|
Το
αφηγήθηκε ένας στρατιωτικός της Ελληνικής Αεροπορίας, όταν ήρθε για
προσκύνημα στην Παναγία με τους γονείς του, οι οποίοι ήταν
μαυροφορεμένοι. Είχε φύγει από αυτή τη ζωή η κόρη τους, μια νεαρή κοπέλα, εντελώς αιφνίδια, από πνευμονική εμβολή. Ο στρατιωτικός , ευσεβέστατος καθώς ήταν, είπε τα εξής αξιοσημείωτα: - Η αδελφή μου , δυστυχώς, δεν είχε πνευματική ζωή. Ούτε εξομολογείτο ούτε κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων. Έτσι τη βρήκε ο θάνατος απροετοίμαστη. Λίγο καιρό μετά τον θάνατό της, είδα το εξής όνειρο, που με συγκλόνισε. Την είδα μέσα σ’ ένα λεωφορείο σκοτεινό, που το οδηγούσαν δύο εχθροί του ανθρωπίνου γένους (κακά πνεύματα).Εγώ γεμάτος αγωνία έτρεχα από πίσω, μήπως μπορέσω να την βοηθήσω. Το παράξενο αυτό όχημα κατευθυνόταν προς ένα σκοτεινό τούνελ, σ’ ένα άγριο βουνό! Για μια στιγμή σταμάτησε το λεωφορείο. Κοίταξα μέσα και δεν είδα αυτή τη φορά εκεί την αδελφή μου. |
Αναφέρει ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος:
«Θα σας πω ένα ωφέλιμο, από την πατρίδα μου. Γύρω στο 1917, 1916, κάπου εκεί , αν δεν με απατά η μνήμη μου, υπήρχε κάτω στην πατρίδα μου, στην Καλαμάτα, ένας νέος ονόματι Ηλίας Παναγουλάκης.
Αυτός ήταν πάρα πολύ καλός
τραγουδιστής, ήταν καλλίφωνος και περνούσε τη ζωή του με μερικούς άλλους
νέους γυρίζοντας στα καλντερίμια εκεί και τους δρόμους και παίζοντας
κιθάρες και όργανα για να βγαίνουν οι κοπέλες από τα παράθυρα. Είχε ένα
ταβερνείο, στο οποίο μαζεύονταν όλοι οι αλήτες της Καλαμάτας και στους
οποίους επιβαλλόταν σαν αρχηγός. Όλη η αληταρία της Καλαμάτας είχε
αρχηγό τον Ηλία Παναγουλάκη. Έδερνε με το παραμικρό. Απλώς γιατί τον
στραβοκοίταξαν.Ήταν πάρα πολύ χειροδύναμος.
Αγράμματος βέβαια. Όλα τα ι τα έγραφε με γιώτα. Και ζούσε τη ζωή του με
αυτό τον τρόπο. Γλέντι και τραγούδι και διασκέδαση. Κάποτε πέθανε ένας
φίλος του, από την παρέα του. Πήγε στην κηδεία, στο νεκροταφείο. Άκουσε
την φράση του Ευαγγελίου:















