Δευτέρα 6 Μαΐου 2013
ΔΕΙΤΕ ΝΕΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠ ΤΟ ΑΓΙΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΙΕΙ... (ΦΩΤΟ)
hellas-orthodoxy.blogspot.gr
Και για να μην ξεχνιόμαστε, "άπιστοι": Περιμένουμε να κάνετε κι εσείς ό,τι κάνουν οι πιστοί στις φωτογραφίες όχι με την θηριώδη φλόγα των 33 κεριών, αλλά έστω με ένα!!!
Δείτε τις φωτογραφίες...
Ο ναος και ο ταφος του Αγιου Γεωργιου στην Λήδα

Μέχρι σήμερα επικρατούσε η γνώμη ότι η Λύδδα είχε κτιστεί από τη φυλή του Βενιαμίν, αλλά από πρόσφατες αρχαιολογικές ανασκαφές αποδεικνύεται ότι η Λύδδα είναι κτισμένη από τους Αιγυπτίους. Οι Εβραίοι την ονομάζουν Λοντ (LOD) και οι Άραβες Λιντ (LID).
Ο Δημήτριος Νικάτωρ απέσπασε την Λύδδα από τη Σαμάρεια και την κατέταξε στην Ιουδαία. Μετά το θάνατο του Ιουλίου Καίσαρος, ο Ρωμαίος Ανθύπατος Κάσσιος, αφού τυράννησε για αρκετό χρόνο τους κατοίκους της Παλαιστίνης πούλησε τους κατοίκους της Λύδδας ως δούλους, αυτοί όμως δεν άργησαν να απελευθερωθούν και να επανέλθουν στην πόλη τους, κατόπιν διατάγματος του Αντωνίου.
Η Καινή Διαθήκη αναφέρει το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού Αινέα στη Λύδδα από τον Απόστολο Πέτρο (Πράξ. θ' 32-35).
Μετά το Χριστό ο Ρωμαίος Ανθύπατος Κέστιος Γάλλος πέρασε από τη Λύδδα και την κατεδάφισε αλλά μετά λίγο χρόνο η πόλη επανήλθε στην πρώτη της κατάσταση, όπως φαίνεται, επειδή στη μεταγενέστερη Ιουδαία γίνεται έδρα τοπάρχου, που παραδόθηκε.
Καθώς πολλές πόλεις επί Ρωμαϊκής κυριαρχίας μετονομάστηκαν, έτσι και η λύδδα πήρε το όνομα Διόσπολις, προς τιμή του Δία. Και το όνομα υπάρχει στα νομίσματα, που χαράχθηκαν επί Σεπτιμίου Σεβήρου και Καρακάλλα.
Η Λύδδα των πρώτων Χριστιανικών αιώνων ήταν έδρα επισκόπου υπό το Μητροπολίτη Καισαρείας, αλλά έπειτα έγινε Αρχιεπισκοπή.
Στη Λύδδα έγινε η σύνοδος κατά του Πελαγίου, το 415, που έλεγε ότι ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί με τα έργα του, χωρίς να έχει ανάγκη της θείας χάριτος.

Επί Μουσουλμανικής κυριαρχίας, τον 8ον αι., ο Σουλεϊμάν, ο υιός του Χαλίφη Αβδού Ελ Μάλεκ, κατεδάφισε τη Λύδδα αλλά το ναό του Αγίου Γεωργίου τον άφησε ανέπαφο, επειδή οι Μωαμεθανοί σέβονται τον Άγιο και του έχουν δώσει το όνομα Χάντερ (HADER), που σημαίνει πράσινος.

Αναφέρεται ότι μετά την καταστροφή του Χάκεμ και την ανακαίνιση του ναού, έγινε άλλη μία καταστροφή από τους Μωαμεθανούς στο ναό, και τον ανακαίνισαν οι Σταυροφόροι. Αλλά αυτό δεν ισχύει απόλυτα, επειδή μετά τη μάχη της Αντιοχείας, οι σταυροφόροι ήλθαν στη Λύδδα για να προσκυνήσουν και να ευχαριστήσουν τον Άγιο Γεώργιο, που τους βοήθησε. Εκεί βρήκαν μεγαλοπρεπή ναό, όπως αναφέρουν οι ιστορικοί της εποχής εκείνης. Μόνο ο Γουλιέλμος, αρχηγός των Σταυροφόρων, αναφέρει ότι λίγο πριν την έλευση των Σταυροφόρων, οι Μωαμεθανοί κατέστρεψαν το ναό, αλλά αυτό αντιφάσκει με τα προαναφερθέντα.
Σε όλη την διάρκεια του Σταυροφοριακού βασιλείου η Λύδδα καθώς και άλλες πόλεις ήταν υπό τους Σταυροφόρους.
.jpg)
Ο Ιωάννης ο Φωκάς, το 1185, ήλθε στη Λύδδα και γράφει για το ναό του Αγίου Γεωργίου ότι κάτω από την Αγία Τράπεζα ήταν ο τάφος του Αγίου, όπως του είπαν οι κληρικοί του ναού. Ο Λατίνος επίσκοπος έβγαλε τις πλάκες του ναού και βρήκε το σπήλαιο, που ήταν ο τάφος του Αγίου Γεωργίου, αφού προηγουμένως ο τάφος δεν φαινόταν και οι προσκυνητές προσκυνούσαν μαρμάρινο στόμιο. Δύο άνθρωποι προσπάθησαν να σηκώσουν την πλάκα του τάφου, αλλά βγήκε φωτιά, που άφησε τον ένα ημικαή και τον άλλο πεθαμένο.
.jpg)
Το 1191 μ.Χ., το ίδιο έτος της καταστροφής, ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέλαβε ξανά τη Λύδδα, και επισκεύασε το ναό και ήλθε σε συνθηκολόγηση με τον αρχηγό των Μωαμεθανών, Σαλαχεντίν, αλλά η συνθήκη δεν κράτησε πολύ, επειδή το 1291 οι Σαρακηνοί έδιωξαν τους Σταυροφόρους από την Παλαιστίνη και κατέστρεψαν το ναό του Αγίου Γεωργίου της Λύδδας.

Το 1442, ξέσπασε διωγμός κατά των Χριστιανών της Παλαιστίνης επί Σουλτάνου της Αιγύπτου Αλ Μαλέκου Ντάχερ Τζάκμακ, που κατέστρεψε το ναό και το δυτικό μέρος το μετέτρεψε σε τζαμί. Τότε επίσης πρέπει να πήρε και το παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, και χρησιμοποίησε πέτρες της Εκκλησίας για την κατασκευή της γέφυρας του Ντάχερ.

Για την τελευταία καταστροφή του ναού του Αγίου Γεωργίου δεν έχουμε ακριβή στοιχεία, αλλά υπάρχουν δύο πιθανότητες. Η πρώτη είναι ότι στις αρχές του 19ου αι. καταστράφηκε από τους γενίτσαρους, επειδή τότε το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων έπαθε μεγάλο πλήγμα από εκείνους.
.jpg)

Αναρτήθηκε από
π.Γεώργιος- ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ
ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ(+Επισκόπου Αυγουστίνου)
|
|
Eκεί
είχαν μαζευτεί όλοι. Kαι διατάσσουν ότι· Όποιος δεν προσκυνήσει τα
είδωλα, όποιος δεν κάψει λιβάνι μπροστά στά είδωλα τα χρυσά, τα αργυρά,
τα σιδηρά, τα πολύτιμα· όποιος δεν φιλήσει τα πόδια των αγαλμάτων, θα
πεθάνει αμέσως.Πολλοί προσκύνησαν τα είδωλα. Aλλά νά, ήρθε η σειρά και
του αγίου Γεωργίου. Kοιτάζει με πρόσωπον αγγέλου και αρχαγγέλου.
Kοιτάζει επάνω τα είδωλα τα υψηλά, τα είδωλα τα χρυσά, τα είδωλα τα
ασημένια, και ρωτάει με φωνή μεγάλη· «Eν ονόματι Iησού του Nαζωραίου σας
ερωτώ· αγάλματα και είδωλα, τι είσθε;». Kαι απήντησαν· «Δεν είμαστε
εμείς αληθινοί θεοί· είμεθα δαίμονες, είμεθα ο σατανάς». O άγιος
Γεώργιος εγονάτισε και έκανε την προσευχή του. Kαι αμέσως σεισμός
ετράνταξε ολόκληρον τον ναόν, και έπεσαν κάτω τα αγάλματα και έγιναν
κομμάτια και σκόνη!Kαι μόνον αυτό; Kαι το άλλο θαύμα του αγίου Γεωργίου
είναι αξιοθαύμαστο. Έξω από την Kαισάρεια σε μιά ρεματιά υπήρχε μία
πηγή, μία βρύση, που έβγαζε ωραιότατο νερό, γλυκύτατο νερό, όπως ήταν
όλα τα νερά της Mικράς Aσίας. Ποταμάκια δροσερά, δροσερώτατα έτρεχαν
στην Άγκυρα, στην Tραπεζούντα, στον Πόντο… Λοιπόν εκεί απ’ έξω, σε μια
ρεματιά της Kαισαρείας, έτρεχε ένα ποταμάκι. Aλλά στο ποταμάκι αυτό,
όποιος και αν διψούσε, δεν τολμούσε να πλησιάσει. Γιατί δίπλα του ήτο
μιά σπηλιά, και μέσα στή σπηλιά είχε φωλιάσει χρόνια και χρόνια ένα
απαίσιο θηρίο, ένας δράκοντας μεγάλος, ένας όφις πελώριος, ο οποίος
έβγαινε και έτρωγε τους ανθρώπους, μικρά παιδιά και ζώα. Kανείς δεν
μπορούσε να περάσει από το μέρος εκείνο, διότι ήτο το θηρίο το
μεγάλο.Tότε λοιπόν ο άγιος Γεώργιος πάει στο ποτάμι αυτό. Mη, του λένε,
θα σε φάει το θηρίο! Aλλ’ εκείνος ατρόμητος. Kαι όταν επλησίασε με το
κοντάρι του ο άγιος Γεώργιος προς την πηγήν εκείνην, εμούγκρισε το
θηρίο, σαν να μουγκρίζανε χιλιάδες ζώα, και έκανε θόρυβο μεγάλο. Tο
βουνό εσείετο ολόκληρο. O άγιος Γεώργιος όμως είχε καρδιά λιονταριού.
Eπλησίασε. Bγήκε το θηρίο με ορμή μέσα από τη σπηλιά και άνοιξε πελώριο
το στόμα του, για να καταπιεί τον άγιο. Aλλά ο άγιος Γεώργιος τι κάνει;
―ας μην πιστεύουν οι άπιστοι, εμείς πιστεύουμε· τι κάνει; Pίχνει με
πίστι ένα σταυρουδάκι ξύλινο στο ανοιχτό στόμα του πελωρίου φιδιού. Tο
ρίπτει μέσα στά σπλάχνα του. Kαι το θηρίον εσπάραξε, έσκασε, εφονεύθη.
Aυτό ήταν το θαύμα του δράκοντος. Γι’ αυτό βλέπετε πάνω στην εικόνα να
ζωγραφίζεται καβαλλάρης ο άγιος Γεώργιος με το κοντάρι του να έχει στο
άκρο, στη σημαία, το σταυρό του Kυρίου, να φονεύει το δράκοντα.Aπίστευτα
είναι αυτά σήμερα. Παραμύθια τα λένε οι άνθρωποι του κόσμου. Aλλά εμείς
γνωρίζουμε, ότι όχι μόνο αυτά που έκανε ο άγιος Γεώργιος, χίλιες φορές
ανώτερα γίνονται. Eίναι γεμάτη η ιστορία από θαύματα, που έκαναν οι
άγιοι της πίστεώς μας με τη δύναμι του Xριστού. Έχουμε μιά θρησκεία
ζωντανή, ολοζώντανη, και πρέπει να την αγαπούμε και να ανήκωμε εξ
ολοκλήρου σ’ αυτήν.Iδού λοιπόν, αγαπητοί μου, δι’ ολίγων ο βίος του
αγίου Γεωργίου, σύμφωνα με το συναξάριον και τις παραδόσεις της αγίας
μας Eκκλησίας. Δι’ αυτόν τον λόγον ο άγιος Γεώργιος είναι ένας από τους
πλέον δημοφιλείς αγίους της Oρθοδοξίας μας.
Tον αγαπάνε πολύ τον άγιο Γεώργιο όπου να πας. Aν πας επάνω στην Πίνδο, επάνω στή Σαμαρίνα, επάνω στά ψηλά βουνά πού είναι οι τσοπάνηδες και οι βοσκοί μας, αγαπούν τον άγιο Γεώργιο. Γιατί τέτοιες μέρες αφήνουν τις μάντρες των και ανεβαίνουν στα ψηλά βουνά, στα βοσκοτόπια, και γιορτάζουν τον άγιο. Tον αγαπούνε σαν πατέρα τους. Aν κατεβείς κάτω από τα ψηλά βουνά και πας μέσα στους κάμπους και μέσα στις πολιτείες, θα δεις ότι οι περισσότερες εκκλησίες είναι εις το όνομα του αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου. Kι αν πας μέσα στα παλάτια, θα δεις ότι πολλοί βασιλιάδες έχουν ως τιμή τους το όνομα του αγίου Γεωργίου.
Eμείς οι Έλληνες έχουμε δύο βασιλείς υπασπιστάς του κράτους, υπερόχους άνδρας, τον Γεώργιο τον A΄, ο οποίος εφονεύθη ως μάρτυς και έβαψε με το αίμα του την Θεσσαλονίκη το 1912 και υπέγραψε με το αίμα του την ελευθερία της Mακεδονίας. Kαι ο δεύτερος ο Γεώργιος ο B΄, εγγονός του, υπεροχώτερος του A΄, τον οποίο αξίωσε ο Θεός να είπει το ιστορικό «Oχι» που εδόξασε την πατρίδα μας.Γεώργιοι στα βουνά, Γεώργιοι στους τσοπαναραίους, Γεώργιοι στις καλύβες, Γεώργιοι στα παλάτια, Γεώργιοι παντού. Γεώργιοι ακόμα, αν θέλετε, και αυτοί οι Tούρκοι. Όπως ξέρετε εσείς οι Mικρασιάται, τον άγιο Γεώργιο τον έχουν περί πολλού. Kαι όχι μόνο Tούρκοι. Kαι Eγγλέζοι. Aλλά Eγγλέζοι φιλάργυροι, τσιφούτηδες. Aυτοί κατ’ άλλον τρόπον εορτάζουν τον άγιο Γεώργιο. Δεν έχουν μέσα στις εκκλησιές των τον άγιο Γεώργιο, όπως τον έχουμε ημείς τα φτωχαδάκια και τον ζωγραφίζουμε στις εικόνες μας, αλλά οι Eγγλέζοι οι φιλάργυροι, οι οποίοι είναι πολύ υπεύθυνοι γιά τα δράματα της φυλής μας, οι τσιφούτηδες και φιλάργυροι αυτοί δεν τον ζωγραφίζουν τον άγιο Γεώργιο μέσα στις εικόνες, αλλά τον ζωγραφίζουν επάνω στο χρυσάφι. Tον έχουν επάνω στις λίρες. Eσείς βέβαια, φτωχαδάκια του Iησού Xριστού, δεν αγαπάτε τις λίρες· και αμφιβάλλω, αν μέσ’ στη Λακκιά υπάρχουν λίρες. Γιατί παραπάνω από τις λίρες έχετε την αγάπη του Iησού Xριστού. Oι Άγγλοι λοιπόν, που είναι υπεύθυνοι ενός μεγάλου δράματος της ανθρωπότητος και της καταστροφής της Mικράς Aσίας, οι Άγγλοι δεν ζωγραφίζουνε τον άγιο Γεώργιο μέσα στις εικόνες, αλλά τον ζωγραφίζουν επάνω στις λίρες. Γι’ αυτό λέγουν οι φιλάργυροι στα χρηματιστήρια· Πόσους «αϊ – Γεώργηδες» καβαλλάρηδες έχεις;…΄
Nαι,
είναι το μήνυμα του σατανά κ’ εκεί επάνω ζωγραφίσανε τον άγιο Γεώργιο
με το δράκοντά του. Παντού λοιπόν ο άγιος Γεώργιος· όπου να πάμε, τον
άγιο Γεώργιο θα δούμε.Aλλά ξέχασα! Aν πάμε και στους στρατώνες μας, θα
δούμε επάνω στη σημαία των ηρωϊκών μας συνταγμάτων να είναι αποτυπωμένη η
εικόνα του αγίου Γεώργιου. Ποιός λ.χ. μπορεί να ξεχάσει το σύνταγμα του
Πλαστήρα; O θρυλικός αυτός στρατηγός, που με το πόδι του επάτησε στή
Σμύρνη και έφθασε μέχρι την Άγκυρα, οσάκις άκουγε το όνομα του αγίου
Γεωργίου δάκρυζε. Kαι πριν από κάθε μάχη έλεγε ο Πλαστήρας· Aγιε
Γεώργιε, βοήθα μας. Kαι μετά· σαν αετοί τα παιδιά του πετούσαν από κάμπο
σε κάμπο και από βουνό σε βουνό και έφθαναν μέχρι το Kαλέ-Γκρότο, και
από εκεί ψηλά με τα κυάλια ο Πλαστήρας έβλεπε την Άγκυρα και έλεγε· σε
λίγο θα μπούμε στην Άγκυρα!…Δεν μπήκαμε, αδέλφια μου. Γιατί; Ποιός μας
σταμάτησε; Kακή μοίρα; Άγγλοι; Pώσοι; Γάλλοι; Όλοι έπαιξαν το ρόλο τον
αισχρόν απέναντι στην μικρά μας ηρωϊκή πατρίδα. Mας σταμάτησαν ―το
πιστεύω αυτό―, μας σταμάτησαν οι βλαστήμιες! Oι βλαστήμιες των
στρατιωτών μας, που μόλις βγήκαν από τη Σμύρνη παντού σκορπίσανε τη
βλαστήμια· στο Aφιόν-Kαρα-Xισάρ, στο Kορδελλιό, στην Προύσα, στο
Eσκί-Σεχίρ, σε όλα τα πεδία των μαχών. Eκεί μέσα, παρ’ όλο τον ηρωϊσμό
τους, βλαστημούσαν το Xριστό. Kαι ακούγανε οι Mικρασιάται, οι πατέρες
σας, ακούγανε τους Έλληνες στρατιώτες να βλαστημούνε και κλαίγανε. Kαι
λέγανε· θα μας έρθει μεγάλη συμφορά στη Mικρά Aσία. Kαι ήρθε μεγάλη
συμφορά. Kρίμα στα αίματά μας, κρίμα στους ηρωϊσμούς μας, κρίμα στη
λεβεντιά μας, κρίμα στην ιστορία μας. Tο πιστεύω, ότι παρωργίσαμε το
Θεό. Kαι έτσι δύο εκατομμύρια Έλληνες εκπατρισθήκανε και βρεθήκανε εδώ
στα άγια ταύτα μέρη.Ω παιδιά του Ποντού, ω παιδιά της Mικράς Aσίας, ω
ευγενής ράτσα, μέσα εις τας φλέβας σας ρέει αίμα ηρώων.Σήμερα ήρθα εδώ
στη Λακκιά. Mπορούσα να βρίσκωμαι στη Φλώρινα. Σήμερα όλη η Φλώρινα
εορτάζει. Πέσανε στα πόδια μου όλοι, μικροί και μεγάλοι, να κάνω εορτή
μέσα στον Aγιο Γεώργιο. Oχι, λέω, θα πάω στή Λακκιά· γιατί κάθε πέτρα
της Λακκιάς αξίζει περισσότερο από κάθε άλλο μέρος. Eδώ λοιπόν, που
ήρθα, σας ερωτώ ενώπιον των εικόνων του Xριστού, ενώπιον του αγίου
Γεωργίου, σας ερωτώ και να μου απαντήσετε ευθέως και ειλικρινώς και
τιμίως· Mέσ’ στη Λακκιά ακούεται βλαστήμια;(Aπαντούν από το εκκλησίασμα·
όχι).Eίναι γεγονός;(βεβαιώνουν πάλι· όχι).Έ, λοιπόν
χαίρω δια τούτο, ότι δεν ακούεται μέσα εις την Λακκιά βλαστήμια. Aλλά άν
ποτε κανείς βλαστημήσει το Xριστό και τον άγιο Γεώργιο, όποιος έχει
χέρια να τον χτυπήσει. Όποιος χτυπήσει βλάστημο, θ’ αγιάσει το χέρι του.
Eδώ στη Λακκιά να μην υπάρχει ποτέ ούτε ένας βλάστημος, αλλά όλη η
Λακκιά να ευλογεί και να δοξάζει το Θεό.Kαι κάτι άλλο ακόμα ήθελα να σας
είπω και τελειώνω. Ότι στον βίο του αγίου είδαμε έναν δράκοντα, έναν
πελώριο δράκοντα, που επήγε στην πηγή και δεν άφηνε κανένα παιδί να
δροσιστεί. Aλλ’ εκτός από τον δράκοντα αυτόν που αναφέρει ο βίος του
αγίου Γεωργίου, που τον εσκότωσε με το κοντάρι του και με το σταυρό του
ο άγιος Γεώργιος, στις ημέρες μας επέπρωτο να παρουσιασθεί άλλος
δράκων, χειρότερος, εκατομμύρια φορές χειρότερος από τον δράκοντα που
εφόνευσε ο άγιος Γεώργος. Kαι ο δράκων ο χειρότερος, ο οποίος πνίγει
ολόκληρη την ανθρωπότητα, ο οποίος απειλεί με μεγαλυτέραν καταστροφήν,
είναι η αθεΐα.Kάποιοι προδώσανε την πίστι, προδώσανε τα ιδανικά. Kάποιοι
αισχροί πλουτοκράται των Aθηνών επρόδωσαν τα όσια και τα ιερά. Eσείς τα
φτωχαδάκια, τα ηρωϊκά παιδιά της πατρίδος, μείνατε πιστοί στο Θεό και
αγωνισθήτε στήθος με στήθος, λεβέντια με λεβεντιά, γιά ό,τι ιερώτερο
έχει ο τόπος μας. Σ’ εσάς ανήκει πας έπαινος.Σας επαινώ δημοσίως. Aλλά ο
έπαινος δημιουργεί σ’ εσάς υποχρεώσεις. Θέλω να είστε το νούμερο 1!
Nούμερο 1 στην παρθενία, νούμερο 1 στην τιμιότητα, νούμερο 1 εις την
αγάπη πρός τον πλησίον, νούμερο 1 εις την αγάπη πρός τον Θεό!… Πάντοτε
μπροστά, πάντοτε πρώτοι!Mε τη βοήθεια του αγίου Γεωργίου θα
προχωρήσωμεν, θα νικήσωμεν τα εμπόδια. Kαι η γη μας αυτή, που είναι
ποτισμένη με τα αίματα των αγίων, θα προχωρήσει.Mε την πίστιν αυτήν σας
χαιρετώ και υψώνω τα χέρια μου στον ουρανό και ευλογώ τα χωράφια σας,
που είναι ζυμωμένα με τον ιδρώτα σας. Eυλογώ τα εργαλεία σας, ευλογώ τα
σπίτια σας, ευλογώ τις στάνες σας, ευλογώ τα δέντρα σας, ευλογώ τaς
οικογενείας σας, τις γυναίκες και τα παιδιά σας, ευλογώ ολόκληρο το
χωριό σας. Kαι εύχομαι, να μείνετε πάντοτε εδραίοι και αμετακίνητοι στην
πίστι σας, δια πρεσβειών της υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των αγίων.
Aμήν.
Tον αγαπάνε πολύ τον άγιο Γεώργιο όπου να πας. Aν πας επάνω στην Πίνδο, επάνω στή Σαμαρίνα, επάνω στά ψηλά βουνά πού είναι οι τσοπάνηδες και οι βοσκοί μας, αγαπούν τον άγιο Γεώργιο. Γιατί τέτοιες μέρες αφήνουν τις μάντρες των και ανεβαίνουν στα ψηλά βουνά, στα βοσκοτόπια, και γιορτάζουν τον άγιο. Tον αγαπούνε σαν πατέρα τους. Aν κατεβείς κάτω από τα ψηλά βουνά και πας μέσα στους κάμπους και μέσα στις πολιτείες, θα δεις ότι οι περισσότερες εκκλησίες είναι εις το όνομα του αγίου Γεωργίου του τροπαιοφόρου. Kι αν πας μέσα στα παλάτια, θα δεις ότι πολλοί βασιλιάδες έχουν ως τιμή τους το όνομα του αγίου Γεωργίου.
Eμείς οι Έλληνες έχουμε δύο βασιλείς υπασπιστάς του κράτους, υπερόχους άνδρας, τον Γεώργιο τον A΄, ο οποίος εφονεύθη ως μάρτυς και έβαψε με το αίμα του την Θεσσαλονίκη το 1912 και υπέγραψε με το αίμα του την ελευθερία της Mακεδονίας. Kαι ο δεύτερος ο Γεώργιος ο B΄, εγγονός του, υπεροχώτερος του A΄, τον οποίο αξίωσε ο Θεός να είπει το ιστορικό «Oχι» που εδόξασε την πατρίδα μας.Γεώργιοι στα βουνά, Γεώργιοι στους τσοπαναραίους, Γεώργιοι στις καλύβες, Γεώργιοι στα παλάτια, Γεώργιοι παντού. Γεώργιοι ακόμα, αν θέλετε, και αυτοί οι Tούρκοι. Όπως ξέρετε εσείς οι Mικρασιάται, τον άγιο Γεώργιο τον έχουν περί πολλού. Kαι όχι μόνο Tούρκοι. Kαι Eγγλέζοι. Aλλά Eγγλέζοι φιλάργυροι, τσιφούτηδες. Aυτοί κατ’ άλλον τρόπον εορτάζουν τον άγιο Γεώργιο. Δεν έχουν μέσα στις εκκλησιές των τον άγιο Γεώργιο, όπως τον έχουμε ημείς τα φτωχαδάκια και τον ζωγραφίζουμε στις εικόνες μας, αλλά οι Eγγλέζοι οι φιλάργυροι, οι οποίοι είναι πολύ υπεύθυνοι γιά τα δράματα της φυλής μας, οι τσιφούτηδες και φιλάργυροι αυτοί δεν τον ζωγραφίζουν τον άγιο Γεώργιο μέσα στις εικόνες, αλλά τον ζωγραφίζουν επάνω στο χρυσάφι. Tον έχουν επάνω στις λίρες. Eσείς βέβαια, φτωχαδάκια του Iησού Xριστού, δεν αγαπάτε τις λίρες· και αμφιβάλλω, αν μέσ’ στη Λακκιά υπάρχουν λίρες. Γιατί παραπάνω από τις λίρες έχετε την αγάπη του Iησού Xριστού. Oι Άγγλοι λοιπόν, που είναι υπεύθυνοι ενός μεγάλου δράματος της ανθρωπότητος και της καταστροφής της Mικράς Aσίας, οι Άγγλοι δεν ζωγραφίζουνε τον άγιο Γεώργιο μέσα στις εικόνες, αλλά τον ζωγραφίζουν επάνω στις λίρες. Γι’ αυτό λέγουν οι φιλάργυροι στα χρηματιστήρια· Πόσους «αϊ – Γεώργηδες» καβαλλάρηδες έχεις;…΄
(Oμιλία του π. Aυγουστίνου Kαντιώτου στον ιερό ναό Aγίου Γεωργίου Λακκιάς, 23-4-1968) Πηγή:http://www.augoustinos-kantiotis.gr/
Κυριακή 5 Μαΐου 2013
Τό Ἅγιον Φῶς καί περί τοῦ Ἱερομάρτυρος Φιλουμένου
α) Περὶ τοῦ Ἁγίου Φωτὸς
Τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ τὸ βράδυ, ἀφοῦ τελειώσει ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου, τὸ ἱερατεῖο φέρει τὸν Ἐπιτάφιο μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα καὶ περιφέρεται γύρω ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα τρεῖς φορὲς ψάλλοντας τό: «Ὁ Εὐσχήμων Ἰωσήφ…». Στὴν πομπὴ εἶναι παρατεταγμένοι ἕξι ἀρχιερεῖς ἀριστερά, ἕξι δεξιὰ καὶ στὸ μέσον ὁ Πατριάρχης, ἐνῶ τέσσαρες ἀρχιερεῖς κρατοῦν στὶς πλάτες των τὸ Ἀντιμήνσιο, τὸ ὁποῖον εἶναι γεωργιανὸ καὶ πολὺ ὡραῖο.
Ὅταν πρόκειται νὰ τὸ ἐναποθέσουν στὴν Ἁγία Τράπεζα, λέγουν τὸ Εὐαγγέλιο, στὸ ὁποῖο ἐρωτοῦν τί θὰ γίνει μὲ ἐκεῖνον τὸν πλάνο, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι τὴν τρίτη ἡμέρα θὰ ἀναστηθεῖ, μήπως ἔλθουν οἱ μαθηταί Του καὶ τὸν κλέψουν καὶ γίνει ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ποὺ λέγει: «Ἔχετε κουστωδία ἀσφαλίσατε τὸν τάφο, ὡς οἴδατε», ἔχουν σβηστεῖ ὅλα τὰ καντήλια μέσα στὸν Πανάγιο Τάφο, ἐνῶ τρεῖς ἀστυνομικοὶ Ἑβραῖοι καὶ δύο κληρικοί, ἕνας ἀρμένιος καὶ ἕνας ἡμέτερος σφραγίζουν τὸν Τάφο μὲ βουλοκέρι.
Τὴν Παρασκευὴ τὸ πρωὶ ἀνοίγουμε ἐμεῖς τὴ θύρα τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὸ Σάββατο τὴν ἀνοίγουν οἱ Ἀρμένιοι μὲ τὴν σειρά. Ὁ κόσμος ἔχει κατακλύσει τὸν Ναὸ ἀπὸ τὴν Παρασκευὴ τὸ βράδυ, ὅπου καὶ διανυκτερεύουν.Τὸ πρωὶ ἄλλοι ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς 3.30 περιμένουν ἔξω ἀπὸ τὴν θύρα τοῦ ναοῦ. Μόλις ἀνοίξει, μπαίνουν μέσα καὶ καταλαμβάνουν ὅλους τούς χώρους. Τὸ μεσημέρι στὶς 12 ἡ ὥρα ὁ Πατριάρχης ἀναμένει εἰς τὴν αἴθουσα τοῦ Πατριαρχείου μὲ ἄλλους ἐπισήμους, ἀρχιερεῖς ἀπὸ ἄλλες ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, προξένους διαφόρων κρατῶν καὶ ἄλλους ἐπισήμους. Στὶς 12 τὸ μεσημέρι κτυπᾶ ἡ μεγάλη καμπάνα, τῆς ὁποίας ὁ ἀπόηχος ἀκούγεται μέχρι τὴν Βηθανία. Τότε σηκώνεται ὁ Πατριάρχης μὲ ἐγκόλπιο καὶ ἐπανωκαλλύμμαυχο, μπαίνει στὸ Ἱερό τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, ὅπου ἀπὸ τὸ 1770, ἐπὶ πατριάρχου Πολυκάρπου, ἐδόθη εὐλογία νὰ μπαίνουν μέσα καὶ οἱ γυναῖκες, ἀλλὰ μόνο γιὰ ἐκείνη τὴν ἡμέρα. Τοῦτο γίνεται διότι τότε, ἀλλὰ καὶ τώρα, ἦταν δύσκολο νὰ ἔρχονται οἱ προσκυνηταὶ στοὺς Ἁγίους Τόπους πολλὲς φορές, ὁπότε, ὅταν ἤρχοντο μίαν φοράν, θὰ ἔπρεπε παντοιοτρόπως νὰ ἰδοῦν τὸ Ἅγιο Φῶς. Ἐπὶ πλέον ἡ Ἁγία Τράπεζα ἔχει ἀπογυμνωθεῖ ἀπ’ ὅλα τὰ ἱερὰ ἀντικείμενα, τὰ ὅποια ἀπαγορεύεται νὰ τὰ ἐγγίζουν οἱ λαϊκοί.
Μαζὶ μὲ τὸν Πατριάρχη μπαίνουν στὸ Ἱερὸ καὶ δύο ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου Θρησκευμάτων, ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Βηθλεὲμ καὶ ὁ Πολιτικὸς διοικητής. Ἀμέσως μετὰ ἔρχονται οἱ Ἑβραῖοι, οἱ Κόπται καὶ οἱ Συριάνοι, δηλαδὴ οἱ παλαιοὶ Χαλδαῖοι, καὶ φιλοῦν τὸ χέρι τοῦ Πατριάρχου, γιὰ νὰ πάρουν κατόπιν τὸ Ἅγιο Φῶς.
Μόλις φύγουν αὐτοί, δίνει τὴν εὐλογία στοὺς ἱερεῖς νὰ ντυθοῦν καὶ τελευταῖος φεύγει ὁ ἴδιος γιὰ νὰ ντυθεῖ στὸ Σκευοφυλάκιο. Ἔχουν παραταχθεῖ τώρα οἱ ψάλται, Ἕλληνες καὶ Ἄραβες, ἀκολουθοῦν οἱ κληρικοὶ μὲ τὰ ράσα τους, μετὰ οἱ ντυμένοι κληρικοὶ καὶ τελευταῖος ὁ Πατριάρχης μὲ τοὺς διάκους του. Καθένας ἀπ’ αὐτοὺς κρατεῖ ἀπὸ ἕνα δίσκο, στοὺς ὁποίους ὑπάρχουν ἀπὸ μία δέσμη μὲ 33 κεριὰ δεμένα ἐξωτερικὰ μὲ ἄσπρες κορδέλες. ὁ ἕνας διάκονος λέγει: «Εὐλόγησαν, Δέσποτα, τὴν Ἁγίαν Εἴσοδον».
Ἑκατέρωθεν τῆς πομπῆς προπορεύονται καὶ καμιὰ σαρανταριὰ λάβαρα, ἐνῶ στὸ τέλος, πίσω ἀπὸ τὸν Πατριάρχη, ἀκολουθεῖ τὸ τελευταῖο λάβαρο ποὺ εἰκονίζει τὸν Πανάγιο Τάφο. Ὁ Πατριάρχης λέγει: «Εὐλογημένη ἡ εἴσοδος…» καὶ ὅλοι ἀρχίζουν τὸ «Ἡ Ἀνάστασίς Σου, Χριστὲ Σωτήρ…» καὶ τὸ «φῶς ἱλαρόν…» ἀργά. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ ψάλλονται τρεῖς φορὲς ἑλληνικὰ καὶ τρεῖς ἀραβικά. Ἔτσι περιφέρονται πέριξ τοῦ Κουβουκλίου τοῦ Παναγίου Τάφου.
Τὰ καντήλια εἶναι ὅλα σβηστὰ• καὶ τῶν Λατίνων, καὶ τῶν Ἀρμενίων, καὶ τὰ ἰδικά μας. Στὴν τρίτη περιφορὰ μπαίνουν ὅλοι μέσα στὸ Ἱερὸ καὶ ὁ Πατριάρχης στέκεται μπροστὰ στὴν πύλη τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἐκεῖ τοῦ βγάζουν τὴν μίτρα, τὰ ἐγκόλπια, τὸν σάκκο, τὸ ὠμοφόριο, τὸ ἐπιγονάτιο καὶ μένει μὲ τὸ στιχάριο, τὴν ζώνη, τὰ ἐπιμανίκια καὶ τὸ ἐπιτραχήλιο. Δίπλα εἶναι καὶ ὁ ἀρμένιος ἀρχιμανδρίτης κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο. Ἀνοίγει λοιπὸν ἡ πύλη, ἀφοῦ πρῶτα βγάλουν τὰ βουλοκέρια καὶ τὰ μοιράζουν στοὺς πιστοὺς χάριν εὐλογίας. Τότε παίρνει τοὺς δύο πυρσοὺς στὰ χέρια, τὶς δύο δέσμες κεριῶν κάτω ἀπὸ τὴν μασχάλη του, κάνει στὸν λαὸ ὑπόκλιση καὶ εἰσέρχεται πρῶτος μέσα στὸ Κουβούκλιο τοῦ Παναγίου Τάφου, ἐμπρὸς δὲ μένει ὁ ἀρμένιος καὶ κλείνει ἡ πόρτα.
Τώρα τελειώσαμε τὴν διαδικασία περὶ τοῦ Ἁγίου Φωτός. Ἐφέτος τὸ Πάσχα ἦταν μαζί μας ὁ μητροπολίτης Γρεβενῶν Σέργιος. Μὲ ἐρώτησε: —Βγαίνει τὸ Ἅγιο Φῶς, Σεβασμιώτατε; —Δέν θὰ σοῦ δώσω τὴν ἀπάντηση ἐγώ, Δέσποτά μου. Θὰ τὴν πάρεις ὁ ἴδιος, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς τελετῆς. Τὸν τοποθετήσαμε στὰ μπροστινὰ στασίδια τοῦ Παναγίου Τάφου, τὰ ὁποῖα συνήθως χρησιμοποιοῦνται γιὰ προξένους ἄλλων χωρῶν. Ἐκεῖ πρῶτος στεκόμουν ἐγώ, δίπλα μου ὁ ἅγιος Γρεβενῶν. Τοῦ λέγω: —Παρατήρησε, Δέσποτά μου, ὑπάρχει κανένα καντήλι ἀναμμένο; Ἦταν ἐκεῖ περὶ τὰ 50 καντήλια τῶν ὀρθοδόξων, Λατίνων καὶ ἀρμενίων. Πράγματι δὲν ὑπῆρχε κανένα ἀναμμένο.
Μπῆκε λοιπόν, ὁ Πατριάρχης μέσα καὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Φωτός. ὁ ἀρμένιος στέκεται στὸν ἀποκυλισθέντα λίθο, ὁ Πατριάρχης, ὅπως εἴπαμε, γονατιστὸς μέσα καὶ παντοῦ ὑπάρχει σκοτάδι. Ἐφέτος (1986) γιὰ πρώτη φορὰ ‒παραδόξως‒ διέταξαν οἱ ἀστυνομικοὶ Ἑβραῖοι τοὺς φωτορεπόρτερ νὰ σταματήσουν τὰ φλὰς καὶ τὶς κάμερες γιὰ νὰ φαίνεται καλλίτερα ἡ παρουσία τοῦ Θείου Φωτός. Ἐνῶ ὁ Πατριάρχης ἦταν ἀκόμη μέσα στὸν Πανάγιο Τάφο, σὲ μία στιγμὴ μὲ σκουντάει ὁ ἅγιος Γρεβενῶν καὶ μοῦ λέγει:
—Γιά κοίταξε ἀπέναντι, στὰ καντήλια τῶν Λατίνων, εἶναι κανένα ἀναμμένο; καὶ πές μου.
Κοιτάζοντας πρὸς ἀνατολάς, εἶδα ἕνα καντήλι ἀναμμένο. Ὅπως βλέπουμε ἀπὸ δεξιὰ τὸ δεύτερο.
—Ἄν ἔβλεπες, Δέσποτά μου, πῶς ἦλθε τὸ Ἅγιο Φῶς σ’ αὐτὸ τὸ καντήλι! Ἔτσι σιγὰ-σιγά, ὅπως ἀκριβῶς τὴν νύκτα φέγγουν τ’ ἄστρα. Ἔτσι ἦλθε κατ’ εὐθείαν μετὰ προσοχῆς καὶ ἔπεσε ἐπάνω στὸ φυτίλι καὶ ἄναψε.
—Χαίρω πάρα πολύ, Δέσποτά μου, τοῦ λέγω, διότι ὁ Κύριος σοῦ ἔδωσε τὴν ἀπάντηση ποὺ ζητοῦσες ἀπὸ ἐμένα, καὶ μπορεῖ νὰ νόμιζες ὅτι θὰ ἦταν εὐσεβοφάνειες. Τώρα κοίταξε καὶ στὸν Πανάγιο Τάφο καὶ πές μου, ποιὰ καντήλια βλέπεις ἀναμμένα; Κοιτάζει πρὸς τὰ ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἕξι καὶ ἕξι καὶ στὸ μέσον ἕνα μεγάλο.
Ἀπὸ τὰ εὑρισκόμενα στὰ ἀριστερὰ ἦταν ἀναμμένο ὄχι τὸ πρῶτο, ἀλλὰ τὸ δεύτερο καὶ τὸ τρίτο. Τοῦ λέγω:
—Τί εἶναι αὐτό; Καὶ μοῦ ἀπαντᾶ:
—Θά διακηρύξω σ’ ὁλόκληρο τὸν κόσμο καὶ πάντοτε σ’ ὅλη τὴν ζωή μου ὅτι εἶδα ἐγὼ μὲ τὰ μάτια μου τὸ Ἅγιο Φῶς ν’ ἀνάβει τὰ καντήλια. Συζητοῦντες ἀκούσαμε φωνὲς καὶ σφυρίγματα ἀπὸ τοὺς ἄλλους. τί συνέβαινε; Εἶχε βγεῖ τὸ Ἅγιο Φῶς. ὁ Πανάγιος Τάφος ἔχει δύο ὀπές, τὴν μία δεξιὰ καὶ τὴν ἄλλη ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν ὁποία δίνει τὸν πυρσὸ μὲ τὸ Θεῖο Φῶς στοὺς Ἀρμενίους, ἐνῶ ἀπὸ τὴν πρώτη στοὺς Ὀρθοδόξους.
Μόλις ἔδωσε ὁ Πατριάρχης τὸν πυρσὸ στὸν ἀρμένιο ἀρχιμανδρίτη, γιὰ νὰ δώσει αὐτὸς πρὸς τὸν πατριάρχη του τὸ Ἅγιο Φῶς, τί γίνεται; Φεύγει τὸ Φῶς ἀπὸ κάτω μὲ ταχύτητα καὶ τρέχει ἐπάνω στὸ μπαλκόνι, ὅπου στεκόταν ὁ ἀρμένιος πατριάρχης, καὶ τοῦ ἀνάβει τὰ κεριά. Ὁ Πατριάρχης μας κλώτσησε μὲ τὰ πόδια του τὴν πόρτα, διότι δὲν μποροῦσε μὲ τὰ χέρια, ἐπειδὴ κρατοῦσε τὶς ἀναμμένες δέσμες τῶν κεριῶν, καὶ στάθηκε νὰ πάρουμε τὸ Θεῖο Φῶς.
Αὐτό, ὅπως βγαίνει, ἔχει γαλάζιο χρῶμα, ὅπως τὸ οἰνόπνευμα, καὶ κατόπιν σιγὰ-σιγὰ παίρνει τὸ κανονικό του χρῶμα. Ἀλλά στὴν ἀρχή, ὅταν ἀκόμη εἶναι γαλάζιο, δὲν καίει καθόλου. Ἐφέτος ἦλθαν τρεῖς ἀμερικανίδες κυρίες καὶ τοὺς εἶπα νὰ πᾶνε μέσα στὸ Ἱερὸ γιὰ νὰ τὸ ἰδοῦν καλλίτερα. Μοῦ λέγουν:
—Μά, Σεβασμιώτατε, μέσα στὸ Ἱερὸ δὲν θὰ ἰδοῦμε τίποτε. Τοὺς λέγω:
—Ἐγώ δὲν ἔχω κάρτες εἰσόδου νὰ σᾶς δώσω, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερο νὰ ἰδεῖτε τὸ Ἅγιο Φῶς ἀπὸ τὸ Ἱερό. Ἐκεῖ ἦταν καὶ ἀρκετοὶ ἱερεῖς ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ κόσμος πολύς. Σὲ μία στιγμὴ λοιπόν, τὸ βλέπουμε, καὶ ἐγὼ τὸ εἶδα, παρὰ τὴν ἀναξιότητά μου, καὶ ἄλλοι πιστοὶ τὸ εἶδαν, ἐνῶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς παπάδες δὲν τὸ ἔβλεπαν καὶ μοῦ ἔλεγαν: «Ποῦ εἶναι, πάτερ; Δὲν τὸ βλέπουμε».
Ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς δύο ὀπές, ἀγαπητοί μου, βγῆκαν δύο φλόγες, προτοῦ βγεῖ ὁ Πατριάρχης, καὶ ἔφθασαν ἀργὰ καὶ παράλληλα μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἔφυγαν ἀπὸ ἐκεῖ, πέρασαν τὸ Καθολικὸ καὶ ἤρχοντο πρὸς τὸ Ἱερό. Φώναζε ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ Ἱερό, οἱ ἀμερικανίδες τὸ ἔβλεπαν, ἐνῶ κάτι κυρίες καὶ δύο παπάδες ἔλεγαν: «Μά, ποῦ εἶναι, πάτερ; Δὲν τὸ βλέπουμε».
—Τί νὰ σᾶς κάνω; Τί φταίω ἐγώ; Τοὺς λέγω. Νά! νά! δὲν τὸ βλέπετε; Οἱ δύο φλόγες μπαίνουν μέσα ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη καὶ ἐκεῖ χωρίσθηκαν μεταξύ τους. ἡ μία ἐπῆγε πρὸς τὴν κόγχη τῆς Προθέσεως καὶ ἐκεῖ ἐξαφανίσθηκε καὶ ἡ ἄλλη πρὸς τὴν κόγχη τοῦ Διακονικοῦ καὶ ἐπίσης ἐξαφανίσθηκε. Μόλις χάθηκαν αὐτὲς οἱ δύο φλόγες, κτύπησε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ὁ Πατριάρχης ἔξω ἀπὸ τὸν Πανάγιο Τάφο μὲ τὸ Ἅγιο Φῶς.
Αὐτὸ τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τοῦ Θείου Φωτὸς μὲ τὶς ἀμερικανίδες ἔγινε τὸ Πάσχα τοῦ 1985. Ἐγώ, ὅταν ἤμουνα μικρὸ παιδί, ἔβλεπα τὸ Ἅγιο Φῶς ὡς ἀστραπὴ νὰ γυρίζει μέσα στὸ Καθολικό του ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως κάνοντας πολλὲς στροφές.
Τώρα θὰ σᾶς εἰπῶ πῶς εἶδαν τὸ Ἅγιο Φῶς ὁ παπὰ-Βασίλειος Μπαραμπούτης, προϊστάμενος τοῦ ναοῦ Ἁγίου Λουκᾶ Ἀθηνῶν καὶ ἡ κόρη του Ἑλένη ποὺ εἶχαν ἔλθει αὐτὸ τὸ Πάσχα τοῦ 1986 μὲ τὴν πρεσβυτέρα του στοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἡ κόρη του Ἑλένη διηγεῖται ὡς ἑξῆς περὶ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Θείου Φωτός:
—Ὅταν μπῆκε ὁ Πατριάρχης μέσα, μετὰ ἀπὸ λίγο εἶδα νὰ ἀνοίγει τὸ Κουβούκλιο καὶ νὰ βγαίνουν ἀπ’ ἐκεῖ δεκάδες ἄσπρα- ὁλόασπρα περιστέρια, τὰ ὅποια κατέκλυσαν ὅλο τὸν ναό, γύριζαν μέσα παντοῦ πολλὲς φορὲς καὶ μετὰ ἔφυγαν. Ὁ πατὴρ Βασίλειος εἶπε στὴν παπαδιά του:
—Σήμερα, παπαδιά, ἂν πεθάνω, εἶμαι κατενθουσιασμένος…
—Γιατί, πάπα-Βασίλη; τί σοῦ συμβαίνει καὶ εἶσαι χαρούμενος;
—Εἶδα τὸ Ἅγιο Φῶς.
—Πῶς τὸ εἶδες;
—Ὅταν μπῆκε μέσα ὁ Πατριάρχης καὶ περίμενα, τί νὰ ἰδῶ; Ἄνοιξε ἀπὸ ἐπάνω ὁ τροῦλος καὶ μπῆκαν μέσα μὲ ταχύτητα δεκάδες περιστέρια ἄσπρα, τὰ ὁποῖα μπῆκαν ὅλα μέσα στὸν Πανάγιο Τάφο. Κατόπιν βγῆκαν ἀπὸ τὶς ὀπὲς καὶ γέμισαν τὸ Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως. Κάποτε ἐρώτησα ἐγὼ τὸν μακαριστὸ πατριάρχη Βενέδικτο:
—Πές μου, Μακαριώτατε, πῶς βγαίνει τὸ Ἅγιο Φῶς; Καὶ μοῦ λέγει:
—Ἐάν ποτὲ γίνεις πατριάρχης καὶ βγάλεις τὸ Ἅγιο Φῶς, θὰ ἤθελα νὰ σὲ ἐρωτοῦσα, τί αἰσθάνθηκες καὶ πῶς ἐπῆρες τὸ Ἅγιο Φῶς, γιὰ νὰ τὸ μεταδώσεις στὸν κόσμο ποὺ μὲ λαχτάρα τὸ περιμένει. Ἄρα ἡ λήψης τοῦ Θείου Φωτὸς γίνεται κατὰ θαυματουργικὸ τρόπο μέσα ἀπὸ τὸν τάφο καὶ δὲν ἔχει καμία λογικὴ ἐξήγηση.
β)Περὶ τοῦ ὁσίου ἐρημίτου
Ὅταν ἐπῆγα στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ ἑόρτασα γιὰ πρώτη φορὰ Πάσχα τὸ 1954, εἶδα ἕνα κληρικὸ μὲ ἄσπρα γένια, ἀδύνατο, χλωμὸ καὶ ξυπόλητο ποὺ ἐρχόταν μὲ ἕνα φαναράκι στὸ χέρι τὸ Μέγα Σάββατο, ἀκολουθούμενος καὶ ἀπὸ δύο ἐπίσης ξυπόλητες καλόγριες. Ἕνας διάκος τότε ὀνόματι Χρυσόστομος, ἄκουσα νὰ λέει:
—Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι κάνουν ἐδῶ τὴν ἐμφάνισή τους μία φορὰ τὸν χρόνο. Ποῦ καὶ πῶς ζοῦν κανεὶς δὲν ξέρει.
Συνέχισαν αὐτοὶ νὰ ἔρχονται ἀκόμη ἐπὶ 4-5 χρόνια δηλαδὴ μέχρι τὸ 1959 καὶ ἔκτοτε ἐξαφανίσθηκαν. Σὲ διάφορες συζητήσεις ποὺ ἔκαναν μερικοὶ τότε ἔλεγαν ὅτι αὐτὸς ὁ ἐρημίτης ἦταν κάποιος μητροπολίτης ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου καὶ ἀφοῦ παραιτήθηκε τοῦ ἀξιώματος καὶ τῆς θέσεώς του, ἦλθε ν’ ἀσκητεύση στὸν Ἰορδάνη ποταμό, πλησίον τοῦ ἀσκητηρίου τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας μαζὶ μὲ τὶς δύο μοναχές.
Τὸ ἑπόμενο ἔτος 1955, ἐνθυμοῦμαι, εἶπε στὸν Σεβασμιώτατο Βενέδικτο ὁ ἀνωτέρω διάκο-Χρυσόστομος ὅτι θέλει νὰ παρακολούθηση αὐτοὺς τοὺς τρεῖς ἐρημίτες, νὰ δεῖ, ὅταν παίρνουν τὸ Ἅγιο Φῶς ποὺ πηγαίνουν. Πράγματι ἐπῆρε τὴν εὐλογία τοῦ Σεβασμιώτατου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε γίνει τότε πατριάρχης καὶ περίμενε στὸν πύργο νὰ ἰδεῖ τὸν κληρικὸ μὲ τὸ φαναράκι του ἀναμμένο, ὅπως συνήθιζε.
Πράγματι ἔφθασε ὁ ἐρημίτης αὐτὸς μὲ τὶς δύο μοναχὲς στὸ μέσον τῆς αὐλῆς καὶ ὁ διάκο-Χρυσόστομος ἔτρεξε νὰ τοὺς προλάβει. Ἐκεῖνοι γιὰ συντομία πέρασαν ἀπὸ τὸ πορτάκι τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ ὁ διάκος, οὔτε δεξιά, οὔτε ἀριστερά, οὔτε ἐμπρός τους εἶδε κατὰ ποὺ ἔκαμαν. Κανεὶς δὲν ξέρει ποὺ ἐπῆγαν καὶ ποὺ ἀκριβῶς ἀσκοῦντο. Μετὰ τὸ 1959 ἔπαυσαν νὰ ἔρχονται. Φαίνεται ὅτι κοιμήθηκαν ἐν Κυρίω.
γ)Πῶς εἶδε τὸ Ἅγιο Φῶς μία ἀγράμματη καὶ ἁπλοϊκὴ γυναίκα
Στὰ Ἱεροσόλυμα ἦλθε μία ἁπλὴ γυναίκα καὶ ἐπῆρε καὶ ἕνα εἰσιτήριο τὸ Πάσχα γιὰ νὰ ἰδῆ τὸ Ἅγιο Φῶς. Αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο εἶναι τιμητικὲς κάρτες, τὶς ὅποιες ἔχει τυπώσει τὸ Πατριαρχεῖο χρώματος λευκοῦ, ρὸζ καὶ πρασίνου. οἱ λευκὲς προσφέρονται δωρεὰν γιὰ τοὺς ἐπισήμους ποὺ στέκονται μπροστὰ στὸν Πανάγιο Τάφο, οἱ χρώματος ρὸζ γι’ αὐτοὺς ποὺ στέκονται πέριξ του Παναγίου Τάφου καὶ οἱ πράσινες γι’ αὐτοὺς ποὺ θὰ σταθοῦν πέριξ τοῦ τρούλου τοῦ Παναγίου Τάφου.
Ἦλθε λοιπόν, αὐτὴ ἡ ἁπλὴ καὶ ἀγράμματη γυναικούλα καὶ μοῦ λέγει:
—Ἐγώ γράμματα δὲν ξέρω, πάτερ, καὶ ἦλθα ἐδῶ νὰ ἰδῶ τὸ Ἅγιο Φῶς.
—Ὅταν τελείωσης τὰ προσκυνήματα, τῆς λέγω, νὰ πέρασης ἀπὸ ἐδῶ νὰ σοῦ δώσουμε πτυχίο θεολογίας.
—Δίνετε ἐδῶ τέτοιο πτυχίο; Μὲ ρώτησε.
—Ναί, λέγω, τὸ δίνει τὸ Πατριαρχεῖο, ἀφοῦ πρῶτα ἐξεταστεῖς.
—Καλά, ἐγὼ τί ἐξετάσεις νὰ κάνω; Ὅταν γύρισε ἀπὸ τὰ προσκυνήματα, τὴν ἐρώτησα:
—Τί εἶδες, γιαγιά;
—Τί νὰ σοῦ εἰπῶ, παιδάκι μου, μοῦ ἔκανε ἐντύπωση ἐκεῖ στὸ πηγάδι ποὺ συνάντησε ὁ Χριστὸς τὴν Ἁγία Φωτεινή.
—Καί ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ Φωτεινή;
—Δέν ξέρεις ποιὰ εἶναι αὐτὴ ἡ Φωτεινὴ ποὺ εἶχε πέντε ἄνδρες καὶ τῆς εἶπε ὁ Χριστὸς ὅτι πρέπει μὲ τὸ πνεῦμα μας νὰ λατρεύουμε τὸν Θεό;
—Καλά, ποῦ ἄλλου ἐπῆγες;
—Πήγαμε καὶ στὴν Κανά.
—Θυμᾶσαι τί ἦταν ἡ Κανά;
—Πώς! Ἐμένα μ’ ἀρέσει καὶ τὸ κρασάκι καὶ πλύναμε καὶ τὶς στάμνες ποὺ εὐλόγησε ὁ Χριστός!
Τὴν ἐρώτησα γιὰ τὰ ἄλλα προσκυνήματα. Εἶπε σχετικὰ Μερικὰ τὰ εἶχε μπερδέψει. Τῆς λέγω:
—Γιαγιά, θὰ πέρασης ἐδῶ καὶ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα καὶ μετὰ θὰ ἔλθεις ἐδῶ νὰ σοῦ δώσει ὁ Πατριάρχης τὸ πτυχίο.
—Ὥστε ἔτσι, θὰ μοῦ τὸ δώσει;
—Ναί, θὰ σοῦ τὸ δώσει. Σοῦ ἔκανα ἐγὼ μερικὲς ἐρωτήσεις, Θὰ σὲ ρωτήσει καὶ ἐκεῖνος καὶ θὰ σοῦ δώσει τὸ πτυχίο. Ὅταν τελείωσε τὸ προσκύνημα, τὸ Μεγάλο Σάββατο ἦλθε ἡ καημένη καὶ ἐπῆρε μία κάρτα ἀπὸ τὸν νῦν Πατριάρχη Διόδωρο γιὰ νὰ ἰδῆ τὸ Ἅγιο Φῶς. Ἀντὶ ὅμως νὰ ἔλθει τὸ πρωὶ στὶς ὀκτώ, ἦλθε τὸ μεσημέρι στὶς 12.30. Τότε ὡς διάκονος ἦταν ὁ νῦν ἔξαρχος Εἰρηναῖος καὶ τοῦ λέγει:
—Νά μπῶ, πάτερ, μέσα;
—Δέν ἔχει μέρος, κυρά μου. Ποῦ θὰ πᾶς;
—Ἔ, πῶς δὲν ἔχει μέρος γιά; Ἔκανε αὐτὴ• ἦταν τουρκομερίτισσα.
—Δέν βλέπεις πού εἶναι μέχρι τὴν πόρτα παντοῦ κόσμος;
—Ἔ, φώναξε ἐκείνη, κάντε λίγο στὴν πάντα.
—Πήγαινε κάτω στὸν Πανάγιο Τάφο, μπορεῖ νὰ σὲ βάλουνε ἐκεῖ, τῆς λέγει ὁ Διάκονος.
Πάει ἡ καημένη κάτω καὶ ἐκεῖ οἱ Ἀρμένιοι στὴν πόρτα δὲν τὴν ἄφηναν νὰ πέραση. Ἦταν ἀργὰ καὶ τὸ ἰδικὸ μας μέρος ἦταν κατάμεστο κόσμο ποὺ ἔφθανε περὶ τὶς 25 χιλιάδες. Ὁπότε ξανὰ ἀνέβαινε πάλι ἐπάνω καὶ ἀφοῦ εἶδε καὶ ἀπὸ εἶδε ἡ καημένη, ἔδωσε καὶ τὰ 33 κεράκια της σ’ ἄλλον καὶ ἔβαλε τὰ κλάματα λέγοντας: «Ἐγὼ τόσα χρόνια ἐργαζόμουνα καὶ μάζευα δραχμὴ-δραχμὴ γιὰ νὰ ἔλθω καὶ ἰδῶ τὸ Ἅγιο Φῶς καὶ σήμερα νὰ μὴ μπορῶ νὰ μπῶ μέσα; Θεέ μου καὶ Χριστέ μου, γιατί μοῦ κάνεις αὐτὸ τὸ κακὸ σήμερα;»
Ἐκάθησε λοιπὸν στὸ καμπαναριό, δίπλα στὴν ταράτσα ἀπελπισμένη σχεδὸν καὶ ἔβλεπε τοὺς ἄλλους κάτω ποὺ γύριζαν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ καὶ μιλοῦσαν περὶ τοῦ Ἅγιου Φωτός. Εἶχε πάει ἡ ὥρα 1.20, ὅταν σὲ μία στιγμὴ ἡ γερόντισσα βγάζει μία φωνή:
—Τὸ Ἅγιο Φῶς! Τὸ Ἅγιο Φῶς! Εἶδε τοὺς οὐρανοὺς ν’ ἀνοίγουν καὶ νὰ κατέρχεται τὸ Φῶς, ὅπως ἡ ἀστραπή, καὶ νὰ εἰσέρχεται διὰ τοῦ τρούλου τοῦ Παναγίου Τάφου. Ἦταν ἡ πρώτη ποὺ εἶδε τὸ Ἅγιο Φῶς. Ὅταν κατέβαινε κάτω, συνάντησε καὶ τοὺς ἄλλους καὶ πρὶν νὰ φύγη, μοῦ εἶπε:
—Θά μοῦ δώσεις τὸ πτυχίο;
—Ναί, θὰ σοῦ τὸ δώσω. Ἐπῆγα στὸ Πατριαρχεῖο, ἐπῆρα ἕνα πιστοποιητικὸ προσκυνητοῦ, ἔγραψα τὸ ὄνομά της καὶ τῆς τὸ ἔδωσα. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη τὸ 1958.
δ) Περὶ τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἱερομάρτυρος ΦΙΛΟΥΜΕΝΟΥ
Τὰ Χριστούγεννα τοῦ 1984 ἐκοιμήθη ἐν Κυρίω ὁ μητροπολίτης Πέλλης Κλαύδιος καὶ τὸν συνοδεύσαμε μέχρι τὸ νεκροταφεῖο μας ποὺ εἶναι στὸ ὅρος Σιών. Τότε μᾶς εἶπε ὁ Πατριάρχης νὰ κάνουμε τὴν ἀνακομιδὴ τοῦ π. Φιλουμένου. Πράγματι, ὅταν ἀνοίξαμε τὸν τάφο, βγάλαμε τὸ σῶμα του ἐπάνω σ’ ἕνα μάρμαρο διπλανοῦ τάφου.
Τὰ ροῦχα του ἦταν μισολειωμένα καὶ ἔπαιρναν οἱ μοναχοὶ ὡς εὐλογία νὰ τὰ μοιράσουν καὶ σὲ ἄλλους. Τὰ χέρια του ἦταν εὐλύγιστα. Τὸ δεξιό του πόδι, ἀπὸ τὸν ἀστράγαλο καὶ κάτω, εἶχε λειώσει, διότι ὁ φονιὰς τοῦ τὸ εἶχε κόψει μὲ τὸν μπαλτά, καθὼς καὶ τὰ δάκτυλα τοῦ ἀριστεροῦ του ποδός. Τὸ ὑπόλοιπο σῶμα του ἦταν ἀκέραιο, παρ’ ὅτι παρέμεινε στὸν τάφο τρία χρόνια. Τὸ πρόσωπο, ἐπειδὴ ἦταν κτυπημένο μὲ τὸν μπαλτά, εἶχε ἀνοίξη τὸ κρανίο καὶ τοῦ ἔλειπε καὶ ἡ μύτη. Εἶχε ἀκόμη τὰ γένια του καὶ τὰ μαλλιά του. Κάποιος ἐκεῖ καθάρισε τὸ σῶμα μὲ κρασὶ καὶ σφουγγάρι, τὸ ὁποῖον μάλιστα δὲν εἶχε καμία δυσοσμία. Δὲν ἦταν σκωληκόβρωτο, δὲν εἶχε καμία ὀπή, οὔτε μία. Πιέζαμε τὸ στῆθος καὶ τὴν κοιλιά του καὶ πάλι ἔρχονταν στὴν θέση τους.
Τὸ τοποθέτησαν σ’ ἕνα φέρετρο καὶ τὸ ἔθαψαν πάλι σ’ ἕνα ἄλλο τάφο. Ἐκεῖ ἔμεινε μέχρι τὸ Πάσχα τοῦ 1985, ὅποτε ἔγινε καὶ ἡ δεύτερη ἀνακομιδή του. Τότε εἶχαν ἀπορροφηθεῖ τὰ ὑγρά του. Τὸ ἔβαλαν στὴν ἐκκλησία καὶ εἶναι ὅπως τὰ σώματα τῶν Ἁγίων Γερασίμου καὶ Σπυρίδωνος. Θὰ μοῦ εἰπεῖτε: Εἶναι ἅγιος; Σίγουρα εἶναι μάρτυς, διότι ἐμπόδισε τὸν Ἑβραῖο νὰ προσευχηθεῖ σὲ χριστιανικὸ προσκύνημα. Ὅταν ἐκεῖνος κτύπησε τὸ κουδούνι τοῦ σπιτιοῦ του, βγῆκε ἔξω ὁ πατὴρ Φιλούμενος μὲ τὸ ἐπιτραχήλιο, διότι ἐκείνη τὴν στιγμὴ διάβαζε τὸν Ἑσπερινό. Τὸν ἔπιασε ὁ Ἑβραῖος ἀπὸ τὰ γένια, τὸν ἔριξε κάτω καὶ τὸν κτύπησε μὲ τὸν μπαλτά. Ἐκεῖνος προσπαθοῦσε ὁ καημένος μὲ τὰ χέρια νὰ βγεῖ ἔξω, νὰ γλυτώσει, διότι μετὰ εἴδαμε καὶ εἶχαν γεμίσει οἱ σκάλες αἵματα. Ἑπομένως εἶναι μάρτυς.
Καὶ τώρα θὰ σᾶς εἰπῶ μία θαυματουργικὴ ἐπέμβαση τοῦ πατρὸς Φιλουμένου. Στὶς 28 Ὀκτωβρίου 1985 εἶχε ὁρίσει τὸ Πατριαρχεῖο τὸν μητροπολίτη Παλλάδιο νὰ τελέση πανηγυρικὴ Δοξολογία σὲ κάποια ἀπομακρυσμένη ἐκκλησία. Καθυστέρησε ὅμως νὰ ξεκινήσει, ὁπότε ἄλλοι ἀδελφοί τοῦ τηλεφώνησαν ἐπανειλημμένως. Κανεὶς ὅμως δὲν σήκωνε τὸ τηλέφωνο. Ἐπῆγαν καὶ στὸ δωμάτιό του καὶ τοῦ κτύπησαν τὴν πόρτα, μὰ δὲν ἐπῆραν ἀπάντηση.
Εἰδοποίησαν τὸν Γέροντά του, τὸν Καισαρείας Βασίλειο, καὶ τὸ πρωὶ τὸν βρῆκαν μέσα στὸ δωμάτιό του πεσμένο στὸ πάτωμα, σχεδὸν νεκρό. τί τοῦ εἶχε συμβεῖ; Ἀπὸ τὸ βράδυ τοῦ ἦλθε λιποθυμία καὶ ἔμεινε μέχρι τὸ πρωὶ στὶς 10 ἀναίσθητος κάτω στὸ πάτωμα. Φώναξαν τὸ Πρώτων Βοηθειῶν. Μαζὶ μὲ τὸν Καισαρείας μπῆκε καὶ ὁ μοναχὸς Σωφρόνιος, ὁ ὁποῖος εἶχε μαζί του ἕνα δακτυλάκι τοῦ πατρὸς Φιλουμένου. Ὅλοι ἔκλαιγαν. Σὲ μία στιγμὴ λέγει ὁ μοναχὸς Σωφρόνιος:
—Σεβασμιώτατε, μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ τὸν σταυρώσω μὲ αὐτὸ τὸ ὀστοῦν τοῦ πατρὸς Φιλουμένου;
—Κάνε ὅ,τι μπορεῖς. τί νὰ σοῦ εἰπῶ; Ἔβγαλε τὸ ὀστοῦν καὶ τὸν σταύρωσε στὸ μέτωπο λέγοντας καὶ τὸ τροπάριο: «ΟἹ Μάρτυρές Σου, Κύριε, ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτῶν…». Μόλις τὸν σταύρωσε, ἐκεῖνος ἀνέπνευσε βαθιὰ καὶ εἶπε:
—Ποῦ εἶμαι; Ποῦ εἶμαι; Αὐτὸ εἶναι ἀποδεικτικό της ἁγιότητας τοῦ πατρὸς Φιλουμένου.
Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὴν ὁμιλία τοῦ Σέβ.Ἄρχ. Νεαπολέως καὶ Σαμάρειας κ. Ἀμβροσίου,
ποῦ ἐκφωνήθηκε στὸ Συνοδικό της Ι. Μ. Ὅσιου Γρηγορίου, Ἁγίου Ὅρους
τὴν 24ην Ὀκτωβρίου 1986.
Περιοδικό:Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΤΟΣ 1987.
http://www.imaik.gr/?p=2459#more-2459
Σάββατο 4 Μαΐου 2013
ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ ΤΩ ΑΓΙΩ ΠΑΣΧΑ
Ἀριθμ. Πρωτ. 388
+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ - ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ ΤΩι ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ἀδελφοὶ συλλειτουργοὶ καὶ τέκνα εὐσεβῆ καὶ φιλόθεα τῆς Ἐκκλησίας,
Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος, πατέρες καὶ ἀδελφοί καὶ τέκνα!
Ἡ ἀναγγελία τῆς Ἀναστάσεως ὑπὸ τῶν Μυροφόρων πρὸς τοὺς Μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ ἐθεωρήθη ὑπὸ αὐτῶν παραλήρημα. Καὶ ὅμως ἡ εἴδησις, ἡ ἐκληφθεῖσα ὡς παραλήρημα, ἐβεβαιώθη ὡς Ἀ λ ή θ ε ι α. Ὁ ἀναστημένος Ἰησοῦς ἐνεφανίσθη εἰς τοὺς Μαθητὰς Του ἐπανειλημμένως.
Εἰς τὴν ἐποχήν μας τὸ κήρυγμα τῆς Ἀναστάσεως ἀκούεται καὶ πάλιν ὡς παραλήρημα διὰ τοὺς ὀρθολογιστάς. Ἐν τούτοις, οἱ πιστοὶ ὄχι μόνον πιστεύομεν, ἀλλὰ καὶ βιοῦμεν τὴν Ἀνάστασιν ὡς γ ε γ ο ν ὸ ς ἀληθέστατον. Τὴν μαρτυρίαν μας ἐπισφραγίζομεν, ἐὰν χρειασθῇ, διὰ τῆς θυσίας τῆς ζωῆς μας, διότι ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι ὑπερβαίνομεν τὸν θάνατον καὶ ἀπαλλασσόμεθα ἀπὸ τὸν φόβον αὐτοῦ. Τὸ στόμα μας εἶναι πλῆρες χαρᾶς ἐν τῷ λέγειν Ἀνέστη ὁ Κύριος! Οἱ Ἅγιοί μας, κατὰ κόσμον νεκροί, ζοῦν μεταξύ μας, ἀπαντοῦν εἰς τὰ αἰτήματά μας. Ὁ μεταθανάτιος κόσμος εἶναι ἀληθέστερος τοῦ προθανατίου. Ὁ Χριστός ἀνέστη καὶ ζῇ μεταξὺ ἡμῶν. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ εἶναι μαζί μας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Καὶ πράγματι εἶναι. Φίλος καὶ ἀδελφὸς καὶ θεραπευτὴς καὶ χορηγὸς παντὸς ἀγαθοῦ.
Εὐλογητὸς ὁ Θεός, ὁ Ἀναστὰς ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ χαριζόμενος εἰς πάντας ζωὴν τὴν αἰώνιον. Ποῦ σου θάνατε τὸ νῖκος; Ἀνέστη ὁ Χριστός, “καὶ τὸν πάλαι ἄμετρα καυχώμενον, ὡς γελοῖον παιζόμενον ἔδειξε” (πρβλ. Κανὼν Σταυροαναστάσιμος Δ΄ ἤχου, Θ΄ Ὠδή, ποίημα Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ). Τὰ πάντα πεπλήρωται Φωτὸς καὶ αἱ καρδίαι μας χαρᾶς ἀνυπερβλήτου.
Καὶ ὄχι μόνον χαρᾶς, ἀλλὰ καὶ δ υ ν ά μ ε ω ς. Ὁ πιστεύων εἰς τὴν Ἀνάστασιν δὲν φοβεῖται τὸν θάνατον· καὶ ὁ μὴ φοβούμενος τὸν θάνατον εἶναι ψυχικῶς ἄκαμπτος καὶ ἀλύγιστος, διότι ὅ,τι διὰ τοὺς πολλοὺς καὶ ἀπίστους εἶναι ἡ φοβερωτέρα ἀπειλή, διὰ τὸν πιστὸν χριστιανὸν εἶναι μικρᾶς σημασίας γεγονός, διότι εἶναι ἡ ε ἴ σ ο δ ο ς εἰς τὴν ζωὴν. Ὁ πιστὸς χριστιανὸς ζῇ τὴν ἀνάστασιν καὶ πρὸ τοῦ φυσικοῦ θανάτου του.
Ἡ συνέπεια τοῦ βιώματος τῆς Ἀναστάσεως εἶναι ἡ μ ε τ α β ο λ ὴ τοῦ κόσμου. Ἐνθουσιάζει τὴν ψυχήν. Καὶ ἡ ἐνθουσιώδης ψυχὴ ἑλκύει εἰς τὸν δρόμον της τὰς ἄλλας ψυχάς, αἱ ὁποῖαι συγκινοῦνται ἀπὸ τὰ ἀληθινὰ βιώματα τῆς χαρᾶς τῆς ἀθανασίας. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἰδικὴ μας ἀνάστασις δὲν εἶναι μία θεωρητικὴ ἀλήθεια. Εἶναι δ ό γ μ α τῆς πίστεώς μας. Εἶναι μία χειροπιαστὴ πραγματικότης. Εἶναι ἡ δύναμις ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, παρὰ τοὺς ἐναντίον της σκληροτάτους διωγμούς. “Aὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν” (Α΄ Ἰωάν. ε΄, 4) εἰς τὴν Ἀνάστασιν. Διὰ τῆς Ἀναστάσεως ὁ ἄνθρωπος γίνεται κατὰ χάριν Θεός. Διὰ τῆς νίκης τοῦ ἀναστασίμου φωτὸς ἐπὶ τῶν ἀκαθάρτων παθῶν, ἐνιδρύεται εἰς τὴν ψυχήν μας ἔρως θεῖος καὶ ἀγάπη τις ξένη, τὸν ἀνθρώπινον ὅρον ὑπερβαίνουσα.
Χριστὸς Ἀνέστη, λοιπόν! Αἱ καρδίαι μας εἶναι πλημμυρισμέναι ἀπὸ τὸ Ἀναστάσιμον φῶς καὶ τὴν ἀναστάσιμον χαράν. Προσερχόμεθα μὲ γνησιότητα καὶ ἁπλότητα εἰς τὸν Ἀναστάντα Χριστόν. Διότι, ὡς λέγει ὁ Προφητάναξ Δαυΐδ, ὁ ἐπόπτης τῶν καρδιῶν μας ἄνωθεν Θεός “καρδίαν συντετριμμένην καί τεταπεινωμένην οὐκ ἐξουδενώσει” (Ψαλμ. Ν΄, 19).
Ἡ Ἀνάστασις εἶναι ἡ δύναμίς μας, ἡ ἐλπίς μας, ἡ χαρά μας, τὸ ἀγαλλίαμά μας. Διὰ τῆς Ἀναστάσεως ὑπερβαίνομεν τὸν πόνον καὶ τὴν θλῖψιν δι’ ὅλα τὰ κακὰ τῆς φυσικῆς ἐπιγείου ζωῆς. Ἡ Ἀνάστασις εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Θεοῦ εἰς τὴν ἀπορίαν τοῦ πληγωμένου ἀπὸ τὰ δεινὰ τοῦ κόσμου ἀνθρώπου.
Εἰς τὰς δυσκολίας καὶ τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα διέρχεται σήμερον ὁ κόσμος, ἡμεῖς δὲν ἀποκάμνομεν. Ἡ ἐπὶ τὸ αὐτὸ σύναξις τῶν φοβισμένων Μαθητῶν τοῦ Κυρίου εἰς τὸ Ὑπερῷον τῆς Σιὼν μᾶς ἐνδυναμώνει. Δὲν φοβούμεθα, διότι ἀγαπῶμεν τοὺς πάντας, ὅπως ἠγάπησεν ἡμᾶς Ἐκεῖνος καὶ τὴν ψυχὴν Αὐτοῦ ἔθηκεν ὑπὲρ ἡμῶν. Θεανδρικῶς ὁ Ἀναστὰς Κύριος ἀοράτως μᾶς συνοδεύει. Ἀρκεῖ νὰ ἔχωμεν, -καὶ ἔχομεν- ἀ γ ά π η ν. Καὶ μὲ τὴν ἀγάπην ἐπιγινώσκομεν τοῦ Μυστηρίου τὴν δύναμιν. Τοῦ Μυστηρίου!
Καὶ ἂν ἄλλοι διστάζουν ἀνθρωπίνως καὶ “δράγματα στοιβάζουν πράξεων τὰς θημωνίας” (πρβλ. Στιχηρὰ Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς Ἀσώτου), ἡμεῖς καυχώμεθα. Καὶ ἐὰν ἡμεῖς δὲν “ἀπολικμίζωμεν φιλευσπλαχνίᾳ τὸ ἄχυρον τῶν ἔργων τῆς ἀδικίας καὶ τὰ πάθη μας καὶ δὲν καταστρώνωμεν ἅλωνα μετανοίας”, ὁ Ἀναστὰς Χριστὸς εἶναι Ἀγάπη καὶ διαλύει τὸ κάθε εἴδους σκότος καὶ τὸν φ ό β ο ν γύρω μας καὶ εἰσέρχεται ἐντὸς ἡμῶν καὶ εἰς τὸν κ ό σ μ ο ν, τῶν θυρῶν τῶν καρδιῶν μας πολλάκις κεκλεισμένων. Καί “μένει μεθ΄ ἡμῶν” μονίμως διὰ τοῦ σ τ α υ ρ ο ῦ τῆς ἀ γ ά π η ς. Τὸ κάλεσμά Του εἶναι ἡ ε ἰ ρ ή ν η. Τὴν Ἑαυτοῦ εἰρήνην χαρίζει εἰς ἡμᾶς. Οἱ ἰσχυροὶ τοῦ κόσμου τούτου ἐπαγγέλλονται καὶ ὑπόσχονται εἰρήνην, μηδέποτε ἐμπειρικῶς πραγματοποιουμένην. Ἡ δύναμις τῆς Θείας Ἀγάπης καὶ Εἰρήνης καὶ Σοφίας μένει ἔξω ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινον πανικόν. Δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ περιθώριον τῆς πραγματικότητος οὔτε εἰς τὴν περιφέρειαν κάποιων ἀτομικῶν δοξασιῶν. Εἶναι ἡ καρδία καὶ τὸ κέντρον τῶν γεγονότων. Εἶναι ἡ κ α ρ δ ί α τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι τὸ κ έ ν τ ρ ο ν τῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ κυριεύουσα ζώντων καὶ νεκρῶν. Εἶναι ἡ Ἀ λ ή θ ε ι α.
