνωση και… υπομονή. Και τονίζουμε την
υπομονή διότι οι γέροντες του (τους οποίους όλους γηροκόμησε και
φρόντισε μέχρι την τελευταία τους πνοή), ήταν πάρα πολύ αυστηροί μαζί
του. Του συμπεριφέρονταν απάνθρωπα. Το όνομά του δεν το άκουσε ποτέ να
το λένε, παρά τον αποκαλούσαν πάντα με τα χειρότερα λόγια και πολλές
φορές έφταναν και να τον χτυπούν.
Μια
μέρα σαν άνθρωπος λύγισε και αγανακτισμένος πήρε την απόφαση να φύγει.
Διστάζοντας όμως να εμπιστευτεί τον λογισμό του, σκέφτηκε να πάει πρώτα
να τον εξομολογηθεί σε έναν πνευματικό στην Ιερά Μονή της Σιμωνόπετρας.
Με
ειλικρίνεια εξέθεσε στον πνευματικό του όλη την αλήθεια και περιέγραψε
τα γεγονότα. Αφού λοιπόν εξέθεσε όλα του τα δεινά που υφίστατο κοντά σε
αυτούς τους ανθρώπους στο τέλος είπε: “Πάτερ δώσ’ μου ευλογία να φύγω να
γλιτώσω…”. Ο διακριτικός πνευματικός αφού σκέφτηκε για λίγο του
απάντησε: “Πάτερ Εφραίμ, αν θες να γλιτώσεις, φύγε, αν θέλεις να
αγιάσεις μείνε… σκέψου και αποφάσισε”. Ο Γέροντας Εφραίμ σκέφτηκε… και
έμεινε….
Μην αφήνεις τον εαυτό σου ανεπίσκοπο κάθε ώρα. Κάθε ώρα να εποπτεύεις,
να εξετάζεις, να ελέγχεις τον εαυτό σου. Είσαι εν τάξει αυτήν την ώρα;
Εσύ ως μοναχός εάν είσαι βιαστής, εάν είσαι αγωνιστής, θα κάνεις έλεγχο στον εαυτό σου, όλη την ημέρα πώς πέρασα;
Ένας ασθενής, δεν το παρακολουθάει μόνο ο γιατρός· και ο ίδιος ο ασθενής
παρακολουθάει τον εαυτό του, αν μ' εκείνα τα φάρμακα που τού 'δωσε ο
γιατρός, πηγαίνει στο καλύτερο. Όχι ο Γέροντας έναν-έναν θα
παρακολουθήσει, κι εσύ ο ίδιος θα παρακολουθήσεις τον εαυτό σου.
Ερώτησα πολλές φορές και τον γερο-Ιωσήφ πως έφτασε σ' αυτή την
κατάσταση. Λέει: «Να σου πω. Εβάθυνα τόσο πολύ στο "γνώθι σ' αυτόν". Τι
είσαι συ; Τίποτες, ούτε ένα σκουλήκι δεν είσαι. Τίποτε. Ήρθε η χάρις, σε
σήκωσε, έγινες άγγελος· έφυγε η χάρις, εγύρισες εν αυτώ». Ναι, αλλά δεν
μου λες, πώς μπορούμε να προσελκύσουμε τη χάρη;
Ο παπα- Εφραιμ Κατουνακιώτης
γεννήθηκε το 1912 στο Αμπελοχώρι Θηβών. Ο πατέρας του ονομάζονταν
Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτορία.
Ο
Γέροντας είχε σαν
κοσμικός το όνομα Ευάγγελος. Τελείωσε το Γυμνάσιο αλλά η Χάρις του Θεού
έκλεινε στον Ευάγγελο τις κοσμικές θύρες της αποκατάστασης. Στην Θήβα,
όπου είχε μετακομίσει η οικογένεια του, ο Ευάγγελος γνώρισε τους
γεροντάδες του τον Εφραίμ και τον Νικηφόρο.
Η
ζωή του Ευάγγελου ήταν καλογερική. Αγωνίζονταν πνευματικά με την ευχή
του Ιησού, τις μετάνοιες, την νηστεία και κυρίως με την υπακοή.
Η
μητέρα του αξιώθηκε να λάβει πληροφορία από τον Όσιο Εφραίμ τον Σύρο ότι
το θέλημα του υιού της να γίνει μοναχός ήταν και θέλημα Θεού και πώς ο Ευάγγελος θα τιμήσει την μοναχική ζωή. Την
14η Σεπτεμβρίου 1933 ο Ευάγγελος άφησε τον κόσμο ήλθε στην έρημο του
Αγίου Όρους στα Κατουνάκια, στο ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου και
έβαλε μετάνοια στην συνοδεία των Γεροντάδων Εφραίμ και Νικηφόρου. Μετά
την δοκιμασία του εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Λογγίνος.
Το
1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα του Νικηφόρο και έλαβε
το όνομα Εφραίμ. Τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε Ιερέας. Ο
παπα-Εφραίμ αξιώθηκε και γνώρισε τον πρύτανη της ησυχαστικής ζωής τον
διορατικό, προορατικό και άγιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1898 -1959) και
συνδέθηκε πνευματικά μαζί του με την ευλογία του Γέροντα του Νικηφόρου.
Ο Γέροντας Ιωσήφ με την σειρά του είχε διδαχθεί την απλανή πνευματική
ζωή από τους περίφημους ησυχαστές μοναχό Καλλίνικο και Ιερομόναχο
Δανιήλ. Επομένως ο παπα-Εφραίμ μας διδάσκει την επίμονη αναζήτηση για
την πνευματική ζωή και την ανεύρεση απλανούς πνευματικού οδηγού, πού
θα είναι «Εκδόσεις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως». Ο απλανής
πνευματικός βλέπει τις δαιμονικές πλάτες και με τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα οδηγεί τα πνευματικά παιδιά του στον Παράδεισο. Ο
μακαριστός παπα-Εφραίμ διαχώρισε την γνήσια υπακοή από την αρρωστημένη
όταν συμβούλευσε κοινοβιάτη μοναχό να κάνει υπακοή στον Γέροντα του όχι σαν ζώο αλλά από αγάπη και ζήλο Θεού. Ο άγιος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έδωσε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής στον παπα-Εφραίμ, για να καλλιεργεί την ευχή «Κύριε
Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησον με», να έχει φυλακή των αισθήσεων
και τον οδήγησε στην κάθαρση της καρδίας και τον θείο φωτισμό. Ο
παπα-Εφραίμ με την ευλογία του Γέροντος Ιωσήφ εντρύφησε στην «Φιλοκαλία
των Ιερών Νηπτικών» και ελάμβανε τις συμβουλές των Νηπτικών Πατέρων για
τον αγώνα του. Δεν διάβαζε ούτε βιβλία ψυχιατρικής, ούτε
«κουλτουριάρικα» αναγνώσματα δια πνευματικές επιδείξεις στα σαλόνια,
ούτε είχε τον φόβο μήπως τον αποκαλέσουν οι κοσμικοί κύκλοι «φονταμενταλιστή». Το
1973 εκοιμήθη ο Ιερομόναχος Νικηφόρος ο Γέροντας του παπα-Εφραίμ. Ο
Γέροντας μετά το 1980 είχε συγκροτήσει συνοδεία και τήρησε την εντολή του
Γέροντος Ιωσήφ να αποκτήσει συνοδεία μετά τον θάνατο του
παπα-Νικηφόρου. Επομένως ο παπα-Εφραίμ πρώτα έφθασε στην κάθαρση και
κατόπιν έγινε ο ίδιος Γέροντας.
Ο παπα-Εφραίμ πολέμησε τον μεγάλο
εχθρό της πνευματικής ζωής την κενοδοξία. Οι θυσίες του γίνονταν για τον
Χριστό και όχι για προσδοκώμενο έπαινο από τους ανθρώπους. Η θ.
Λειτουργία για τον παπα-Εφραίμ ήταν συγκλονιστικό και βιωματικό γεγονός.
Είχε εκμυστιρευθεί σε Ιερομόναχο πνευματικό φίλο του ότι από την πρώτη θεία
Λειτουργία πού τέλεσε, έβλεπε αισθητά την Χάρη του Θεού να μεταβάλλει
τα θεία δώρα. Μάλιστα, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, έβλεπε τον
ίδιο τον Χριστό μέσα στο δισκάριο και ήταν αδύνατον να συγκρατήσει
τα δάκρυα του, όταν έφθανε στο τεμαχισμό του Σώματος του Χριστού. Έβρεχε
με τα δάκρυα του το αντιμήνσιο κατά την θεία Λειτουργία και έβλεπε δεξιά και αριστερά τους αγγέλους να συλλειτουργούν. Όμως
ο παπα-Εφραίμ δεν αναφέρθηκε ποτέ σε «λειτουργική αναγέννηση» και
μάλιστα ζητούσε σε κοινοβιάτες, πού βρίσκονταν στα εξωτερικά διακονήματα
να μη παραλείπουν το ψαλτήρι. Ο παπα- Εφραίμ ήταν κοσμημένος με
το διορατικό χάρισμα και έβλεπε την πνευματική κατάσταση κάθε κληρικού ή
μοναχού και έδιδε τα κατάλληλα πνευματικά φάρμακα για την πρόοδο στην
πνευματική ζωή.
Η Χάρις του Θεού είχε κοσμήσει τον παπα- Εφραίμ και με το προορατικό χάρισμα, γι 'αυτό και έβλεπε καταστάσεις πού έρχονταν (όπως ο σεισμός του 1977 στην Θεσσαλονίκη), αλλά και πολλές φορές είχε
προσφωνήσει λαϊκούς ακόμα και μικρά παιδιά με τα ονόματα πού έλαβαν μετά
από χρόνια στην μοναχική τους κούρα. Μάλιστα, κάποιος φοιτητής
έστειλε μία περιληπτική και χωρίς λεπτομέρειες επιστολή στον μακαριστό
Γέροντα και έλαβε απάντηση από τον παπα-Εφραίμ, πού του περιέγραφε
με λεπτομέρειες την πνευματική του κατάσταση ακόμα και κατασταθείς στον
χώρο πού διέμενε ο φοιτητής χωρίς αυτός να τις έχει προαναφέρει. Κάποτε
άγνωστοι μεταξύ τους κληρικοί συναντήθηκαν στον δρόμο για τα Κατουνάκια
και όταν έφτασαν στον παπα-Εφραίμ, ο μακαριστός άγιος Γέροντας άρχισε
να επιπλήττει έναν από τους κληρικούς, πώς δεν είναι παπάς αλλά
μασόνος, πού έβαλε ράσο, για να κατασκοπεύει το Άγιον Όρος. Ο μασόνος
παραδέχτηκε την ραδιουργία του. Ο παπα-Εφραίμ έζησε εμπειρίες, πού μόνο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπορούν να ζήσουν, μακριά από παπικές η προτεσταντικές πλάνες. Κάποτε
ένας ηγούμενος, δύο θεολόγοι και ένας φοιτητής ζήτησαν από τον
παπα-Εφραίμ να τους εξηγήσει την ευωδιά των αγίων λειψάνων.
Ο
Γέροντας έσκυψε το κεφάλι του στο μέρος της καρδιάς και προσεύχονταν. Ο
τόπος γέμισε ευωδιά και ο παπα-Εφραίμ τους είπε πώς επειδή δεν μπορούσε ο ίδιος να το εξηγήσει παρακάλεσε τον Θεό να απαντήσει στους συνομιλητές. Ο
παπα-Εφραίμ αισθάνονταν τις αμαρτίες σαν δυσοσμία. Κάποιος επίσκοπος
μέσω τρίτου ρώτησε τον μακαριστό άγιο Γέροντα για τον οικουμενισμό.
Ο
Γέροντας έκανε προσευχή, για να τον πληροφορήσει ο Θεός και τότε
ξεχύθηκε μία δυσωδία με γεύση ξινή, αλμυρή και πικρή, πού τον γέμισε με
αποτροπιασμό. Η παρακαταθήκη του μακαριστού παπα-Εφραίμ για την
ενότητα των Ορθοδόξων ήταν σαφής «Το σχίσμα εύκολα γίνεται, η ένωση
είναι δύσκολος». Άραγε, πόσο απήχηση έχουν σήμερα τα λόγια ενός θεοφόρου σύγχρονου Πατρός; Ο
παπα-Εφραίμ αναδείχθηκες με την Χάρη του Θεού και πρακτικός οδηγός στην
ποιμαντική του γάμου και της οικογενείας, γιατί βοήθησε πολλούς νέους να
καταλήξουν στον γάμο χωρίς να τους πιέσει γι' αυτό αλλά και οι
επιστολές του, πού σώζονται, αποτελούν πνευματική παρακαταθήκη και
«σχολή γονέων» χωρίς ψυχολογικές και φιλοσοφικές θεωρίες για τις αγωνιζόμενες πνευματικά οικογένειες. Το 1996 ο παπα-Εφραίμ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έπεσε σε ακινησία. Δεν γόγγυσε καθόλου αλλά δοξολογούσε τον Θεό.
Μας αφήνει το άγιο παράδειγμα του για την αντιμετώπιση των ασθενειών. Στις
14/27 Φεβρουαρίου 1998 ο παπα- Εφραίμ Κατουνακιώτης του Αγίου Όρους
παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, πού υπηρέτησε από την νεότητα του.
Ο Τάφος του Γέροντα στον Άγιον Όρος
Λέγουν πώς κάποτε ρωτήσανε έναν υπερήλικα, πού ζούσε τον 19ο αιώνα, να πει το συγκλονιστικότερο γεγονός στην ζωή του.
Ο υπερήλικας απάντησε ότι όταν ήταν μικρός είδε και άκουσε τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό. Και
η δική μας γενιά αξιώθηκε να γνωρίσει τα εύοσμα άνθη του Αθωνικού
Μοναχισμού, τον Γέροντα Παίσιο και τον παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, πού μας καλούν να ακολουθήσουμε την ζωή τους.
Πηγή: Βιβλίο «Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης», Έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου Οσίου Εφραίμ, Κατουνάκια Αγίου Όρους.
Όταν λειτουργάς, νά ‘χεις υπόψη σου
ότι είσαι μεσίτης. Παραλαμβάνεις από τον κόσμο πόνο, δάκρυα, ασθένειες,
παρακλήσεις και τ’ αναφέρεις επάνω εις το θρόνο της θεότητος. Και
μεταφέρεις κατόπιν στον κόσμο παρηγοριά, θεραπεία, ό,τι έχει ανάγκη ο
καθένας. Μεγάλο αξίωμα σ’ έχει αξιώσει, παιδί μου, ο Θεός. Να το
καλλιεργήσεις. Το αυτί του Θεού είναι στο στόμα του ιερέως.
Μεγάλη δύναμη έχει το πετραχήλι. Το πετραχήλι είναι ο διαλλάκτης του
πεπτωκότος ανθρώπου με τον Πατέρα, με τον Δημιουργό του. Γι’ αυτό όσο
μπορείς περισσότερα ονόματα να μνημονεύεις. ΄΄Οσο μπορείς περισσότερα.
Στον καιρό της Τουρκοκρατίας γύριζαν πολλοί παπάδες, άλλά ένας παπάς γύριζε και μάζευε ονόματα και τα μνημόνευε στη Λειτουργία.Και
είπε ο καϊμακάκης, ο Τούρκος αστυνομικός: «Βρε, αυτός εγείρει τον κόσμο
σε επανάσταση». Τον πιάνει και τον βάζει μέσα. Και στον ύπνο του
φανερώνονται όλοι αυτοί που μνημόνευε και λένε: «Άκουσε, ή βγάζεις τον
παπά έξω, διότι αυτός μας μνημονεύει και μας παρηγορεί, ή θα σου πάρουμε
το πρώτο παιδί». ………Κι ο Τούρκος φοβήθηκε. Επί Τουρκοκρατίας. «Άντε,
παπά, πάνε στο καλό», λέει, «πάνε, εγώ θα χάσω το παιδί μου;»
Μεγάλη δύναμη έχει το πετραχήλι, παιδί μου, μεγάλη δύναμη. Όσο μπορείς
περισσότερα ονόματα να μνημονεύεις.Ναι, εμένα παλιά μού ‘δωσε ο π,
Αρσένιος, ο παραδερφός του γερο-Ιωσήφ, κάτι ονόματα απ’ ‘οταν ήταν
μετανάστης απ’ τη Ρωσία και ήρθε στην Ελλάδα. Κι εγώ τα μνημόνευα. Κι
έπειτα μου λέει: «Ξέρεις, Γέροντα, τι είδα; Είδα στον ύπνο μου ότι αυτά
τα ονόματα που σού ‘δωσα, πήγα στο ένα σπίτι. Λέω, πώς τα περνάς εδώ; Ε,
λέει, λιγάκι, καλά, αλλά έρχεται ο παπα-Εφραίμ και μας παρηγορεί».
Είναι που του μνημόνευα τα ονόματα. Ναι. Έπειτα ο άλλος: «Εσύ πώς τα
περνάς;» «Ναί, έτσι κι έτσι, αλλά πέφτει λιγάκι βροχή και κρυώνω, αλλά
έρχεται ο παπα-Εφραίμ, λέει, και μας παρηγορεί». Λέω: «Είναι, αδερφέ
μου, τα όνόματα που μνημονεύω».
Ο παπα-Πλανάς γιατί αγίασε; Εμνημόνευε ολόκληρα χαρτιά, εμνημόνευε. Κι
εγώ θυμήθηκα κάτι ονόματα και τα τοιχοκόλλησα στην Προσκομιδή. Εκεί εκ
του προχείρου. Και στον ύπνο μου βλέπω, λοιπόν, ότι ήρθαν κάτι γέροι
παλαιοί, με παλαιϊκά ρούχα, όπως άκουγα εγώ από την μητέρα του πατέρα
μου. Λένε: «Εσύ, παιδί μου, μας έγραψες, αλλά ο Γέροντας, παιδί μου, δεν
μας μνημονεύει».
-Έλα, λέω του Γέροντα, γιατί δεν τα μνημονεύεις;
-Δεν τα έβλεπα καθαρά, λέει.
-Γέροντα, αυτό κι αυτό είδα: ότι ο Γέροντας δεν μας μνημονεύει, λέει.
. Κι από τότες έλαβα προθυμία να μνημονεύω όσα ονόματα περισσότερα. Όσα
ονόματα περισσότερα, περισσότερο μισθό λαμβάνεις. Αλλά αυτή είναι η
μεγαλύτερη ελεημοσύνη: να ενώσεις τον άνθρωπο με τον Θεό. Αυτή είναι η
μεγαλύτερη ελεημοσύνη. Και μπορείς να το κάνεις. Όσα, παιδί μου,
περισσότερα ονόματα μνημονεύεις, τόσο περισσότερο μισθό λαμβάνεις. Ναι. Ένας ιερομόναχος: Και για τα δάκρυα που είπατε; Πώς μπορεί κανείς, έτσι, νά ‘χει δάκρυα στην ώρα της Θ. Λειτουργίας;
Γέροντας: Να σου πω, εγώ τώρα έχω κάναν χρόνο που σταμάτησα, διότι δεν
βλέπω, αλλά όλην την ημέρα προπαρασκευαζόμουνα για τη Θ.Λειτουργία. Να
μην περιορισθείς, παιδί μου, στις ευχές της Μεταλήψεως. Διότι τη
Μετάληψη τη διαβάζει και ο λαϊκός, κι ο παπάς, κι ο δεσπότης, κι ο
πατριάρχης. Αλλά δεν είναι όλοι ένα. Ο κόσμος τα παραλαμβάνει έτοιμα τα
Δώρα. Ενώ ο παπάς είναι χασάπης. Θυσιάζει τον Χριστό και Τον μεταδίδει
κατόπιν στο πλήρωμα του λαού. Έχει μεγάλη διαφορά, δεν είναι το ίδιο.
Γι’ αυτό, παιδί μου, αν θέλεις νά ‘χεις κατάσταση, μην περιορίζεσαι στις
ευχές της Μεταλήψεως. Γιατί εσύ είσαι χασάπης. Σφάζεις και θυσιάζεις.
Ενώ ο άλλος τον παίρνει έτοιμο τον άγιο Άρτο. Γι’ αυτό όλη την ημέρα να
παρακαλάς την Παναγία, που έχεις κοντά: «Παναγία μου, αξίωσέ με να δω τι
θυσιάζω, τι υπούργημα μού ‘δωσε ο Θεός. Να το αισθανθώ». Και θα σου το
δώσει η Παναγία. Ναι. Άμα λειτούργησες και δεν δάκρυσες, είσαι λιγάκι…
υπό μέμψιν, είσαι υπό κατάκρισιν.
Ιερομόναχος: Στενοχωριέμαι κι εγώ.
Γέροντας: Ναι. Άμα, όμως, κλάψεις στη Λειτουργία, θα καταλάβεις ότι
λειτούργησες, ότι έφαγες κρέας πνευματικό, να πούμε. Αν, όμως, δεν
έκλαψες είτε στην προσευχή σου, είτε στη Λειτουργία, είναι σαν να έφαγες
νερόβραστο. Αν, όμως, κλάψεις, θα καταλάβεις ότι έφαγες πνευματικό
κρέας. Ιερομόναχος: Γέροντα, κανείς
προσπαθεί να προετοιμάζεται όσο μπορεί, όμως βλέπει ότι ο εχθρός δεν
κάθεται, δηλαδή φέρνει λογισμούς πολλές φορές αισχρούς, βλασφήμους,
ρυπαρούς, Τότε τι κάνει, ας πούμε, τι πρέπει, πώς να τους αντιμετωπίσει;
Γέροντας: Άκουσε να δεις, άνθρωποι είμεθα. Ε, άνθρωποι είμεθα, δεν
είμεθα άγγελοι. Φέρνει και λογισμούς αισχρούς, φέρνει και λογισμούς
υπερηφανείας, φέρνει και λογισμούς κατακρίσεως, όλα. Εμείς
θ’αγωνιζόμαστε. Άλλη φορά ήρθε κάποιος εδώ πέρα
και με την ομιλία προβήκαμε σε κατάκριση. Έπειτα πάω να λειτουργήσω και
δεν μπορώ να πω τις ευχές. Βρε, τι έκανα; λέω. Μπρος! Ήρθε ο τάδε
γείτονας και κατακρίναμε κάτι δεσποτάδες και το αυτό. Απάνω στη
Λειτουργία, λειτουργώντας, λέω: «Θεέ μου, συγχώρεσέ με. Συγχώρεσέ με,
Θεέ μου. Έσφαλα, Θεέ μου. Για ποιον είναι το “έσφαλα”, Θεέ μου; Υπάρχει
και για μένα συγχωρητική ευχή», λέω. «Ε, καλά, Θεέ μου, ευλόγησον». Και
στο τέλος ειρήνευσα και λέω: «Αμα θέλεις άλλη φορά, κατάκρινε!»
