«ΜΟΛΙΣ ΑΡΧΙΖΩ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΩ ΤΗΝ ΕΥΧΗ, Η ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΚΛΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΘΕΙΟ ΠΥΡ»
Σε μια από τις εκκλησίες του χωριού λειτουργούσε κάποιος παπάς, που τον
έλεγαν Ιωάννη. Ήταν οικογενειάρχης. Τις καθημερινές πήγαινε στα χωράφια,
τις Κυριακές και γιορτές λειτουργούσε στην εκκλησία. Ήταν πολύ απλός,
ταπεινός, ατημέλητος. Αν τον έβλεπες στο δρόμο δεν του΄ δινες και πολλή
σημασία………
Γι΄ αυτόν λοιπόν τον π. Ιωάννη ο γέροντας Ιερώνυμος (της Αίγινας) μας
διηγόταν πράγματα θαυμαστά, που μόνο στους παλιούς ασκητές με τη φλογερή
πίστη μπορούσε να συναντήσει κανείς. Το χαρακτηριστικότερο γεγονός, που
σημάδεψε την παρουσία του στο Γκέλβερι, ήταν το εξής.
Όταν λειτουργούσε, πάντα σχεδόν δάκρυζε, αναστέναζε και πολλές φορές δεν
μπορούσε να συγκρατήσει τους λυγμούς. Τόση πίστη είχε και τόσο έντονα
ζούσε το μυστήριο της Θείας ευχαριστίας ! Όταν όμως
έφτανε στην ώρα του καθαγιασμού των τίμιων δώρων, η συγκίνησή του
κορυφωνόταν. Οι ψαλτάδες τέλειωναν το «Σε υμνούμεν…», που το έψελναν όσο
πιο μακρόσυρτα μπορούσαν, και μέσα απ΄ το ιερό ακούγονταν ακόμα οι
προσευχές και οι αναστεναγμοί του ιερέα. Ξανάρχιζαν το «Σε υμνούμεν…»,
το έλεγαν ξανά. Συχνά έπρεπε να το επαναλάβουν πέντε – έξι φορές μέχρι
να τελειώσει ο π. Ιωάννης και να εκφωνήσει το «Εξαιρέτως….». Όταν η
καθυστέρηση αυτή για την εκφώνηση του «Εξαιρέτως….» επαναλήφθηκε μερικές
Κυριακές, οι ψαλτάδες άρχισαν να΄ ρχονται σε αμηχανία. Δεν ήξεραν τι να
κάνουν. Δεν μπορούσαν να πουν και τίποτ΄ άλλο, π.χ. πολυέλαιο, γιατί το
αιδέσιμο της στιγμής δεν το επέτρεπε. Δεν τολμούσαν όμως και να κάνουν
παρατήρηση στον ιερέα, γιατί τον σέβονταν πολύ. Μια μέρα λοιπόν λένε
στους επιτρόπους το πρόβλημά τους.