Ἡ ἀδιαφιλονίκητος ὑπεροχὴ τῆς Δ υ ν ά μ ε ω ς κρατεῖ ἀοράτως τὰ ἡ ν ί α καὶ κατευθύνει τὰ π ά ν τ α, καθ΄ ἣν ὥραν πολλοὶ ἐπώνυμοι κατ΄ ἄνθρωπον “σκότος εἰς τὰς φρένας ἔχουν”.
Τὴν περίοδον τῆς σημερινῆς γενικῆς ἀ π ο σ υ ν θ έ σ ε ω ς παγκοσμίως, ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς, ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ π α ρ ο υ σ ί α τῆς οὐρανίας σ υ ν θ έ σ ε ω ς καὶ ἁρμονίας. Τὸν καιρὸν τῆς κ α τ α ρ ρ ε ύ σ ε ω ς καὶ τοῦ προσδοκωμένου θανάτου ὑπάρχει τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἡ ἐνίσχυσις τῆς πεποιθήσεως ἐπὶ τὸν Κύριον.
Ἡ εἰρήνη τοῦ θανάτῳ τὸν θάνατον διὰ τῆς κενώσεως Αὐτοῦ πατήσαντος καὶ ἡ χαρὰ τῆς ἀ γ ά π η ς διαχέονται καὶ θεραπεύουν τὸν στενάζοντα καὶ ὀδυνώμενον πάντοτε σύγχρονον “ἄ ν θ ρ ω π ο ν” καὶ τὴν συνωδίνουσαν καὶ συστενάζουσαν μετ΄ αὐτοῦ κτίσιν, τὴν “ἀπολύτρωσιν καὶ τὴν υἱοθεσίαν ἀπεκδεχομένους” (πρβλ. Ρωμ. η΄, 20-23) τῆς “ἐλευθερίας τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ”.
Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος, πατέρες καὶ ἀδελφοί καὶ τέκνα! Ἅγιον Πάσχα 2013
+Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος διάπυρος πρὸς Χριστὸν Ἀναστάντα εὐχέτης πάντων ὑμῶν
† Μ Α Κ Α Ρ Ι Ο Σ
ΧΑΡΙΤΙ ΘΕΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΓΟΡΤΥΝΗΣ ΚΑΙ ΑΡΚΑΔΙΑΣ
Προς
Τον Ιερό Κλήρο, τις Μοναστικές Αδελφότητες και τον ευσεβή Λαό της καθ᾽ ημάς Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας
Εγκύκλιος Αγίου Πάσχα 2013
Αγαπητοί μου,
Για την κεντρική εορτή της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, το Άγιο Πάσχα, απευθύνουμε προς όλους τον εκκλησιαστικό χαιρετισμό «Χριστός Ανέστη» και την προτροπή της απόκτησης των βαθύτερων βιωμάτων της πίστης μας, τα οποία προϋποθέτει η χριστιανική πίστη για να εκφωνούν το «Χριστός Ανέστη» όχι μόνο τα χείλη μας, αλλά το είναι μας ολόκληρο.
Κατά την εορτή της Ανάστασης του Χριστού, δεόμαστε προς Αυτόν, να μας προσθέτει καθαρή και αληθινή πίστη, κατά τους χρόνους τούτους, που οι άνθρωποι όλο και περισσότερο στρέφονται προς τα άκρα, σε κάθε μορφής άκρα, για να μεθύσουν το κενό της εσωτερικής απουσίας του Θεού, που δεν πληρούται, από τη μια, με τη διάπραξη του κακού και της βίας και, από την άλλη, με μόνη τη γνώση των γραφών, με ανεκκλησίαστες απολυτότητες, με χαρακτηριστικές μονομέρειες, με ψευδεπίγραφες προσηλώσεις, χωρίς πίστη, χωρίς άδολη αγάπη και καταλλαγή.
Προσκυνούμε τον Κύριο της δόξας, τον «…μόνον αναμάρτητον…» και παρακαλούμε να μας δώσει έμπρακτη μετάνοια και εσωτερική προσευχή, όχι της ικανοποίησης από κενούς τύπους και φαρισαϊκές διατάξεις που κατοχυρώνουν τα ανομολόγητα φοβικά σύνδρομα, χωμένα μέσα στο σκοτάδι του κλεισίματος του εύρους, αλλά όπως των Αγίων Του, των έμπρακτων παραδειγμάτων χάρης και άσκησης, των διανοιγμένων στους ορίζοντες, μετά από πόνο και αγώνες και όχι από ακαδημαϊκές αντιπαραθέσεις και αναίσθητες απομνημονεύσεις, μετά από την απόκτηση μιας πελώριας αγαθότητας, συγχωρητικότητας, υπομονής, αμνησικακίας και ανεξικακίας, γεμάτη από θείο έλεος, από μια πελώρια αγάπη φωτός, τόσης όσο να χωρέσει όλος ο κόσμος.
Χωρίς τα παραπάνω είναι αδύνατο να αναχθούμε σε υψηλότερα στάδια, να μιλούμε, εμείς οι χριστιανοί, για θεία και ουράνια, να ζητούμε να μας μιμηθούν, εκτός και αν αυτά είναι αποκτήματα ενός σύγχρονου πνευματικού ελιτισμού που ξέχασε την παραγγελία του Κυρίου: «…Εάν, λοιπόν, προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και εκεί ενθυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου εξ αιτίας της άδικης και απρεπούς συμπεριφοράς σου, άφησε εκεί το δώρο σου εμπρός στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου και έπειτα έλα να προσφέρεις το δώρο σου στο Θεό». (Ματθ. 5,23-25)
Το Πάσχα είναι ιλασμός. Είναι πέρασμα από το νόμο στη χάρη που φθάνει μέχρι «...τα καταχθόνια…» όπως ψάλλουμε στην γ΄ ωδή, του Αναστάσιμου κανόνα.
Ικετεύουμε, λοιπόν, Αυτόν που ήλθε «...φως εις αποκάλυψιν εθνών…». (Λουκ. 2,32) και «...αναστήθηκε όπως είπε...» (Ματθ. 28,6), τον Αχώρητο, να μας καταστήσει ανθρώπους ελέους και γνήσιας αγάπης, όπως Αυτός θέλει, για να γίνουμε αγωγοί της χάρης Του, ως αναπάντεχη δωρεά και όχι ως ανταμοιβή.
Παρακαλούμε τον Αναστάντα, να τον συναντήσουμε όπως είναι, δηλαδή, μέσα στη θεία δόξα Του και στο ανέσπερο φως Του. Παρακαλούμε τον Κύριο να γίνουμε κατά χάρη θεατές του φωτός Του, αυτού του φωτός και όχι άλλου, αυτής της δόξας και όχι άλλης.
Στην ομιλία του για την Ανάσταση, ο μεγάλος Άγιος Συμεών, ο νέος Θεολόγος, λέει, τα εξής: «Αυτά είναι, λοιπόν, τα θεία μυστήρια των χριστιανών, αυτή είναι η μυστική δύναμη της πίστης μας, που οι άπιστοι ή οι δύσπιστοι ή μάλλον οι ημίπιστοι δεν βλέπουν, ούτε μπορούν να δουν ποτέ. Άπιστοι, δύσπιστοι και ημίπιστοι είναι αυτοί που δεν φανερώνουν την πίστη τους με έργα. Γιατί χωρίς έργα και οι δαίμονες πιστεύουν και ομολογούν ότι ο Δεσπότης Χριστός είναι Θεός…».
Απιστίας, έσωθεν και έξωθεν, απιστίας ενός κόσμου πού αντάλλαξε το φως, είτε με τη μελαγχολική αχλή των ημερών ετούτων του παγκόσμιου ανθρωπολογιστηρίου, είτε με την υστερία των προαναφερθέντων καταστροφικών άκρων, τις μεγαλύτερες, δηλαδή, αποδείξεις της απιστίας των καιρών.
Κάθε ανθρωπομορφική σύλληψη περί Θεού αδυνατεί να εισχωρήσει και μάλιστα στο αναστάσιμο βίωμα, πού δε ζητά την εδώ δικαίωση. Αυτό το βίωσαν αληθινά, κατά τα κρίματα του Θεού, οι Άγιοι, οι Προφήτες, οι Δίκαιοι, οι Όσιοι, οι θεατές του φωτός του Χριστού, που κάνει κάποιον άσημο ή σημαντικό, όχι προβεβλημένο, αλλά χαριτωμένο και αγωγό του βέβαιου του μυστηρίου και του θαύματος.
Αυτή η έκλαμψη του μεγαλείου του φωτός, μετά την κάθαρση από το πύο του μίσους ή της κακίας, δεν είναι μεταφυσική, είναι αποκαλυπτική, τρισαυγής, πνοή βίαιη, είναι εκτυφλωτικό βίωμα για εκείνους που το είδαν. Η έκταση ή οι παράμετροι του, δεν μετρούνται εντελώς με κανένα μέτρο του κόσμου, με καμιά περιγραφή, ακόμα και του πλέον δυνατού νου και πολύ περισσότερο με ψευδαισθήσεις κτιστού φωτός ή οραμάτων και ονείρων των λογισμών.
Τα όποια άλλα ανθρώπινα φάσματα ξενιτεύουν ολότελα τον πραγματικό Θεό, όπως π.χ. ο λαός εκείνος πού λησμόνησε το Θεό και κατασκεύασε «…χρυσό μόσχο στο Χωρήβ και προσκύνησε το ανάγλυφο αυτό άγαλμα σαν θεό του…» (Ψαλ. 105, 19)., όπως άλλοι, πριν και μετά, στο περιθώριο ή στο κέντρο αυτής της πράξης, όπως συγκριτικές αναλύσεις ή νομικισμοί, όπως αποπροσανατολιστικά ομοιώματα, όπως προσωποληψίες ή καυχήσεις προβολής προσώπων. Η Καινή Διαθήκη μας λέει: «Αδελφοί μου, μη έχετε την πίστη σας προς τον Κύριον Ιησού Χριστό, με προσωποληψίες». (Ιακ. 2,1)
Ο Αναστάς μας έδωσε την «…αιώνια ζωή και το μέγα έλεος…» τι άραγε μπορούν να δώσουν σήμερα αχαρίτωτοι θεσμοί ή θρησκευτικοί φανατισμοί ή αυτείδωλα, «…αυτείδωλον εγενόμην….», όπως γράφει ο Άγιος Ανδρέας ο Κρήτης, στον αξεπέραστο Μεγάλο Κανόνα του ή όπως τα καταγράφει η οδύνη της ιστορίας; Χάσαμε τον αληθινό πνευματικό αγώνα και προσαυξήσαμε το εγώ μας.
Αδελφοί, η Εκκλησία μας αυτές τις ημέρες ψάλλει: «Να καθαρίσουμε τις αισθήσεις για να αντικρύσουμε το απρόσιτο φως της Αναστάσεως…». Αυτή είναι και η ευχή μας. Πρώτα εμείς οι χριστιανοί, που ο μεγάλος κανόνας μας είναι τώρα, να επανεύρουμε το χάρισμα της πίστης που φωτίζεται μέσα στην Εκκλησία, από το ανέσπερο Φως της Βασιλείας του Κυρίου Ιησού Χριστού, ώστε με τη χάρη και την ευλογία Του, να γίνουμε φωτοφόροι και οι πρόξενοι της ανάστασης και της ελπίδας του κόσμου.-
Χριστός Ανέστη, τέκνα αγαπητά και αδελφοί εν Κυρίω
Ο Μητροπολίτης
† Ο Γορτύνης και Αρκαδίας Μακάριος
Παρασκευή 3 Μαΐου 2013
Πέμπτη 2 Μαΐου 2013
Tο ύστατο χαίρε στον μητροπολίτη πρώην Κισάμου και Σελίνου Ειρηναίο
Γραφείο Ειδήσεων Amen.gr, φωτογραφία από www.flashnews.gr
Πλήθος πιστών, αλλά και εκπρόσωποι αρχών και φορέων, έσπευσαν από νωρίς, στο ναό για να πουν το τελευταίο αντίο στη μεγάλη εκκλησιαστική φυσιογνωμία της Κρήτης.
Διαβάστε αναλυτικό ρεπορτάζ και δείτε video και φωτογραφίες από την εξόδιο ακολουθία μέσω της ιστοσελίδας www.flashnews.gr
Τρίτη 30 Απριλίου 2013
Η Οσία Κασιανή η Υμνογράφος
Η ΟΣΙΑ ΚΑΣΙΑΝΗ Η ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ
Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς
Εν Πειραιεί 30-4-2013
Πολλά
και ποικίλα τα ονόματα, με τα οποία αναφέρεται η οσία Κασιανή στα
χειρόγραφα. Κασιανή και Κασσιανή, Κασία και Κασσία, Εικασία και Ικασία.
Στους βυζαντινούς χρονογράφους αναφέρεται ως Εικασία[1], ως Ικασία[2]
και ως Κασία[3]. Γι' αυτό, το σωστό είναι να γράφεται με ένα σίγμα. Σε
χειρόγραφα εκκλησιαστικών ύμνων, αργότερα, και σε ποιητικές ανθολογίες,
που περιλαμβάνουν και δικά της έργα, η ποιήτρια αναφέρεται και ως
Κασσία, Κασία, Κασιανή, Κασσιανή, Εικασία, Ικασία, ακόμη και Ταϊσία. Το
έτος γεννήσεως και θανάτου, η οικογένεια και ο τόπος καταγωγής της είναι
άγνωστα.