Μεγάλο πράγμα είναι, μεγάλο κακό είναι η κατάκρισις. Ε, ως άνθρωποι θα
σφάλλουμε, παιδί μου. Αλλά τι; Και η εξομολόγησις είναι μυστήριο, παιδί
μου. Εγώ μόνο το Γυμνάσιο έβγαλα,
δεν πήγα παραπάνω. Κι έγραψα όλους τους συμμαθητάς μου, όλους τους
καθηγητάς μου, τους δασκάλους από την πρώτη Δημοτικού μέχρι την
τελευταία τάξη του Γυμνασίου. Και όταν τα μνημονεύω, πόση χαρά λαμβάνω!
Ξέρεις πόση χαρά λαμβάνω; Διότι μνημονεύω εκείνους, οι οποίοι με έκαναν
άνθρωπο καλό. Τώρα, επειδή έχω ένα χρόνο που δεν πάω στη Λειτουργία,
γιατί δεν ακούω, και θέλω να μνημονεύσω πάλι εκείνα τα ονόματα, και
λίγο-λίγο πάλι τα θυμάμαι, αυτοί οι άνθρωποι ωφελούνται. Γι’ αυτό,
παιδάκι μου, θέλεις να σωθεί η ψυχή σου δωρεάν; Όσα μπορείς περισσότερα
ονόματα να μνημονεύεις. Μεγάλη παρρησία έχει το
πετραχήλι, μεγάλη παρρησία. Γι’ αυτό, παιδάκι μου, θες ν’ αποκτήσεις
κατάσταση; Άμα λειτουργήσεις και δεν κλάψεις, κάπου έπταισες, κάπου
έκανες λάθος. Εγώ όλη την ημέρα προπαρασκεύαζα τον εαυτό μου για την ώρα
της Λειτουργίας. Κι όταν έμπαινα στη Λειτουργία, δεν μπορούσα να
σταματήσω τα δάκρυα. Ναι! Πολλές φορές δηλαδή είδα και απάνω στην αγία
Τράπεζα σώμα νεκρό, να πούμε, σαν σε έκσταση, σώμα νεκρό. Ιερομόναχος: Εγώ, Γέροντα,
ήμουνα είκοσι χρόνια απλός μοναχός. Και είναι αλήθεια, όταν έγινα παπάς,
μετά δυσκολεύτηκα, δεν μπορούσα να συνηθίσω ότι ήμουνα ιερεύς. Και από
την άλλη μέρα που έγινα παπάς με πολέμησε ο διάβολος με λογισμούς, με
αγωνία, με φόβο, με αυτά, με πάλεψε πολύ με αυτά.
Γέροντας: Ε, τη δουλειά του κάνει αυτός. Τη δουλειά του, αλλά κι εμείς
θα κάνουμε τη δουλειά μας. Εκεί εις την Παναγία, να παρακαλάς την
Παναγία, παιδί μου, διότι όλοι οι Άγιοι παρακάλεσαν την Παναγία. Δεν
δίνεται ένα χάρισμα από τον Θεό εις τον άνθρωπο, ει μη διά μέσου της
Παναγίας. Η Παναγία μοιράζει τα χαρίσματα στον κόσμο, η Παναγία τα
μοιράζει.
Ιερομόναχος: Κι έτσι εθαύμασα. Λέω, πως ο διάβολος ούτε τη Θ. Λειτουργία
δεν φοβάται, με τους λογισμούς του, με αισχρά, με το ένα, με το άλλο.
Γέροντας: Δεν λείπουν, παιδί μου, αυτά τα πράγματα. Δεν λείπουν.
Ιερομόναχος: Περιφρόνηση χρειάζεται…
Γέροντας: Περιφρόνηση. Ε, τη δουλειά του κάνει αυτός, παιδί μου, τη
δουλειά του κάνει. Αλλά εμείς τη δουλειά μας, τη δουλειά μας. Γέροντας Εφραίμ ο Κατουνακιώτης. http://www.myriobiblos.gr http://www.inagiounikolaoutouneou.gr
Σαν σήμερα, το 1998, κοιμήθηκε ο Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης
Ο
παπα- Εφραιμ Κατουνακιώτης γεννήθηκε το 1912 στο Αμπελοχώρι Θηβών. Ο
πατέρας του ονομάζονταν Ιωάννης Παπανικήτας και η μητέρα του Βικτορία. Ο
Γέροντας είχε σαν κοσμικός το όνομα Ευάγγελος. Τελείωσε το Γυμνάσιο
αλλά η Χάρις του Θεού έκλεινε στον Ευάγγελο τις κοσμικές θύρες της
αποκατάστασης.
Στην Θήβα, όπου είχε μετακομίσει η οικογένεια του, ο Ευάγγελος γνώρισε τους γεροντάδες του τον Εφραίμ και τον Νικηφόρο.
Η
ζωή του Ευάγγελου ήταν καλογερική. Αγωνίζονταν πνευματικά με την ευχή
του Ιησού, τις μετάνοιες, την νηστεία και κυρίως με την υπακοή.
Η
μητέρα του αξιώθηκε να λάβει πληροφορία από τον Όσιο Εφραίμ τον Σύρο
ότι το θέλημα του υιού της να γίνει μοναχός ήταν και θέλημα Θεού και πώς
ο Ευάγγελος θα τιμήσει την μοναχική ζωή.
Την
14η Σεπτεμβρίου 1933 ο Ευάγγελος άφησε τον κόσμο ήλθε στην έρημο του
Αγίου Όρους στα Κατουνάκια, στο ησυχαστήριο του Οσίου Εφραίμ του Σύρου
και έβαλε μετάνοια στην συνοδεία των Γεροντάδων Εφραίμ και Νικηφόρου.
Μετά την δοκιμασία του εκάρη μικρόσχημος μοναχός με το όνομα Λογγίνος.