Οσία Κασιανή και βασιλεύς Θεόφιλος
Η
ιστορία την συνδέει με τον βασιλέα Θεόφιλο (829-842). Ο χρονογράφος
Γεώργιος Μοναχός ή Αμαρτωλός, που έζησε τον 9ο αιώνα[4], γράφει ότι η
μητέρα του αυτοκράτορα, ή κατ' άλλους η μητρυιά Ευφροσύνη[5], θέλησε ο
υιός της Θεόφιλος να βρει την κατάλληλη σύζυγο, διαλέγοντας μεταξύ
πολλών νεανίδων, που συγκεντρώθηκαν στα ανάκτορα. Σ' αυτήν, που θα του
άρεσε περισσότερο, του έδωσε η μητέρα του να της προσφέρει ένα χρυσό
μήλο. Ο Θεόφιλος εντυπωσιάσθηκε από την ομορφιά της οσίας Κασιανής και
ελκύσθηκε προς αυτήν. Αλλά θέλησε, πριν της δώσει το χρυσό μήλο, να
ελέγξει την εξυπνάδα και την ετοιμότητά της. Γι' αυτό της είπε· «Ως άρα
διά γυναικός ερρύη τα φαύλα»!, εννοώντας την Εύα. Η οσία Κασιανή τότε
απάντησε εύστοχα και ευφυέστατα· «Αλλά και διά γυναικός πηγάζει τα
κρείττονα», εννοώντας την Παναγία. Τότε ο αυτοκράτορας, επειδή πληγώθηκε
το γόητρό του από την απάντηση, έδωσε το μήλο σε μια άλλη κοπέλα, την
Θεοδώρα, που καταγόταν από την Παφλαγονία της Μ. Ασίας. Έκτοτε η οσία
Κασιανή έκτισε μοναστήρι και έζησε την αφιερωμένη ζωή της μοναχής. Τα
«Πάτρια Κων/πόλεως» μαρτυρούν επίσης ότι έκτισε μονή, ο δε Μ. Γεδεών[6]
το τοποθετεί «εν Υψωμαθείοις της Κων/πόλεως».
Η Οσία Κασιανή ως υμνογράφος
Ο
Γεώργιος αναφέρει, επίσης, ότι η οσία Κασιανή έχει γράψει το τροπάριο
της Μ. Τετάρτης «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή...», το
τετραώδιο του Μ. Σαββάτου «Άφρων γηραλέε» και άλλα τινά. Τουτέστιν
μαρτυρεί ότι υπήρξε συγγραφεύς εκκλησιαστικών ύμνων.
Τα
ίδια γράφει ο Συμεών ο Μάγιστρος και Λογοθέτης, που έζησε τον 10ο
αιώνα[7], ο Λέων ο Γραμματικός ο Αρμένιος, που έγραψε αρχές 11ου
αιώνα[8] και ο Μιχαήλ Γλυκάς, που έζησε τον 12ο αιώνα[9]. Οι Συμεών και
Λέων, αναφερόμενοι στα έργα της, γράφουν αορίστως ότι «και συγγράμματα
αυτής πλείστα καταλέλοιπε», ενώ ο Γλυκάς δεν αναφέρει τίποτα περί
συγγραμμάτων.
Τα άλλα γνωστά έργα της οσίας Κασιανής, σύμφωνα με χειρόγραφα εκκλησιαστικών ύμνων, είναι:
α) Το δοξαστικό του εσπερινού των Χριστουγέννων «Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γης...»,
β) Το δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της Γενήσεως του Τιμίου Προδρόμου (24-6), «Ησαΐου νυν του προφήτου...»,
γ) Το εις τους μάρτυρες Γουρίαν, Σαμωνά, και Άβυδον στιχηρό, σε ήχο Β΄ (15-11).
δ) Τα δύο στιχηρά εις τους μάρτυρες Ευστράτιο, Αυξέντιο, Ευγένιο, Ορέστη (13-12).
ε) Το τετραώδιο του Μ. Σαββάτου «Άφρων γηραλέε...», που ήδη προαναφέραμε[10].
Η Οσία Κασιανή ως ποιήτρια
Επίσης,
η οσία Κασιανή έχει ασχοληθεί και με την κοσμική ποίηση. Έχει συγγράψει
πλήθος γνωμικά και επιγράμματα, τα οποία είναι γραμμένα κατά το
μεγαλύτερο τους μέρος σε ιαμβικό τρίμετρο. Τα κυρίαρχα θέματα των
γνωμικών είναι η μωρία, ο πλούτος, ο φθόνος, η φειδώ. Αρκετά απ' αυτά
αρχίζουν με τη λέξη «μισώ». Π.χ. «Μισώ τον μοιχόν, όταν κρίνη τον
πόρνον. Μισώ σιωπήν, ότε καιρός του λέγειν. Μισώ τον διδάσκοντα μηδέν
ειδότα»[11].
Περί της ιστορίας των καλλιστείων
Πολλοί
ακαδημαϊκοί ερευνητές εκφράζουν αμφιβολίες για την αλήθεια της ιστορίας
των καλλιστείων ή την αποκρούουν εντελώς. Οι λόγοι είναι οι εξής τρεις:
Α΄.
Ο Παπαρρηγόπουλος[12] (1815-1891) παρατηρεί ότι οι χρονογράφοι
παρουσιάζουν τον Θεόφιλο να νυμφεύεται, ενώ είναι βασιλεύς. Ο Θεόφιλος,
όμως, βασίλευσε μόνο 12 έτη και 3 μήνες[13] και στον 3ο χρόνο της
βασιλείας του[14] πάντρεψε την προτελευταία από τις πέντε κόρες του[15],
την Μαρία. Λογικά δεν συμβιβάζονται αυτά τα δύο γεγονότα.
Β΄.
Διασώζονται τρεις επιστολές του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου (759-826)
προς την κανδιδάτισσα Κασσία, η οποία διάγει ως μοναχή και μάλιστα
«παιδιόθεν» προτίμησε την μοναχική αφιέρωση. Αν η Κασσία αυτή ταυτίζεται
με την υμνογράφο, τότε το επεισόδιο με τα καλλιστεία είναι αδύνατο να
είναι αληθινό και λόγω της «παιδιόθεν» μοναχικής της αφιερώσεως και λόγω
χρονολογικής αντιφάσεως. Ο γάμος του Θεοφίλου έγινε αποδεδειγμένα το
830, ενώ ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης κοιμήθηκε το 826[16].
Γ΄.
Η στιχομυθία του Θεοφίλου με την οσία Κασιανή, «δια γυναικός ερρύη τα
φαύλα, αλλά και δια γυναικός πηγάζει τα κρείττονα», δεν είναι πηγαία
έμπνευση ούτε έχει συντελέσει στο ν' απορριφθεί η Κασιανή, κατά τον
καθηγητή της φιλοσοφικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών κ. Σταύρο Ιω.
Κουρούση[17]. Διότι στην P.G. (50, 795) υπάρχει λόγος εις τον
ευαγγελισμό της Θεοτόκου, επ' ονόματι του αγίου Χρυσοστόμου (φέρεται και
ως έργο του Γρηγορίου του θαυματουργού), του οποίου η αρχαιότητα είναι
αδιαμφισβήτητος. Ο B. Marx αποδεικνύει ότι είναι έργο του Πρόκλου
Κων/πόλεως (434-446), μαθητού του Χρυσοστόμου, ο οποίος έκανε και την
ανακομιδή των οστών του ιερού πατρός στην Κων/πολη. Εκεί στο λόγο
λέγεται· «δια γυναικός ερρύη (ερύει; Fort. βρύειed.) τα φαύλα, δια
γυναικός πηγάζει τα κρείττονα».
Ο Θεόφιλος και το τροπάριο της Κασιανής
Λαϊκή
παράδοση αναμιγνύει και τον Θεόφιλο στη δημιουργία του τροπαρίου «Κύριε
η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή». Αναφέρει η παράδοση αυτή ότι,
ενώ συνέγραφε το τροπάριο η οσία Κασιανή και είχε φθάσει στη φράση
«κρότον τοις ωσίν ηχηθείσαν», την επισκέφθηκε ο Θεόφιλος. Εκείνη τότε
κρύφτηκε, για να τον αποφύγει, κι εκείνος, αφού διάβασε το κείμενο, που
γράφτηκε μέχρι εκείνη τη στιγμή, προσέθεσε «τω φόβω εκρύβη». Θέλησε δηλ.
γι' άλλη μια φορά να την ειρωνευθεί.
Το
θρυλούμενο αυτό επεισόδιο της λαϊκής παραδόσεως το πήραν
μυθιστοριογράφοι και του έδωσαν άλλες προεκτάσεις. Έτσι ταυτίζουν την
πόρνη του τροπαρίου με την οσία Κασιανή. Αυτή η ταύτιση είναι εντελώς
αβάσιμη, ακόμη κι αν η ιστορία περί των καλλιστείων είναι αληθινή. Οι
βυζαντινοί χρονογράφοι αναφέρουν μόνο ότι ήταν υποψήφια σύζυγος του
Θεοφίλου και ουδέν περισσότερο. Και η λαϊκή παράδοση θρυλεί ότι
κρύφτηκε, για να μη συναντηθεί με τον Θεόφιλο. Βεβαίως είναι εντελώς
λαθεμένη η ερμηνεία της, διότι φαίνεται ξεκάθαρα από την πλοκή του
τροπαρίου ότι ο κρότος των βημάτων, που ακούστηκε, είναι ανθρωποπαθής
έκφραση της ποιήτριας, που αναφέρεται στα βήματα του Θεού, που άκουσε η
Εύα στον παράδεισο και όχι στα βήματα του Θεοφίλου, που άκουσε η
ποιήτρια. Αλλά, η μανία των ανθρώπων για "love story", η νοσηρή σκέψη
ορισμένων μυθιστοριογράφων και η προβολή των δικών τους σαρκικών και
αμαρτωλών επιθυμιών, ακόμη και στα πιο άγια πρόσωπα, δημιούργησαν τον
μύθο, που αναφέραμε. Εξάλλου, αν η οσία Κασιανή ήταν πόρνη, η Εκκλησία
μας δεν θα το έκρυβε, αλλά θα το προέβαλλε, όπως και σε άλλες
περιπτώσεις (Μαρία Αιγυπτία, Πελαγία, Ταϊσία, Δαυίδ), και θα την
παρουσίαζε ως υπόδειγμα μετανοίας και κατανύξεως.
Η Οσία Κασιανή και η πόρνη γυνή
Στη
συνάφεια αυτή πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν έχει καμμία σχέση η πόρνη
γυναίκα του Ευαγγελίου της Μ. Τετάρτης με την οσία Κασιανή, η οποία
έζησε τον 9ο αι. Όταν η οσία Κασσιανή γράφει το γνωστό σε όλους
τροπάριο, που ψάλλεται τη Μ. Τρίτη το εσπέρας, στον Όρθρο της Μ.
Τετάρτης, «Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή...», δεν
αναφέρεται στον εαυτό της. Απλώς ως ποιήτρια, ως λογοτέχνης η οσία
Κασσιανή έγραψε για την πόρνη γυναίκα του Ευαγγελίου. Αυτή, λοιπόν, τη
συμπεριφορά της πόρνης γυναικός από την Ευαγγελική διήγηση, την πήρε η
ποιήτρια και μοναχή Κασσιανή τον 9ο αι. η οποία παρ' ολίγον θα κοσμούσε
τον θρόνο του Βυζαντίου, και την έκανε ύμνο. Λένε οι ειδικοί ότι ο
θρόνος του Βυζαντίου έχασε μία αυτοκράτειρα, αλλά η βυζαντινή υμνογραφία
κέρδισε μία βασίλισσα. Η αγία Κασσιανή είναι βασίλισσα της χριστιανικής
ποιήσεως[18].
Η Ορθόδοξος Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη της Οσίας Κασιανής στις 7 Σεπτεμβρίου.
Τέλος, παραθέτουμε κατωτέρω το τροπάριο της Οσίας Κασιανής με μία μετάφραση-μεταγραφή του Φωτίου Κόντογλου.
Κύριε,
η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σην αισθομένη θεότητα,
μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού
κομίζει.
Οίμοι! λέγουσα, ότι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος έρως της αμαρτίας.
Δέξαι
μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ,
κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη
αφάτω σου κενώσει.
Καταφιλήσω
τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής
μου βοστρύχοις, ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν
ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.
Αμαρτιών
μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ
μου; Μη με την σήν δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων το έλεος.
(Φώτη Κόντογλου μεταγραφή)
Κύριε,
η γυναίκα, που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου,
γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη:
Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου
από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το
νερό της θάλασσας. Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που
έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γη.
Θα
καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα
πλοκάμια της κεφαλής μου· αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το
δειλινό, τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των
αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να
τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ
που έχεις τ' αμέτρητο έλεος
πηγη Ι.Η.Π.ΜΕΛΙΣΣΟΧΩΡΙΟΥ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)