Το 1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από τον Γέροντα του Νικηφόρο και
έλαβε το όνομα Εφραίμ. Τον επόμενο χρόνο χειροτονήθηκε Ιερέας.
Ο
παπα-Εφραίμ αξιώθηκε και γνώρισε τον πρύτανη της ησυχαστικής ζωής τον
διορατικό, προορατικό και άγιο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1898 -1959)
και συνδέθηκε πνευματικά μαζί του με την ευλογία του Γέροντα του
Νικηφόρου. Ο Γέροντας Ιωσήφ με την σειρά του είχε διδαχθεί την απλανή
πνευματική ζωή από τους περίφημους ησυχαστές μοναχό Καλλίνικο και
Ιερομόναχο Δανιήλ. Επομένως ο παπα-Εφραίμ μας διδάσκει την επίμονη
αναζήτηση για την πνευματική ζωή και την ανεύρεση απλανούς πνευματικού
οδηγού, πού θα είναι «Εκδόσεις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως». Ο απλανής
πνευματικός βλέπει τις δαιμονικές πλάτες και με τα κατάλληλα πνευματικά
φάρμακα οδηγεί τα πνευματικά παιδιά του στον Παράδεισο.
Ο
μακαριστός παπα-Εφραίμ διαχώρισε την γνήσια υπακοή από την αρρωστημένη
όταν συμβούλευσε κοινοβιάτη μοναχό να κάνει υπακοή στον Γέροντα του όχι
σαν ζώο αλλά από αγάπη και ζήλο Θεού.
Ο
άγιος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έδωσε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής
στον παπα-Εφραίμ, για να καλλιεργεί την ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ
του Θεού, ελέησον με», να έχει φυλακή των αισθήσεων και τον οδήγησε στην
κάθαρση της καρδίας και τον θείο φωτισμό.
Ο
παπα-Εφραίμ με την ευλογία του Γέροντος Ιωσήφ εντρύφησε στην «Φιλοκαλία
των Ιερών Νηπτικών» και ελάμβανε τις συμβουλές των Νηπτικών Πατέρων για
τον αγώνα του. Δεν διάβαζε ούτε βιβλία ψυχιατρικής, ούτε
«κουλτουριάρικα» αναγνώσματα δια πνευματικές επιδείξεις στα σαλόνια,
ούτε είχε τον φόβο μήπως τον αποκαλέσουν οι κοσμικοί κύκλοι
«φονταμενταλιστή».
Το 1973 εκοιμήθη ο Ιερομόναχος Νικηφόρος ο Γέροντας του παπα-Εφραίμ.
Ο
Γέροντας μετά το 1980 είχε συγκροτήσει συνοδεία και τήρησε την εντολή
του Γέροντος Ιωσήφ να αποκτήσει συνοδεία μετά τον θάνατο του
παπα-Νικηφόρου. Επομένως ο παπα-Εφραίμ πρώτα έφθασε στην κάθαρση και
κατόπιν έγινε ο ίδιος Γέροντας. Ο παπα-Εφραίμ πολέμησε τον μεγάλο εχθρό
της πνευματικής ζωής την κενοδοξία. Οι θυσίες του γίνονταν για τον
Χριστό και όχι για προσδοκώμενο έπαινο από τους ανθρώπους.
Η
θ. Λειτουργία για τον παπα-Εφραίμ ήταν συγκλονιστικό και βιωματικό
γεγονός. Είχε εκμυστιρευθεί σε Ιερομόναχο πνευματικό φίλο του ότι από
την πρώτη θεία Λειτουργία πού τέλεσε, έβλεπε αισθητά την Χάρη του Θεού
να μεταβάλλει τα θεία δώρα. Μάλιστα, μετά τον καθαγιασμό των τιμίων
δώρων, έβλεπε τον ίδιο τον Χριστό μέσα στο δισκάριο και ήταν αδύνατον να
συγκρατήσει τα δάκρυα του, όταν έφθανε στο τεμαχισμό του Σώματος του
Χριστού. Έβρεχε με τα δάκρυα του το αντιμήνσιο κατά την θεία Λειτουργία
και έβλεπε δεξιά και αριστερά τους αγγέλους να συλλειτουργούν.
Όμως
ο παπα-Εφραίμ δεν αναφέρθηκε ποτέ σε «λειτουργική αναγέννηση» και
μάλιστα ζητούσε σε κοινοβιάτες, πού βρίσκονταν στα εξωτερικά διακονήματα
να μη παραλείπουν το ψαλτήρι.
Ο
παπα- Εφραίμ ήταν κοσμημένος με το διορατικό χάρισμα και έβλεπε την
πνευματική κατάσταση κάθε κληρικού ή μοναχού και έδιδε τα κατάλληλα
πνευματικά φάρμακα για την πρόοδο στην πνευματική ζωή.
Η
Χάρις του Θεού είχε κοσμήσει τον παπα- Εφραίμ και με το προορατικό
χάρισμα, γι 'αυτό και έβλεπε καταστάσεις πού έρχονταν (όπως ο σεισμός
του 1977 στην Θεσσαλονίκη), αλλά και πολλές φορές είχε προσφωνήσει
λαϊκούς ακόμα και μικρά παιδιά με τα ονόματα πού έλαβαν μετά από χρόνια
στην μοναχική τους κούρα. Μάλιστα, κάποιος φοιτητής έστειλε μία
περιληπτική και χωρίς λεπτομέρειες επιστολή στον μακαριστό Γέροντα και
έλαβε απάντηση από τον παπα-Εφραίμ, πού του περιέγραφε με λεπτομέρειες
την πνευματική του κατάσταση ακόμα και κατασταθείς στον χώρο πού διέμενε
ο φοιτητής χωρίς αυτός να τις έχει προαναφέρει.
Κάποτε
άγνωστοι μεταξύ τους κληρικοί συναντήθηκαν στον δρόμο για τα Κατουνάκια
και όταν έφτασαν στον παπα-Εφραίμ, ο μακαριστός άγιος Γέροντας άρχισε
να επιπλήττει έναν από τους κληρικούς, πώς δεν είναι παπάς αλλά μασόνος,
πού έβαλε ράσο, για να κατασκοπεύει το Άγιον Όρος. Ο μασόνος
παραδέχτηκε την ραδιουργία του.
Ο παπα-Εφραίμ έζησε εμπειρίες, πού μόνο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί μπορούν να ζήσουν, μακριά από παπικές η προτεσταντικές πλάνες.
Κάποτε
ένας ηγούμενος, δύο θεολόγοι και ένας φοιτητής ζήτησαν από τον
παπα-Εφραίμ να τους εξηγήσει την ευωδιά των αγίων λειψάνων.
Ο
Γέροντας έσκυψε το κεφάλι του στο μέρος της καρδιάς και προσεύχονταν. Ο
τόπος γέμισε ευωδιά και ο παπα-Εφραίμ τους είπε πώς επειδή δεν μπορούσε
ο ίδιος να το εξηγήσει παρακάλεσε τον Θεό να απαντήσει στους
συνομιλητές.
Ο
παπα-Εφραίμ αισθάνονταν τις αμαρτίες σαν δυσοσμία. Κάποιος επίσκοπος
μέσω τρίτου ρώτησε τον μακαριστό άγιο Γέροντα για τον οικουμενισμό. Ο
Γέροντας έκανε προσευχή, για να τον πληροφορήσει ο Θεός και τότε
ξεχύθηκε μία δυσωδία με γεύση ξινή, αλμυρή και πικρή, πού τον γέμισε με
αποτροπιασμό.
Η
παρακαταθήκη του μακαριστού παπα-Εφραίμ για την ενότητα των Ορθοδόξων
ήταν σαφής «Το σχίσμα εύκολα γίνεται, η ένωση είναι δύσκολος».
Άραγε, πόσο απήχηση έχουν σήμερα τα λόγια ενός θεοφόρου σύγχρονου Πατρός;
Ο
παπα-Εφραίμ αναδείχθηκες με την Χάρη του Θεού και πρακτικός οδηγός στην
ποιμαντική του γάμου και της οικογενείας, γιατί βοήθησε πολλούς νέους
να καταλήξουν στον γάμο χωρίς να τους πιέσει γι' αυτό αλλά και οι
επιστολές του, πού σώζονται, αποτελούν πνευματική παρακαταθήκη και
«σχολή γονέων» χωρίς ψυχολογικές και φιλοσοφικές θεωρίες για τις
αγωνιζόμενες πνευματικά οικογένειες.
Το 1996 ο παπα-Εφραίμ έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έπεσε σε ακινησία. Δεν γόγγυσε καθόλου αλλά δοξολογούσε τον Θεό.
Μας αφήνει το άγιο παράδειγμα του για την αντιμετώπιση των ασθενειών.
Στις
14/27 Φεβρουαρίου 1998 ο παπα- Εφραίμ Κατουνακιώτης του Αγίου Όρους
παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Δημιουργού του, πού
υπηρέτησε από την νεότητα του.
Λέγουν πώς κάποτε ρωτήσανε έναν υπερήλικα, πού ζούσε τον 19ο αιώνα, να πει το συγκλονιστικότερο γεγονός στην ζωή του.
Ο υπερήλικας απάντησε ότι όταν ήταν μικρός είδε και άκουσε τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό.
Και
η δική μας γενιά αξιώθηκε να γνωρίσει τα εύοσμα άνθη του Αθωνικού
Μοναχισμού, τον Γέροντα Παίσιο και τον παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη, πού
μας καλούν να ακολουθήσουμε την ζωή τους.
Τα τέλη του Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη
(14/27 Φεβρουαρίου 1998).
Το
Νοέμβριο του ’96 ένα ισχυρό επεισόδιο τον έριξε μόνιμα στο κρεβάτι με
σχεδόν τέλεια ακινησία, αφωνία, αδυναμία καταπόσεως. Φαινόταν να μην
έχει καμιά επαφή με το περιβάλλον. Δεν προσπαθούσε να πει τίποτε, έστω
και με χειρονομίες. Ούτε φαινόταν να ακούει ό,τι τον ρωτούσαν. Ήταν ένα
μυστήριο. Μόνο όταν πονούσε πολύ, βογκούσε.
Οι
αδελφοί που τον αγαπούσαν, του έγραφαν: «Και όταν η καθημερινότης με
παρασύρει πολλές φορές, βλέπω νοερώς εντός μου το δικό σας βλέμμα και
ιλιγγιώ ο άθλιος μπροστά στη δική σας υπομονή και στις δικές σας
δοκιμασίες»…
Παρ’
όλες τις δοκιμασίες όμως έβλεπε, έστω λίγο, και άκουγε μια χαρά. Και η
απόδειξη ήταν ότι ανταποκρινόταν με χαμόγελα ή και γέλια ακόμη, όταν του
διηγούνταν τις αγαπημένες του χαριτωμένες ιστοριούλες που συνήθιζε και ο
ίδιος να χρησιμοποιεί παλαιότερα. Ήταν ο μόνος τρόπος επικοινωνίας μαζί
του στην κατάσταση τετραπληγίας που βρισκόταν. Πάντοτε ευχαριστιόταν να
χαριτολογεί λέγοντας διδακτικές ιστορίες από την ελληνική μυθολογία ή
την λαϊκή παράδοση, άλλοτε να αυτοσαρκάζεται ή να πειράζει τους άλλους
με ευφυΐα και αγαθότητα.
Όταν
κάποιος δεν έτρωγε το φαγητό του από θεληματάρικη άσκηση, διηγείτο για
το γαϊδουράκι του Χότζα που δεν το τάισε μια, δεν το τάισε δύο, και
χαιρόταν που δούλευε χωρίς έξοδα. Κάποια στιγμή όμως η πόρτα του στάβλου
δεν άνοιγε, γιατί το γαϊδουράκι ψόφησε και έπεσε κάτω φαρδύ-πλατύ.
Άλλοτε
σχηματίζοντας σαν παιδική τη φωνή του προσποιούταν τη συνομιλία δύο
μικρών παιδιών:- Που είναι τα σταφύλια; -Τί τα θέλεις; – Να τα δω!» για
να στηλιτεύσει την παιδική πονηριά κάποιου.
Για
άλλον που δεν έλεγε να μάθει στοιχειώδη τυπικά, θυμόταν τη φλάσκα του
παπά. Ήταν αγράμματος και μέτρησε κουκιά μέσα σε ένα σακούλι. Τρώγοντας
ένα κάθε μέρα θα ήξερε πότε να κάνει Πάσχα. Η παπαδιά το αντιλήφθηκε και
πρόσθετε κουκιά, για να τον ευχαριστήσει. Και ο παπάς απαντούσε στους
παραπονούμενους χωρικούς: «Όπως πάνε τα κουκιά και όπως δείχνει η
φλάσκα, ούτε φέτος έχει Λαμπρή ούτε του χρόνου Πάσχα».
Αν
κάποιος έκανε υπακοή για τα μάτια, κουνούσε χαμογελώντας το κεφάλι, και
με βαριά προσποιητή φωνή έλεγε: «Αντώνη, Αντώνη.,.», θυμίζοντας την
αποδοκιμαστική φράση και έκφραση ενός άγιου γέροντος που ο υποτακτικός
του έκανε υπακοή, μόνο όταν ήταν παρόντες άλλοι.
Αυτά
και άλλα παρόμοια, μικρότερα ή εκτενέστερα, ήταν που του κρατούσαν
εύθυμη συντροφιά τους δεκατρείς μήνες της συνεχούς κατακλίσεώς του στο
κρεβάτι του πόνου. Όταν ο πυρετός και η ασθένεια δυνάμωναν, το χαμόγελο
μαραινόταν στα γεροντικά χείλη του.
Δεν
αναπαυόταν στην κατάκλιση. Προτιμούσε να κάθεται στο κρεβάτι με τα
πόδια χαμηλά στο πάτωμα και την πλάτη στηριγμένη σε μαξιλάρια. Όπως
πάντοτε πολύ σκυφτός. Η αγαπημένη του στάση προσευχής. Σ’ αυτήν τη στάση
τον πήρε ήσυχα ο Θεός στις 14/27 Φεβρουαρίου 1998.
Επανειλημμένα
είχε δώσει εντολές να γίνει η κηδεία του στον στενό κύκλο της
γειτονιάς. Αλλά το μυστικό διέρρευσε και αρκετοί πατέρες πρόλαβαν τον
τελευταίο ασπασμό του. Ένας απ’ αυτούς γράφει:
«Ο
Γέροντας, άνθρωπος Όσιος, με αγία ζωή, έμπλεως της χάριτος του Θεού με
πληροφορίας δι όσα ο ιδικός του κόσμος χωρούσε, και όμως ζούσε με την
αίσθηση του αμαρτωλού και παρακαλούσε να ευχώμεθα δι΄ αυτόν.
“Παιδί
μου, σε παρακαλώ, όταν φύγω, να μου κάνεις ένα σαρανταλείτουργο και
πάντοτε να με μνημονεύεις”. Είχε δώσει εντολή στη θανή του να
παρευρεθούν οι γείτονες, με τους οποίους πέρασε την παρούσα ζωή. Δι’ εμέ
είχε δώσει ευλογία να με καλέσουν. Τον ευχαριστώ. Τη νύκτα της θανής
του τον βλέπω στον ύπνο μου ντυμένο λευκή ιερατική στολή, αστράπτοντα,
χαριέστατον και λέγοντα: “Παπαδάκο μου, υπάγω να λειτουργήσω”
Παρευρέθην
εις την κηδεία του. Έβλεπα κοιμώμενον έναν όσιον ανήκοντα πλέον εις την
χορείαν των Αγιορειτών Πατέρων και ηυχαρίστησα τον Θεόν και τον Γέροντα
που με αγάπησε και χαρακτήρισε την ζωήν μου με την ιδικήν του. Τέλος,
το σώμα του εδέχθη η μητέρα γη, αγιαζομένη υπ’ αυτού, την δε αγίαν του
ψυχήν υπεδέχθη χαίρουσα η χορεία πάντων των Οσίων των εν ασκήσει
διαλαμψάντων, των οποίων η μνήμη την ήμερα εκείνη ήρχιζε με τον
Εσπερινό, δια να εορτάσει ούτω ο Όσιος μετά των Οσίων.
»Εις
ημάς άφησε μνήμην και υπόδειγμα ενάρετου ησυχαστικής ζωής, ζωής
Αγιορείτου μονάχου και νοσταλγικήν ανάμνησιν του σεπτού του προσώπου.
»Εις
τα τεσσαρακονθήμερα μνημόσυνα δεν ηδυνήθην να παρευρεθώ, διότι είχομεν
εις το κελλίον μας κουράν, και εστενοχωρούμην που δεν ήμουν και εγώ
εκεί. Εις την Λειτουργίαν μετά τον καθαγιασμόν, εις τήν μνημόνευσιν των
κεκοιμημένων, λέγων “Μνήσθητι, Κύριε, του πατρός ημών Εφραίμ…”
αισθάνομαι δύο χέρια να με αγκαλιάζουν στοργικά στους ώμους. Με έπιασε
ρίγος. Σταμάτησα. Γύρισα πίσω. Δεν βλέπω τίποτε. Τον ηυχαρίστησα και
συνέχισα την Λειτουργίαν. Η αγαπώσα καρδία του πιστεύω ότι μας
παρακολουθεί. Εύχεται και το αισθανόμεθα».